Annual Report • Apr 23, 2019
Annual Report
Open in ViewerOpens in native device viewer
| Donal Za | |
|---|---|
| Διοικητικό Συμβούλιο και άλλοι αξιωματούχοι | 1 |
| Δήλωση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και άλλων υπευθύνων της Εταιρείας για τις οικονομικές καταστασεις |
2 |
| Έκθεση Διαχείρισης | |
| Έκθεση περί Εταιρικής Διακυβέρνησης | 9 - 172 |
| Έκθεση Ανεξάρτητου Ελεγκτή | 13-19 |
| Κατάσταση συνολικών εισοδημάτων | 20 |
| Ισολογισμός | 729 |
| Κατάσταση μεταβολών ιδίων κεφαλαίων | 29 |
| Κατάσταση ταμειακών ροών | 24 |
| Σημειώσεις στις οικονομικές καταστάσεις | 24 - 6: |
Σταύρος Θεοδοσίου - Πρόεδρος Μαρίνος Γιαλελής Μαρία Παναγίδου Χρήστος Δασκαλάκης Γιώργος Πίπης Χρήστος Τσίγκης (διορίστηκε στις 20 Ιουνίου 2018) Δημήτρης Κολοκασίδης (παραιτήθηκε στις 20 Ιουνίου 2018)
Κυρηνείας 116 1ος Όροφος - Διαμ./Γραφείο 101 ΤΤ-2113 Πλατύ Αγλαντζιάς Κύπρος
Θεμιστοκλή Δέρβη 23 Κτίριο ΣΤΑΔΥΛ θος Οροφος ΤΤ-1066 Λευκωσία Κύπρος
Julia House Οδός Θεμιστοκλή Δέρβη 3 ΤΤ-1077 Λευκωσία TO 21612 ΤΤ-1591 Λευκωσία Κύπρος
KGMC Advocates Θεμιστοκλή Δέρβη 23 Κτίριο ΣΤΑΔΥΛ ξος Όροφος ΤΤ-1066 Λευκωσία Κύπρος
Σύμφωνα με το άρθρο 9, του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου του 2007, εμείς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και υπεύθυνοι για τις οικονομικές καταστάσεις της Unifast Finance & Investments Public Company Limited (η "Εταιρεία") για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2018 επιβεβαιώνουμε ότι, εξ' όσων γνωρίζουμε:
| Πρόεδρος | Υπόγραφή |
|---|---|
| Σταύρος Θεοδοσίου |
| ΔΙΟΙΚΏΤΙΚΟΙ Σύμβουλοί | |
|---|---|
| Χρήστος Δασκαλάκης | |
| Μαρία Παναγίδου | |
| Χρήστος Τσίγκης | In CA |
| Γιώργος Πίπης | |
| Μαρίνος Γιαλελής | |
| Οικονομικός Διευθυντής | |
| Άννα Ιακώβου |
HSF 2007
Λευκωσία, 23 Απριλίου 2019
1 ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2018.
2 προηγούμενο χρόνο, είναι η ανάπτυξη και πώληση γης και ακινήτων και η διεξαγωγή επενδύσεων σε τίτλους δημόσιων εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και άλλων εταιρειών.
ന Κατά την διάρκεια του έτους δεν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στην δομή της Εταιρείας. Η Εταιρεία δεν προτίθεται να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε εξαγορά ή συγχώνευση.
র্ব Κατά την διάρκεια του έτους που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2018, η Εταιρεία δεν είχε κύκλο εργασιών καθώς δεν πραγματοποίησε πωλήσεις κατά τη διάρκεια του έτους. Η καθαρή ζημιά για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2018 αυξήθηκε κατά 76,22% στις €439.548 σε σχέση με €249.418 για το έτος 2017. Η αύξηση αυτή στην ζημιά ήταν αποτέλεσμα κυρίως της αύξησης του κόστους πωλήσεων της Εταιρείας από τη μεγαλύτερη απομείωση των αποθεμάτων σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2018 το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας ග ήταν €2.948.894 (2017: €3.154.734), τα ίδια κεφάλαια παρουσίαζαν έλλειμμα ύψους €1.022.629 (2017: €583.081 έλλειμμα) και υπήρχαν δόσεις και αποπληρωμή δανεισμού ύψους €3.956.411 (2017: €3.724.346) που εκκρεμούσαν. Ενόψει της αδυναμίας εξυπηρέτησης του δανεισμού με τους υφιστάμενους όρους, η Εταιρεία βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την τράπεζα με σκοπό την αναδιάρθρωση των οφειλομένων αυτών δανείων και διαφοροποίηση των όρων και μέθοδο αποπληρωμής περιλαμβανομένης και επιμήκυνσης της περιόδου αποπληρωμής. Η οικονομική κατάσταση, εξέλξη και επίδοση της Εταιρείας όπως παρουσιάζεται στις οικονομικές καταστάσεις φανερώνει την ύπαρξη ουσιαστικής αβεβαιότητας που ενδέχεται να δημιουργήσει σημαντική αμφιβολία ως προς την ικανότητα της Εταιρείας να συνεχίσει ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα.
Οι κυριότεροι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που αντιμετωπίζει η Εταιρεία ග περιγράφονται στις Σημειώσεις 1, 2, 6 και 7 των οικονομικών καταστάσεων. Η Εταιρεία δραστηριοποιείται στην Κύπρο και ως εκ τούτου, έχει επηρεαστεί από την οικονομική κρίση που επικράτησε τα τελευταία χρόνια στο νησί. Η κυπριακή οικονομία σημείωσε θετική ανάπτυξη το 2017 και το 2018, αφού ξεπέρασε την οικονομική ύφεση των προηγούμενων ετών. Σε γενικές γραμμές οι οικονομικές προοπτικές παραμένουν ευνοϊκές, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι ύφεσης από τα ακόμη υψηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων, από τον δείκτη δημόσιου χρέους, καθώς και την ενδεχόμενη επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος της Κύπρου.
7 δραστηριότητες της Εταιρείας και την οικονομική της κατάσταση καθώς τα αποτελέσματα της Εταιρείας επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από την διακύμανση των τιμών των ακινήτων. Η Διεύθυνση λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα των δραστηριοτήτων της Εταιρείας, ωστόσο, οι μελλοντικές επιπτώσεις της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης είναι δύσκολο να προβλεφθούν, και οι τρέχουσες προβλέψεις της Διεύθυνσης θα μπορούσαν να διαφέρουν από τα πραγματικά αποτελέσματα.
ထ Οι εργασίες της Εταιρείας την εκθέτουν σε ποικίλους χρηματοοικονομικούς κινδύνους: κίνδυνο αγοράς (περιλαμβανομένου κινδύνου επιτοκίου που αφορά τη δίκαιη αξία, κινδύνου επιτοκίου που αφορά τις ταμειακές ροές και κινδύνου τιμής αγοράς), τιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο ρευστότητας.
9 Η Εταιρεία εκτίθεται σε κίνδυνο τιμής αγοράς μετοχικών τίτλων λόγω επενδύσεων που κατέχονται από την Εταιρεία και ταξινομούνται στον ισολογιαμό ως χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
10 Οι επενδύσεις της Εταιρείας σε μετοχικούς τίτλους κατά τις 31 Δεκεμβρίου 2018 περιλαμβάνουν μετοχές αξίας €4.324 (2017: €4.324) οι οποίες εμπορεύονται δημόσια και περιλαμβάνονται στο Γενικό Δείκτη του Χρηματιστήριου Αξιών Κύπρου.
11 εκδόθηκε σε κυμαινόμενα επιτόκια εκθέτει την Εταιρεία σε κίνδυνο επιτοκίου που αφορά τις ταμειακές ροές
12 επιτόκιο ανέρχονταν σε €3.956.441 (2017: €3.724.346). Η Διεύθυνση της Εταιρείας τταρακολουθεί τις διακυμάνσεις στα επιτόκια σε συνεχή βάση και ενεργεί ανάλογα.
13 -Ο πιστωτικός κίνδυνος προκύπτει από καταθέσεις σε τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και από έκθεση σε εκκρεμή εισπρακτέα και δεσμευτικές συναλλαγές. Ο πιστωτικός κίνδυνος της Εταιρείας στις 31 Δεκεμβρίου 2018 απορρέει από δάνεια εισπρακτέα από συγγενικά μέρη ύψους €1.243.955 (2017: €1.235.614) και εμπορικά και άλλα εισπρακτέα ύψους €33.405 (2017: €33.405) καθώς και τραπεζικά υπόλοιπα και υπόλοιπα σε χαρτοφυλάκιο επενδύσεων ύψους €1.427 (2017: €1.508). Η Διεύθυνση εκτιμά την πιστωτική ποιότητα του πελάτη, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική του κατάσταση, προηγούμενες εμπειρίες και άλλους παράγοντες. Τα τραπεζικά υπόλοιπα κρατούνται σε χρηματοοικονομικούς οργανισμούς στην Κύπρο και η Εταιρεία εφαρμόζει διαδικασίες που περιορίζουν την έκθεση της σε πιστωτικό κίνδυνο σε σχέση με κάθε χρηματοοικονομικό οργανισμό. Η Διεύθυνση δεν αναμένει οποιεσδήποτε ζημές από μη εκπλήρωση υποχρεώσεων εκ μέρους αυτών των συμβαλλόμενων μερών. Βλέπετε Σημείωση 6 για περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με τον πιστωτικό κίνδυνο.
14 ταμειακές ροές και τις αναμενόμενες εισπράξεις εσόδων. Μακροπρόθεσμα, ο κίνδυνος ρευστότητας προσδιορίζεται με την πρόβλεψη των μελλοντικών ταμειακών ροών τη στιγμή υπογραφής νέας πίστωσης δανείου ή μίσθωσης και με τις διαδικασίες κατάρτισης του προϋπολογισμού.
15 δραστηριότητες και στην οικονομική κατάσταση και στην επίδοση της Εταιρείας για το προσεχές μέλλον από τις διαπραγματεύσεις της Εταιρείας με την τράπεζα όσο αφορά τον τραπεζικό δανεισμό. Η Εταιρεία δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια τις εξελίξεις αυτές και το χρονικό πλαίσιο στο οποίο μπορεί να συμβούν.
16 ζημιά για το έτος μεταφέρεται στα αποθεματικά.
17
18 ημερομηνία αυτής της έκθεσης παρουσιάζονται στη σελίδα 1. Όλοι τους ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για ολόκληρο το έτος 2018 εκτός όπως αναφέρεται στη παράγραφο 19.
19 Καταστατικό της Εταιρείας οι κ. Δημήτρης Κολοκασίδης και κ. Σταύρος Θεοδοσίου αποχώρησαν. Ο κ. Σταύρος Θεοδοσίου προσφέρθηκε για επανεκλογή και επανεκλέγηκε ενώ στη θέση του κ. Δημήτρη Κολοκασίδη διορίστηκε ο κ. Χρίστος Τσίγκης ως ανεξάρτητος μη εκτελεστικός Διοικητικός Σύμβουλος.
20 αποζημίωση του Διοικητικού Συμβουλίου.
21 κατανόηση των οικονομικών καταστάσεων παρουσιάζονται στη Σημείωση 20 των οικονομικών καταστάσεων.
22 διάρκεια του έτους.
23 κεφάλαιο της Εταιρείας, στις 31 Δεκεμβρίου 2018 και 30 ημέρες πριν από την ημερομηνία ειδοποίησης για σύγκλιση της Γενικής Συνέλευσης, ήταν ως εξής:
| 30 ημέρες πριν την | |||
|---|---|---|---|
| ημερομηνία | |||
| ειδοποίησης | |||
| για σύγκλιση | |||
| 31 Δεκεμβρίου | Γενικής Συνέλευσης | ||
| 2018 | 2018 | ||
| 0/0 | % | ||
| Γιώργος Πίπης | 31,16 | 31,16 | |
| Μαρία Παναγίδου | 11,1 | 11,1 | |
| Σταύρος Θεοδοσίου | 10.5 | 10.5 |
24 ειδοποίησης για σύγκλιση της Γενικής Συνέλευσης, οι πιο κάτω Μέτοχοι κατείχαν άμεσα ή έμμεσα πέραν του 5% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας:
| 30 ημέρες πριν την ημερομηνία ειδοποίησης για σύγκλιση Γενικής Συνέλευσης 2018 00 |
||
|---|---|---|
| 31 Δεκεμβρίου 2018 0/0 |
||
| Λατομεία Φαρμακάς Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ Λαΐκή Επενδυτική Ε.Π.Ε.Υ. Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ Citi Principal Investments Limited |
60.00 9.81 5.51 |
60.00 9,81 5.51 |
25 με τις υποπαραγράφους (i) – (vii) της παραγράφου 2 (α) του Άρθρου 151 του περί Εταιρειών Νόμου της Κύπρου Κεφ. 113.
. Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ο "Κώδικας") και σχετική έκθεση περί Εταιρικής Διακυβέρνησης παρουσιάζεται στις σελίδες 9 μέχρι 12. Ο Κώδικας είναι διαθέσιμος στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας.
Οι λειτουργίες ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων της Εταιρείας σε σχέση με την διαδικασία σύνταξης, ετοιμασίας και κατάρτισης της περιοδικής πληροφόρησης που προνοεί το Μέρος ΙΙ του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου του 2007 ως τροποποιήθηκε το 2009, είναι υπό την ευθύνη της Επιτροπής Ελέγχου της Εταιρείας η οποία λαμβάνει υπόψη τυχόν παρατηρήσεις που γίνονται κατά την διάρκεια του εκάστοτε ελέγχου από τους εξωτερικούς ελεγκτές της Εταιρείας. Η Ετήσια Οικονομική Έκθεση που περιλαμβάνει τους τελικούς ελεγμένους λογαριασμούς για το προηγούμενο έτος καθώς επίσης και οι άλλες περιοδικές πληροφορήσεις που δεν περιέχουν ελεγμένα αποτελέσματα, εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας.
Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης (συνέχεια)
Η Εταιρεία εφαρμόζει πολιτική σχετικά με την πολυμορφία του Διοικητικού Συμβουλίου όσον αφορά κυρίως πτυχές σε σχέση με την ηλικία και το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό ιστορικό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Στόχος της Εταιρείας είναι η αξιοποίηση του διαιρεμένου εκπαιδευτικού και επαγγελματικού ιστορικού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου μέσα από τον διορισμό τους στις Επιτροπές της Εταιρείας για τη βέλτιστη δυνατή διεκπεραίωση των αρμοδιοτήτων των Επιτροπών.
26 επιθυμία να συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους. Ψήφισμα που να εξουσιοδοτεί τους Συμβούλους να καθορίσουν την αμοιβή τους θα κατατεθεί στην Ετήσια Γενική Συνέλευση.
Σταύρος Θεοδοσίου Πρόεδρος
Λευκωσία 23 Απριλίου 2019
Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας αναγνωρίζοντας την ανάγκη καθιέρωσης αρχών εταιρικής διακυβέρνησης που αποσκοπούν στην προστασία των επενδυτών, σε συνεδρία του στις 29 Αυγούστου 2005 αποφάσισε όπως προχωρήσει στην μερική υιοθέτηση του κώδικα Εταιρικής Διακυβέρνησης.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας βεβαιώνει ότι τηρεί μερικώς τον κώδικα Εταιρικής Διακυβέρνησης και ειδικότερα το μέρος Γ΄3 του κώδικα που αφορά, μεταξύ άλλων, τη σύσταση Επιτροπής Ελέγχου.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας είναι εξαμελές και αποτελείται από τους:
Σταύρος Θεοδοσίου - Πρόεδρος (Μη-εκτελεστικός) Χρήστος Δασκαλάκης - Μέλος (Μη-εκτελεστικός) Μαρία Παναγίδου - Μέλος (Μη-εκτελεστικός) Γιώργος Πίπης - Μέλος (Μη-εκτελεστικός) Μαρίνος Γιαλελής - Μέλος (Ανεξάρτητος μη-εκτελεστικός) Χρίστος Τσίγκης - Μέλος (Ανεξάρτητος μη-εκτελεστικός)
Το Διοικητικό Συμβούλιο συνέρχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον 2 φορές τον χρόνο, για να ενημερωθεί, εξετάσει και λάβει αποφάσεις για όλα τα θέματα που είναι στη δικαιοδοσία του σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113. Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει επίσημο πρόγραμμα θεμάτων, αποφάσεις επί των οποίων λαμβάνονται μόνο από αυτό.
Οι Διοικητικοί Σύμβουλοι της εταιρείας κατέχουν θέσεις σε Διοικητικά Συμβούλια άλλων εταιρειών αλλά αφιερώνουν τον απαραίτητο χρόνο και προσοχή στην εκτέλεση των καθηκόντων τους στην Εταιρεία.
Η Εταιρεία δεν έχει προσωπικό και ως εκ τούτου δεν έχει εκτελεστικούς Διοικητικούς συμβούλους. Κατ΄ επέκταση δεν μπορεί να εφαρμοστεί η αρχή Α2 του κώδικα που αφορά την ισορροπία του Διοικητικού Συμβουλίου.
Το Διοικητικό Συμβούλιο λαμβάνει έγκαιρη, έγκυρη και ολοκληρωμένη πληροφόρηση η οποία του επιτρέπει να εκτελεί τα καθήκοντα του.
Οι Διοικητικοί Σύμβουλοι ενημερώνονται για τις συνεδριάσεις έχοντας στη διάθεση τους όλα τα αναγκαία έγγραφα και τον απαιτούμενο χρόνο για μελέτη. Επίσης όλοι οι Διοικητικοί Σύμβουλοι ενημερώνονται έγκαιρα για όλες τις έκτακτες συνεδριάσεις.
Το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από ικανά και κατάλληλα άτομα.
Δεν έχει κριθεί προς το παρόν αναγκαία η σύσταση Επιτροπής Διορισμών του Διοικητικού Συμβουλίου και ως εκ τούτου η εταιρεία δεν εφαρμόζει την αρχή Α4 του κώδικα Εταιρικής Διακυβέρνησης.
Με βάση το άρθρο 93 του καταστατικού της Εταιρείας, σε κάθε ετήσια γενική συνέλευση παραιτείται το 1/3 των Διοικητικών Συμβούλων.
Τα ονόματα των Διοικητικών Συμβούλων που υποβάλλονται για εκλογή ή επανεκλογή συνοδεύονται από επαρκείς βιογραφικές λεπτομέρειες, προκειμένου οι μέτοχοι να είναι σε θέση να λαμβάνουν ενημερωμένη απόφαση για την εκλογή τους.
Η Εταιρεία δεν έχει εκτελεστικούς Διοικητικούς Συμβούλους και κατ' επέκταση δεν μπορεί να εφαρμοστεί το κεφάλαιο Β του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης που αφορά την αμοιβή των Εκτελεστικών Διοικητικών Συμβούλων.
Επιπρόσθετα, η Γενική Συνέλευση δεν έχει καθορίσει οποιαδήποτε αμοιβή προς τους μη-εκτελεστικούς Διοικητικούς Συμβούλους της Εταιρείας.
Το Διοικητικό Συμβούλιο βεβαιώνει ότι η εταιρεία προτίθεται να συνεχίσει να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα (going concern) για τους επόμενους δώδεκα μήνες. Πληροφορίες για την εκτίμηση που ετοίμασε η Διεύθυνση για τη δυνατότητα της Εταιρείας να συνεχίσει ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα παρουσιάζονται στη Σημείωση 1 ("Λειτουργικό περιβάλλον της Εταιρείας"), στη Σημείωση 2 ("Συνεχιζόμενη δραστηριότητα") και στη Σημείωση 7 ("Σημαντικοί λογιστικοί υπολογισμοί και εκτιμήσεις") των οικονομικών καταστάσεων.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας έχει επιθεωρήσει τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου (internal controls) της εταιρείας και τις διαδικασίες επαλήθευσης της ορθότητας, πληρότητας και εγκυρότητας των πληροφοριών που παρέχονται στους επενδυτές και βεβαιώνει ότι αυτά είναι αποτελεσματικά.
Η Εταιρεία δεν διαθέτει Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου λόγω του μεγέθους της και της φύσης των εργασιών της. Την ευθύνη για τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου έχει ο μη-εκτελεστικός Διοικητικός Σύμβουλος της εταιρείας κος Χρήστος Δασκαλάκης. Δεν έχουν ανατεθεί θέματα εσωτερικού ελέγχου σε εξωτερικούς συνεργάτες (outsourcing).
Το Διοικητικό Συμβούλιο βεβαιώνει ότι δεν έχει περιέλθει εις γνώση του οποιαδήποτε παράβαση των περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμων και Κανονισμών, εκτός αυτών που είναι εις γνώση των αρμοδίων χρηματιστηριακών αρχών.
Οι εξωτερικοί Ελεγκτές δεν προσφέρουν οποιεσδήποτε άλλες υπηρεσίες πέραν του ελέγχου εκτός από φορολογικές υπηρεσίες συμμόρφωσης.
Οι συναλλαγές με συγγενικά μέρη παρουσιάζονται στην Σημείωση 19 των Λογαριασμών της εταιρείας.
Η Επιτροπή ελέγχου της εταιρείας απαρτίζεται από τους εξής Διοικητικούς Συμβούλους:
Μαρίνος Γιαλελής - Πρόεδρος (Ανεξάρτητος μη-εκτελεστικός)
Χρήστος Δασκαλάκης - Μέλος (Μη-εκτελεστικός)
Χρίστος Τσίγκης -- Μέλος (Ανεξάρτητος μη-εκτελεστικός) (από τις 20 Ιουνίου 2018)
Δημήτρης Κολοκασίδης - Μέλος (Ανεξάρτητος μη-εκτελεστικός) (μέχρι τις 20 Ιουνίου 2018)
Η Επιτροπή ελέγχου συνέρχεται τουλάχιστον τέσσερις φορές ανά έτος.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου, κ. Γιαλελής έχει αρκετή και εκτεταμένη εμπειρία στα λογιστικά και στα χρηματοοικονομικά θέματα.
Οι γενικές αρμοδιότητες της επιτροπής περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων:
Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει διορίσει ως Λειτουργό Συμμόρφωσης με τον Κώδικα εταιρικής Διακυβέρνησης την κ. Άννα Ιακώβου.
Σχέσεις με τους μετόχους
Όλοι οι μέτοχοι της εταιρείας απολαμβάνουν ίσης μεταχείρισης. Οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες της εταιρείας στις Γενικές Συνελεύσεις όσον αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου εγγυώνται την ισότιμη μεταχείριση των μετόχων.
Οι μέτοχοι εφοδιάζονται έγκαιρα με επαρκείς πληροφορίες που περιλαμβάνουν την ημερομηνία, την τοποθεσία και το πρόγραμμα της Γενικής Συνέλευσης, όπως επίσης και πλήρη πληροφόρηση για τα θέματα που θα συζητηθούν στη Συνέλευση.
Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει διορίσει την κα Άννα Ιακώβου ως άτομο επικοινωνίας των μετόχων με την Εταιρεία.
Σταύρος Θεοδοσίου Πρόεδρος
Λευκωσία, 23 Απριλίου 2019

Κατά τη γνώμη μας, οι συνημμένες οικονομικές καταστάσεις της Unifast Finance & Investments Public Company Limited (η "Εταιρεία") δίνουν αληθινή και δίκαιη εικόνα της χρηματοοικονομικής θέσης της Εταιρείας στις 31 Δεκεμβρίου 2018 και της χρηματοοικονομικής της επίδοσης και των ταμειακών ροών της, για το έτος που έληξε την ημερομηνία αυτή, σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ), όπως αυτά υιοθετήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις απαιτήσεις του περί Εταιρειών Νόμου της Κύπρου, Κεφ. 113.
Έχουμε ελέγξει τις οικονομικές καταστάσεις όπως παρουσιάζονται στις σελίδες 20 μέχρι 68 και οι οποίες αποτελούνται από:
Το χρηματοοικονομικό πλαίσιο αναφοράς που έχει εφαρμοστεί στην κατάρτση των οικονομικών καταστάσεων είναι τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς όπως αυτά υιοθετήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι απαιτήσεις του περί Εταιρειών Νόμου της Κύπρου, Κεφ. 113.
Ο έλεγχός μας έχει διενεργηθεί σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου (ΔΠΕ). Οι ευθύνες μας, με βάση αυτά τα πρότυπα περιγράφονται περαιτέρω στην παράγραφο Ευθύνες του Ελεγκτή για τον Έλεγχο των Οικονομικών Καταστάσεων της έκθεσής μας.
Πιστεύουμε, ότι τα ελεγκτικά τεκμήρια, που έχουμε αποκτήσει είναι επαρκή και κατάλληλα για να αποτελέσουν βάση για την ελεγκτική μας γνώμη.
Παραμείναμε ανεξάρτητοι από την Εταιρεία καθ' όλη τη διάρκεια του διορισμού μας, σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας Λογιστών, που εκδίδεται από το Διεθνές Συμβούλιο Προτύπων Δεοντολογίας για Επαγγελματίες Λογιστές (Κώδικας ΔΣΠΔΕΛ) και τις απαιτήρεις δεοντολογίας, που σχετίζονται με τον έλεγχο οικονομικών καταστάσεων στην Κύπρο και έχουμε συμμορφοθεί με τις άλλες ευθύνες δεοντολογίας, που απορρέουν από τις απαιτήσεις αυτές και από τον Κώδικα ΔΣΠΛΕΛ.
(13)
PricewaterhouseCoopers Ltd, PwC Central, 43 Demostheni Severi Avenue, CY-1080 Nicosia P O Box 21612, CY-1591 Nicosia, Cyprus T: +357 - 22 555 000, F:+357 - 22 555 001, www.pwc.com.cy
PricewaterhouseCoopers Ltd is a private company registered in Cyprus (Reg. No.14354), Its registered office is at 3 Themisticals Devis Street, CY-1066, Nicosi. A list of the company's directors, including for individuals the present and former (if any) name and nationality, if not Cyprict and for legal entitles the corporate name, is kept by the Secretary of the registered office. PwC refers to the Cyprus member firm, PricewaterhouseCoopers Ltd and may sometimes rofer to the PwC network. Each member firm is a separate legal entity. Please see www.pwc.com/structure for further details.

Επισύρουμε την προσοχή στη Σημείωση 2 επί των οικονομικών καταστάσεων, που υποδεικνύει ότι η Εταιρεία υπέστη καθαρή ζημιά ύψους €439.548 κατά τη διάρκεια του έτους που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2018 και, κατά την ημερομηνία αυτή, οι τρέχουσες υποχρεώσεις της υπερέβαιναν το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων κατά €1.022.629 υπήρχαν δόσεις και αποπληρωμές δανεισμού ύψους €3.956.441 που εκκρεμούσαν. Επίσης στην Σημείωση 2 αναφέρονται οι παράγοντες και οι προϋποθέσεις που λήφθηκαν υπόψη για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων στη βάση της αρχής της συνεχιζόμενης δραστηριότητας. Οι παράγοντες αυτοί και ο κίνδυνος μη επίτευξης των προϋποθέσεων που έχουν τεθεί, υποδηλώνουν την ύπαρξη ουσιαστικής αβεβαιότητας που ενδέχεται να φανερώσει σημαντική αμφιβολία ως προς την ικανότητα της Εταιρείας να συνεχίσει ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα. Η γνώμη μας δεν έχει επιφύλαξη σε σχέση με αυτό το θέμα.
Τα κύρια θέματα ελέγχου είναι εκείνα που, κατά την επαγγελματική μας κρίση, ήταν εξέχονσας σημασίας στον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων της τρέχουσας περιόδου. Τα θέματα αυτά έχουν εξεταστεί στο πλαίσιο του ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων ως σύνολο, για τη διαμόρφωση της γνώμης μας επί αυτών και δεν εκφέρουμε ξεχωριστή γνώμη σχετικά με αυτά τα θέματα. Εππρόσθετα του θέματος που περιγράφεται στην παράγραφο για ουσιώδη αβεβαιότητα σε σχέση με την συνεχιζόμενη δραστηριότητα έχουμε προσδιορίσει τα πιο κάτω ως τα κύρια θέματα ελέγχου:
| Κύρια θέματα ελέγχου | Πώς ο έλεγχος έχει αντιμετωπίσει τα κύρια θέματα ελέγχου |
|---|---|
| Καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία αποθεμάτων |
|
| Όπως αναφέρεται στη Σημείωση 7 και 13 των οικονομικών καταστάσεων, τα αποθέματα αποτιμώνται στην τιμή κόστους ή στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία, όποια από τις δύο είναι χαμηλότερη και αποτελούν περίπου το 56% των συνολικών περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και ως εκ τούτου |
Ως μέρος των ελεγκτικών μας διαδικαστών αξιολογήσαμε τον υπολογισμό της καθαρής ρευστοποιήσιμης αξίας των αποθεμάτων που κατέχει η Εταιρεία καθώς επίσης και την μεθοδολογία που εφαρμόστηκε και τις παραδοχές που ακολουθήθηκαν κατά την εκτίμηση. |
| αποτελούν το κύριο περιουσιακό στοιχείο της Εταιρείας. |
Έχουμε αξιολογήσει κατά πόσον οι επαγγελματίες εκτιμητές που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά τη διαδικασία εκτίμησης είναι ανεξάρτητοι προς την |
| Στη Σημείωση 13 παρουσιάζονται σχετικές γνωστοποιήσεις για τα αποθέματα. |
Εταιρεία και έχουμε ελέγξει την επαγγελματική και ακαδημαϊκή κατάρτιση και εμπειρία των επαγγελματιών εκπμητών. |
| Επίσης έχουμε αξιολογήσει κατά πόσον χρειάζεται αναπροσαρμογή της γης για μείωση στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία, και έχουμε επαναύπολογίσει το ποσό μείωσης που έχει καταχωρηθεί ως ζημιά στο τρέχον έτος. |

| Κύρια θέματα ελέγχου | Πώς ο έλεγχος έχει αντιμετωπίσει τα κύρια θέματα ελέγχου |
|---|---|
| Όταν η καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία είναι χαμηλότερη από την τιμή κόστους, η διαφορά αναγνωρίζεται ως ζημιά στα αποτελέσματα για το έτος. Η καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία των αποθεμάτων υπολογίζεται στη βάση έκθεσης εκτίμησης από ανεξάρτητους εγκεκριμένους εκτιμητές. Ο προσδιορισμός της λογιστικής αξίας των αποθεμάτων κατά την ημερομηνία του ισολογισμού κρίνεται ως ένα από τα κύρια θέματα ελέγχου λόγω της σημαντικής ασκησης κρίσης που απαιτείται κατά τον προσδιορισμό της καθαρής ρευστοποιήσιμης ağlaç. |
Έχουμε ελέγξει τις σχετικές γνωστοποιήσεις αναφορικά με την παρουσίαση των αποθεμάτων στο χαμηλότερο της τιμής κόστους ή της καθαρής ρευστοποιήσιμης αξίας. Τα αποτελέσματα των πιο πάνω διαδικασιών ήταν ικανοποιητικά για σκοπούς του ελέγχου μας. |
| Ανακτησιμότητα δανείου σε συγγενικό μέρος |
|
| Όπως παρουσιάζεται στις Σημειώσεις 14 και 19 των οικονομικών καταστάσεων, στις 31 Δεκεμβρίου 2018 η Εταιρεία έχει έκθεση σε δάνειο εισπρακτέο από συγγενικό μέρος που ανέρχεται σε €1.243.955. Το πιο πανω αποτελεί περίπου το 42% των συνολικών περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας. |
Για σκοπούς του ελέγχου έχουμε διενεργήσει τις πιο κάτω ελεγκτικές διαδικασίες: - Έχουμε επανυπολογίσει την πρόβλεψη για ΑΠΖ για το τρέχον έτος και αξιολογήσει την επίδραση των ΑΠΖ στις οικονομικές καταστάσεις της ETarpelag. |
| Όπως αναφέρεται στη Σημείωση 4, η πρόβλεψη για αναμενόμενες πιστωτικές ζημιές ("ΑΠΖ") καθορίζεται από την Διεύθυνση με βάση τη γενική προσέγγιση του ΔΠΧΑ 9. Η Διεύθυνση της Εταιρείας υπολόγισε τις ΑΠΖ. Ο υπολογισμός των ΑΠΖ απαιτεί την άσκηση σημαντικής κρίσης από τη Διεύθυνση, καθώς στηρίζεται στα ακόλουθα: - Προβλέψεις ταμειακών ροών και |
- Έχουμε συλλέξει στοιχεία από συναντήσεις με τη διεύθυνση του συγγενικού μέρους για την ικανότητα του τελευταίου να αποπληρώσει το δανειο καθώς και για τον τρόπο αποπληρωμής. Επίσης έχουμε λάβει υπόψη στοιχεία όπως προβλέψεις ταμειακών ροών, τα άμεσα και έμμεσα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία καθώς και την χρηματοοικονομική κατάσταση του συγγενικού μέρους. |
| χρηματοοικονομικής κατάστασης του συγγενικού μέρους. - Την ύπαρξη άμεσα ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων του συγγενικού |
- Έχουμε ελέγξει τις σχετικές γνωστοποιήσεις αναφορικά με την παρουσίαση του δανείου εισπρακτέου από συγγενικό μέρος. |
| μέρους. - Τον αναμενόμενο τρόπο ανάκτησης περιουσιακών στοιχειών του συγγενικού μερους που αναμένεται να ανακτηθούν με την πάροδο του χρόνου και την επίδραση του πραγματικού επιτοκίου. |
Τα αποτελέσματα των πιο πάνω διαδικασιών ήταν ικανοποιητικά για σκοπούς του ελέγχου μας. |

Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι υπεύθυνο για τις άλλες πληροφορίες. Οι άλλες πληροφορίες αποτελούνται από τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη Δήλωση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και άλλων υπευθύνων της Εταιρείας για τις οικονομικές καταστάσεις, στην Έκθεση Διαχείρισης, στο Διοικητικό Συμβούλιο και άλλοι αξιωματούχοι και στην Έκθεση περί Εταιρικής Διακυβέρνησης αλλά δεν περιλαμβάνουν τις οικονομικές καταστάσεις και την έκθεση ελευκτή επί αυτών.
Η γνώμη μας επί των οικονομικών καταστάσεων δεν καλύπτει τις άλλες πληροφορίες και δεν εκφέρουμε οποιοδήποτε συμπέρασμα διασφάλισης επί αυτών.
Σχετικά με τον έλεγχό των οικονομικών καταστάσεων, η ευθύνη μας είναι να διαβάσουμε τις άλλες πληροφορίες, που αναφέρονται παραπάνω, έτσι ώστε να αξιολογήσουμε, κατά πόσο αυτές δεν συνάδουν ουσιωδώς με τις οικονομικές καταστάσεις ή με τη γνώση που έχουμε αποκτήσει κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ή διαφαίνεται να είναι ουσιωδώς εσφαλμένες. Εάν, με βάση τις διαδικασίες που έχουμε πραγματοποιήσει σχετικά με τις άλλες πληροφορίες που έχουμε παραλάβει πριν την ημερομηνία της έκθεσης του ανεξάρτητου ελεγκτή, συμπεράνουμε ότι υπάρχει ουσιώδες σφάλμα σε αυτές τις άλλες πληροφορίες, είμαστε υποχρεωμένοι να αναφέρουμε το γεγονός αυτό. Δεν έχουμε να αναφέρουμε τίποτα επί αυτού.
Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι υπεύθυνο για την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων που δίνουν αληθινή και δίκαιη εικόνα σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, όπως αυτά υιοθετήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις απαιτήσεις του περί Εταιρειών Νόμου της Κύπρου, Κεφ. 113, και για εκείνες τις δικλίδες εσωτερικού ελέγχου που το Διοικητικό Συμβούλιο καθορίζει ως απαραίτητες, ώστε να καθίσταται δυνατή η κατάραση οικονομικών καταστάσεων απαλλαγμένων από ουσιώδες σφάλμα, οφειλόμενου είτε σε απάτη είτε σε λάθος.
Κατά την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων, το Διοικητικό Συμβούλιο είναι υπεύθυνο να αξιολογήσει την ικανότητα της Εταιρείας να συνεχίσει ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα, γνωστοποιώντας, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, θέματα που σχετίζονται με τη συνέχιση της δραστηριότητας της Εταιρείας και την υιοθέτηση της συνεχιζόμενης δραστηριότητας, εκτός εάν το Διοικητικό Συμβούλιο προτίθεται, είτε να θέσει την Εταιρεία σε εκκαθάριση ή να παύσει τις δραστηριότητες, ή όταν δεν έχει ρεαλιστικές εναλλακτικές επιλογές από το να προχωρήσει σε αυτές τις ενέργειες.
Οι υπεύθυνοι για θέματα διακυβέρνησης είναι υπεύθυνοι για την επίβλεψη της διαδικασίας χρηματοοικονομικής αναφοράς της Εταιρείας.

Ως μέρος ενός ελέγχου σύμφωνα με τα ΔΠΕ, ασκούμε επαγγελματική κρίση και διατηρούμε επαγγελματικό σκεπτικισμό καθ' όλη τη διάρκεια του ελέγχου. Επίσης:

Μεταξύ άλλων θεμάτων κοινοποιούμε στους υπεύθυνους για θέματα διακυβέρνησης θέματα σχετικά με το προβλεπόμενο πεδίο και χρονοδιάγραμμα του ελέγχου και σημαντικά ευρήματα από τον έλεγχο, συμπεριλαμβανομένων τυχόν σημαντικών ελλείψεων στις δικλίδες εσωτερικού ελέγχου, που εντοπίσαμε κατά τη διάρκεια του ελέγχου μας.
Επίσης, παρέχουμε στους υπεύθυνους για θέματα διακυβέρνησης δήλωση ότι έχουμε συμμορφωθεί με τις σχετικές απαιτήσεις δεοντολογίας που αφορούν στην ανεξαρτησία μας και κοινοποιούμε σε αυτό όλες τις σχέσεις και άλλα θέματα που μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι επηρεάζουν την ανεξαρτησία μας και, όπου είναι εφαρμόσιμο, τα σχετικά μέτρα προστασίας.
Από τα θέματα που κοινοποιήθηκαν στους υπεύθυνους για θέματα διακυβέρνησης καθορίζουμε τα θέματα που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία στον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων της τρέχουσας περιόδου και ως εκ τούτου, είναι τα κύρια θέματα ελέγχου.
Σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 10(2) του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) αριθ. 537/2014, παρέχουμε τις πιο κάτω πληροφορίες στην Έκθεση Ανεξάρτητου Ελεγκτή, οι οποίες απαιτούνται επιπρόσθετα από τις απαιτήσεις των Διεθνών Προτύπων Ελέγχου.
Διοριστήκαμε για πρώτη φορά ως ελεγκτές της Εταιρείας το 2007 για τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων για την περίοδο που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2007. Ο διορισμός μας ανανεωνόταν ετησίως με ψήφισμα των μετόχων μέχρι το έτος 2018 και αντιπροσώπευε μια συνολική περίοδο αδιάκοπου διορισμού 12 ετών.
Επιβεβαιώνουμε ότι η γνώμη μας επί των οικονομικών καταστάσεων η οποία εκφέρεται σε αυτήν την έκθεση, συνάδει με την πρόσθετη έκθεση μας στην Επιτροπή Ελέγχου της Εταιρείας που έχει εκδοθεί στις 17 Απριλίου 2019 σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού της Ενώσης (EE) ap10. 537/2014.
Δηλώνουμε ότι δεν παρείχαμε μη ελεγκτικές υπηρεσίες που απαγορεύονται σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και το άρθρο 72 του περί Ελεγκτών Νόμου του 2017. Επίσης δεν υπάρχουν μη ελεγκτικές υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί από εμάς προς την Εταιρεία, οι οποίες δεν έχουν γνωστοποιηθεί στις οικονομικές καταστάσεις ή στην Έκθεση Διαχείρισης.
Σύμφωνα με τις επιπρόσθετες απαιτήσεις του περί Ελεγκτών Νόμου του 2017, αναφέρουμε τα πιο κάτω:
Κατά τη γνώμη μας, με βάση τις εργασίες που έγιναν κατά τη διάρκεια του ελέγχου μας, η . Έκθεση Διαχείρισης έχει καταρτιστεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του περί Εταιρειών Νόμου της Κύπρου, Κεφ. 113 και οι πληροφορίες που δίνονται στην έκθεση αυτή συνάδουν με τις οικονομικές καταστάσεις.

Αυτή η έκθεση, περιλαμβανομένης και της γνώμης, εποιμάστηκε για τα μέλη της Εταιρείας ως σώμα και μόνο σύμφωνα με το Άρθρο 10(1) του κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και το Άρθρο 69 του περί Ελεγκτών Νόμου του 2017 και για κανένα άλλο σκοπό. Δίνοντας αυτή τη γνώμη δεν αποδεχόμαστε και δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για οποιοδήποτε άλλο σκοπό ή προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στη γνώση του οποίου αυτή η έκθεση δυνατόν να περιέλθει.
Ο συνέταιρος ανάθεσης για αυτή την ανεξάρτητη έκθεση ελέγχου είναι ο κ. Λοΐζος Α. Μαρκίδης.
Λοΐζος Α. Μαρκίδης Εγκεκριμένος Λογιστής και Εγγεγραμμένος Ελεγκτής εκ μέρους και για λογαριασμό της
PricewaterhouseCoopers Limited Εγκεκριμένοι Λογιστές και Εγγεγραμμένοι Ελεγκτές PwC Central, Λεωφόρος Δημοσθένη Σεβέρη 43 Τ.Τ. 1080 Λευκωσία, Κύπρος
23 Απριλίου 2019
| Σημ. | 2018 e |
2017 ਿ |
|
|---|---|---|---|
| Κόστος πωλήσεων | 9 | (214.100) | (33.000) |
| (214.100) | (33.000) | ||
| Έξοδα διοικητικής λειτουργίας Αλλα έσοδα |
g 8 |
(43.957) 49 44 4 |
(44.764) 49,051 |
| Ζημιά εργασιών Χρηματοδοτικά έξοδα |
10 | (208.723) (230.825) |
(28.743) (220.705) |
| Ζημιά πριν τη φορολογία Χρέωση φορολογίας |
11 | (439.548) | (249.418) |
| Ζημιά για το έτος | (439.548) | (249.418) | |
| Άλλα συνολικά εισοδήματα για το έτος μετά τη φορολογία | |||
| Συνολικές ζημιές για το έτος | (439.548) | (249.418) | |
| Ζημιά ανά μετοχή (σεντ ανά μετοχή): | 12 | (4,40) | (2,50) |
Οι σημειώσεις στις σελίδες 24 μέχρι 68 αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτών των οικονομικών καταστάσεων.
| AUTTOS | 4011 | |
|---|---|---|
| Σημ. | € | e |
| 13 | 1.665.660 | 1.879.760 |
| 14 (α) | 33 200 | 33 200 |
| 14 (B) | 1.244.160 | |
| 14 (β) | 1.235.819 | |
| 14 (y) | 4.394 | 4 : 94 |
| 123 | 123 | |
| 15 | 1-4777 | 1.503 |
| 2.948.894 | 3.154.734 | |
| 16 | 499 392 | 499 3892 |
| 16 | 12.565 | 12.565 |
| 18 | 807 573 | 807-523 |
| (2.342.109) | (1.902.561) | |
| (1.022.629) | (583.081) | |
| 18 | 15.0872 | 13.469 |
| 17 | 3-356.441 | 3.724.346 |
| 3.971.523 | 3.737.815 | |
| 2.948.894 | 3.154.734 | |
Στις 23 Απριλίου 2019 το Διοικητικό Συμβούλιο της Unifast Finance & Investments Public Company Limited ένέχρινε αυτές τις οικονομικές καταστάσεις για έκδοση.
Σταύρος Θεοδόσίου, Πρόεδρος
Γιώργος Πίπης, Σύμβουλος
Οι σημειώσεις στις σέλίδες 24 μέχρι 68 αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτών των οικονομικών καταστάσεων.
| Μετοχικό κεφάλαιο G |
Αποθεματικό υπέρ το άρτιο (2) C |
Διαφορά από μετατροπή μετοχικού Κεφαλαΐου σε ευρώ (2) 는 |
Συσαωρευμένες ζημιές (1) e |
Σύνολο 117 |
|
|---|---|---|---|---|---|
| Υπόλοιπο την 1 Ιανουαρίου 2017 | |||||
| 499 3372 | 807 373 | 12.565 | (1.658.143) | (333.663) | |
| Συνολικό εισόδημα Ζημιά για το έτος |
(249.418) | (249.418) | |||
| Υπόλοιπο 31 Δεκεμβρίου 2017/ 1 Ιανουαρίου 2018 |
499 392 | 807 5723 | 172565 | (1.902.561) | (583.081) |
| Συνολικό εισόδημα Ζημιά για το έτος |
(439.548) | (439.548) | |||
| Υπόλοιπο 31 Δεκεμβρίου 2018 | 499,392 | 807.523 | 12.565 | (2.342.109) | (1.022.629) |
Οι σημειώσεις στις σελίδες 24 μέχρι 68 αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτών των οικονομικών καταστάσεων.
| Σημ. | 2018 (1) |
2017 e |
|
|---|---|---|---|
| Ροή μετρητών από εργασίες Ζημιά πριν τη φορολογία Αναπροσαρμογές για: |
(439.548) | (249.418) | |
| Απομείωση αποθεμάτων σε καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία Πιστωτικούς τόκους Χρεωστικούς τόκους |
8 10 |
244.00 (49.334) 2500:425 |
3.000 (49.051) 220.705 |
| Αλλαγές στο κεφάλαιο κίνησης: | (43.957) | (44.764) | |
| Άλλοι πιστωτές | 2333 | (639) | |
| Καθαρά μετρητά που χρησιμοποιήθηκαν για εργασίες | (41.074) | (45.403) | |
| Ροή μετρητών από επενδυτικές δραστηριότητες Δάνεια εισπρακτέα που αποπληρώθηκαν |
19(B) | 40 933 | 45 400 |
| Καθαρά μετρητά από επενδυτικές δραστηριότητες | 40.993 | 45.400 | |
| Καθαρή μείωση στα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα Ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα στην αρχή του έτους |
(81) 1.508 |
(3) 1.511 |
|
| Ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα στο τέλος του έτους | 15 | 1.427 | 1.508 |
Οι σημειώσεις στις σελίδες 24 μέχρι 68 αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτών των οικονομικών καταστάσεων.
H Unifast Finance & Investments Public Company Limited (η Εταιρεία) συστάθηκε στην Κύπρο στις 20 Σεπτεμβρίου 1989 σαν εταιρεία περιορισμένης σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 και στις 14 Μαΐου 1999 μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία. Το εγγεγραμμένο γραφείο της είναι στην Οδό Θεμιστοκλή Δέρβη 23, Κτίριο ΣΤΑΔΥΛ, 6° Όροφος, 1066 Λευκωσία.
Οι κύριες δραστηριότητες της Εταιρείας, που δεν έχουν αλλάξει από τον προηγούμενο χρόνο. είναι οι επενδύσεις σε τίτλους δημοσίων εταιρειών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και άλλων εταιρειών και η ανάπτυξη γης και ακινήτων.
Η κυπριακή οικονομία σημείωσε θετική ανάπτυξη το 2017 και το 2018, αφού ξεπέρασε την οικονομική ύφεση των τελευταίων ετών. Σε γενικές γραμμές οι οικονομικές προοπτικές παραμένουν ευνοϊκές, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι ύφεσης από τα ακόμη υψηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων, από τον δείκτη δημόσιου χρέους, καθώς και την ενδεχόμενη επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος της Κύπρου.
Αυτό το λειτουργικό περιβάλλον, έχει επηρεάσει την ικανότητα της Εταιρείας να λάβει νέο δανεισμό ή να αναχρηματοδοτήσει υφιστάμενο δανεισμό με όρους και προϋποθέσεις παρόμοιες με εκείνες που εφαρμόστηκαν σε προηγούμενες συναλλαγές της, την ικανότητα των εμπορικών και άλλων χρεωστών της Εταιρείας να αποπληρώσουν τα οφειλόμενα προς την Εταιρεία ποσά, την ικανότητα της Εταιρείας να πωλήσει τα υπάρχοντα αποθέματα και τις τηροβλέψεις της Διεύθυνσης της Εταιρείας για τις αναμενόμενες ταμειακές ροές αναφορικά με την αξιολόγηση απομείωσης για χρηματοοικονομικά και μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.
Η Διεύθυνση της Εταιρείας έχει αξιολογήσει:
(1) Κατά πόσον οποιεσδήποτε προβλέψεις απομείωσης κρίνονται αναγκαίες για χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αναγνωρίζονται σε αποσβεσμένο κόστος και άλλα εισπρακτέα, με την εξέταση της οικονομικής κατάστασης και των προσπτικών αυτών των περιουσιακών στοιχείων στο τέλος της περιόδου αναφοράς. Οι απομειώσεις για τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αναγνωρίζονται σε αποσβεσμένο κόστος και τα εμπορικά εισπρακτέα προσδιορίζονται με τη χρήση του μοντέλου αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών (ΑΠΖ) που απαιτείται από Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) 9 "Χρηματοοικονομικά Μέσα: Ταξινόμηση και Αποτίμηση". Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2017. οι απομειώσεις για χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αναγνωρίζονται σε αποσβεσμένο κόστος, προσδιορίζονταν με τη χρήση του μοντέλου "προκληθεισών ζημιών" που απαιτείτο από το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο (ΔΛΠ) 39 "Χρηματοπιστωτικά Μέσα: Αναγνώριση και Επιμέτρηση".
Οι οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας έχουν ετοιμαστεί σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ), όπως αυτά υιοθετήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), και τις απαιτήσεις του περί Εταιρειών Νόμου της Κύπρου, Κεφ. 113.
Κατά την ημερομηνία της έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων, όλα τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς που έχουν εκδοθεί από το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (ΣΔΛΠ) και είναι εφαρμόσιμα από την 1 Ιανουαρίου 2018 και σχετίζονται με τις δραστηριότητες της Εταιρείας έχουν υιοθετηθεί από την ΕΕ μέσω της διαδικασίας υιοθέτησης που καθορίστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Οι κυριότερες λογιστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν στην κατάρτιση αυτών των οικονομικών καταστάσεων εκτίθενται πιο κάτω στη Σημείωση 4. Εκτός από τις αλλαγές στις λογιστικές πολιτικές που απορρέουν από την υιοθέτηση του ΔΠΧΑ 9 και του ΔΠΧΑ 15 (βλέπετε Σημείωση 3), οι οποίες ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2018, οι πολιτικές αυτές εφαρμόστηκαν με συνέπεια για όλα τα έτη που παρουσιάζονται, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά (βλέπε Σημειώσεις 3, 4 και 21). Οι βασικές λογιστικές πολιτικές σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα και την αναγνώριση εσόδων που εφαρμόστηκαν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2017 παρουσιάζονται στη Σημείωση 21.
Οι οικονομικές καταστάσεις έχουν καταρτιστεί με βάση την αρχή του ιστορικού κόστους, όπως έχει τροποιηθεί από την αρχική αναγνώριση των χρηματοπιστωτικών μέσων με βάση την δίκαιη αξία, με την επανεκτήμηση σε καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία της γης και την επανεκτίμηση σε δίκαιη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Η κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ απαιτεί τη χρήση ορισμένων σημαντικών λογιστικών εκτιμήσεων και την άσκηση κρίσης από τη Διεύθυνση στη διαδικασία εφαρμογής των λογιστικών πολιτικών της Εταιρείας. Οι τομείς που απαιτούν μεγαλύτερου βαθμού κρίση ή είναι πιο πολύπλοκοι ή τομείς όπου οι παραδοχές και οι υπολογισμοί έχουν σημαντική επίδραση στις οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζονται στη Σημείωση 7.
Στην αξιολόγηση της ικανότητας της Εταιρείας να συνεχιζόμενη δραστηριότητα οι Σύμβουλοι έλαβαν υπόψη τις προθέσεις και την οικονομική κατάσταση της Εταιρείας. Το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2018, η Εταιρεία πραγματοποίησε ζημιά μετά τη φορολογία ύψους €439.548. Στις 31 Δεκεμβρίου 2018 είχε έλλειμμα ιδίων κεφαλαίων ύψους €1.022.629 και υπήρχαν δόσεις και αποπληρωμή δανεισμού ύψους €3.956.441 που εκκρεμούσαν, παράγοντες που υποδεικνύουν την ύπαρξη ουσιαστικής αβεβαιότητας που ενδέχεται να φανερώσει σημαντική αμφιβολία ως προς την ικανότητα της Εταιρείας να συνεχίσει ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα. Ενόψει της αδυναμίας εξυπηρέτησης του δανεισμού με τους υφιστάμενους όρους, η Εταιρεία βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την τράπεζα με σκοπό την αναδιάρθρωση των οφειλομένων αυτών δανείων και διαφοροποίηση των όρων και της μεθόδου αποπληρωμής περιλαμβανομένων και επιμήκυνσης της περιόδου αποπληρωμής.
Επίσης, η εταιρεία Λατομεία Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ μέσω της επιστολής στήριξης της, εξέφρασε την πρόθεση της να παρέχει στην Εταιρεία, εάν χρειαστεί, οικονομική και άλλη βοήθεια ώστε η Εταιρεία να μπορέσει να συνεχίσει τις εργασίες της και να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της όταν προκύπτουν για τους επόμενους 12 μήνες από την ημερομηνία έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων.
Με βάση τα δεδομένα αυτά και νοουμένου ότι θα επιτευχθεί κανοποιητική συμφωνία με την τράπεζα για την αναδιοργάνωση των δανείων της Εταιρείας και συνεπώς εφόσον η τράπεζα και η ιθύνουσα εταιρεία θα εξακολουθούν να παρέχουν οικονομική στήριξη στην Εταιρεία, οι Σύμβουλοι εκτιμούν πως η Εταιρεία θα συνεχίσει ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα και οι οικονομικές καταστάσεις έχουν καταρτιστεί με βάση την αρχή της συνεχιζόμενης δραστηριότητας. Σε αντίθετη περίπτωση, η Εταιρεία δύναται να μην μπορέσει να ρευστοιήσει τα περιουσιακά της στοιχεία και να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της και ως εκ τούτου υπάρχει σημαντική αβεβαιότητα που ενδέχεται να φανερώσει σημαντική αμφιβολία ως προς την ικανότητα της εταιρείας να συνεχίσει ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα. Οι Σύμβουλοι θεωρούν πως η Εταιρεία θα συνεχίσει ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα και οι οικονομικές καταστάσεις έχουν καταρτιστεί με βάση την αρχή της συνεχιζόμενης δραστηριότητας.
Κατά το τρέχον έτος η Εταιρεία υιοθέτησε όλα τα νέα και αναθεωρημένα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) τα οποία σχετίζονται με τις δραστηριότητές της και είναι εφαρμόσιμα για λογιστικές περιόδους που αρχίζουν από την 1 Ιανουαρίου 2018. Η υιοθέτηση αυτή δεν είχε επιφέρει σημαντικές αλλαγές στις λογιστικές της Εταιρείας, με εξαίρεση τα πιο κάτω:
Όπως δίνεται εξήγηση παρακάτω, σύμφωνα με τις διατάξεις της μετάβασης του ΔΠΧΑ 9 και ΔΠΧΑ 15, η Εταιρεία έχει εφαρμόσει την απλοποιημένη προσέγγιση για την υιοθέτηση των προτύπων. Ανάλογα, το ΔΠΧΑ 9 και το ΔΠΧΑ 15 εφαρμόστηκαν χωρίς να έχουν αναπροσαρμοστεί τα συγκριτικά στοιχεία. Τα συγκριτικά στοιχεία τα οποία παραμένουν σύμφωνα με το ΔΛΠ 39 και το ΔΛΠ 18 και οι επιπτώσεις της εφαρμογής έχουν αναγνωριστεί στα κέρδη που παρακρατήθηκαν (και άλλα στοιχεία των ίδιων κεφαλαίων, ανάλογα με την περίπτωση).
Ο πιο κάτω πίνακας συνοψίζει τις επιπτώσεις της υιοθέτησης των νέων προτύπων για κάθε ξεχωριστό στοιχείο του ισολογισμού. Οι αναπροσαρμογές εξηγούνται λεπτομερώς πιο κάτω.
3 (συνέχεια)
| 31 Δεκεμβρίου | 31 ДЕКЕН 30100 | Επίδραση της υιοθέτησης του |
1 Ιανουαρίου 2018 σύμφωνα |
|||
|---|---|---|---|---|---|---|
| 2017 ծրագ παρουσιάστηκε |
2017 σύμφωνα με το ΔΛΠ 18 και |
με το ΔΠΧΑ 15 Kal / 1 XA 9 |
||||
| προηγουμένως | Αναταξινομήσεις1 | TO AAT 391 | ATXA 15 | ATXA 9 | ||
| € | € | ਵ | € | € | € | |
| Χρηματοοικονομικά | ||||||
| στοιχεία σε | - | 1.235.819 | 1235 819 | - | - | - |
| αποσβεσμένο κόστος | ||||||
| Εμπορικά εισπρακτέα | 33.200 | 33.200 | - | 33,200 | ||
| Εμπορικά και άλλα | ||||||
| ειστρακτέα | 1.269.019 | (1.269.019) | - | = | - | - |
| Χρηματοοικονομικά | ||||||
| περιουσιακά στοιχεία | ||||||
| σε δίκαιη αξία μέσω | ||||||
| αποτελεσματων | 4.324 | - | 4.324 | - | 4.394 | |
| Μετρητά και | ||||||
| καταθέσεις στην | ||||||
| τράπεζα | 1.508 | - | 1.508 | = | = | 1.508 |
| Εμπορικοί και άλλοι | ||||||
| πιστωτές | 13.469 | 13.469 | - | - | 18.469 | |
| Δανεισμός | 3.724.346 | - | 3.724.346 | - | - | 3.724.346 |
Η Εταιρεία οικειοθελώς έχει αλλάξει την παρουσίαση ορισμένων ποσών στο συγκριτικό ισολογισμό ότως παρουσιάζεται στον πιο πάνω πίνακα για να αντικατοπτρίζει την ορολογία του ΔΠΧΑ 15 και του ΔΠΧΑ 9.
Το ΔΠΧΑ 9 "Χρηματοοικονομικά μέσα" αντικαθιστά τις προβλέψεις του ΔΛΠ 39 που αφορούν την αναγνώριση και την παύση αναγνώρισης των χρηματοοικονομικών μέσων και την ταξινόμηση και επιμέτρηση των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και των χρηματοοικονομικών περιουσιακών υποχρεώσεων. Το ΔΠΧΑ 9 εισάγει περαιτέρω καινούργιες αρχές για τη λογιστική αντιστάθμισης κινδύνου και ένα νέο μοντέλο απομείωσης μελλοντικής απόδοσης για χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.
Το καινούργιο πρότυπο απαιτεί τα χρεόγραφα χρηματοοικονομικών στοιχείων να ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες επιμέτρησης: αυτά που θα επιμετρούνται μετέπειτα σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων ή μέσω των αποτελεσμάτων και αυτά που θα επιμετρούνται μετέπειτα σε αποσβεσμένο κόστος. Ο προσδιορισμός γίνεται κατά το στάδιο της αρχικής αναγνώρισης. Για τα χρεόγραφα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία η ταξινόμηση εξαρτάται από το επιχειρηματικό μοντέλο της οικονομικής οντότητας διαχείρισης των χρηματοοικονομικών μέσων της και των χαρακτηριστικών ταμειακών ροών των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Για τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία επενδύσεων σε μετοχικούς τίτλους η ταξινόμηση αυτών εξαρτάται από τις προθέσεις της οικονομικής οντότητας και τον προσδιορισμό.
Υιοθέτηση καινούργιων ή αναθεωρημένων πρότυπων και διερμηνειών (συνέχεια)
Συγκεκριμένα, τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που διατηρούνται στο πλαίσιο ενός επιχειρηματικού μοντέλου, στόχος του οποίου είναι η διακράτηση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων με σκοπό την είσπραξη συμβατικών ροών, και βάσει των συμβατικών όρων που διέπουν το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο, δημιουργούνται σε συγκεκριμένες ημερομηνίες ταμειακές ροές που συνίστανται αποκλειστικά σε αποπληρωμή κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου επιμετρούνται στο αποσβεσμένο κόστος. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που διατηρούνται στο πλαίσιο ενός επιχειρηματικού μοντέλου του οποίου ο στόχος επιτυγχάνεται τόσο με την είσπραξη συμβατικών ταμειακών ροών όσο και με την πώληση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, και βάσει των συμβατικών όρων που διέπουν το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο, δημιουργούνται σε συγκεκριμένες ημερομηνίες ταμειακές ροές που συνίστανται αποκλειστικά σε αποπληρωμή κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων. Τέλος, τα περιουσιακά στοιχεία που δεν πληρούν τα κριτήρια για αποσβεσμένο κόστος ή δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων, επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων. Για τις επενδύσεις σε μετοχικούς τίτλους οι οποίες δεν κατέχονται για εμπορία, η ταξινόμηση εξαρτάται από το αν η οικονομική οντότητα επέλεξε αμετάκλητα κατά την αρχική αναγνώριση να επιμετρά τις συγκεκριμένες σε μετοχικούς τίτλους σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων.
Εάν δεν έχουν πραγματοποιηθεί τέτοιες επιλογές ή εάν οι επενδύσεις σε μετοχικούς τίτλους κατέχονται προς εμπορία, απαιτείται να επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Το ΔΠΧΑ 9 εισάγει επίσης ένα ενιαίο μοντέλο για την αναγνώριση των ζημιών απομείωσης που εφαρμόζεται σε χρεόγραφα τα οποία επιμετρούνται σε αποσβεσμένο κόστος και σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων και καταργεί την αρχής της υφιστάμενης ζημιάς που απαιτούσε την ενεργοποίηση ενός συμβάντος για την αναγνώριση των ζημιών απομείωσης. Το νέο μοντέλο απομείωσης σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 απαιτεί την αναγνώριση των αποζημιώσεων για επισφαλείς απαιτήσεις με βάση τις αναμενόμενες πιστωτικές ζημιές (ΑΠΖ) αντί για τις πιστωτικές ζημές (ΠΖ) που απορρέουν από το ΔΛΠ 39. Το πρότυπο επιπλέον εισάγει μια απλοποιημένη προσέγγιση για τον υπολογισμό της απομείωσης των εμπορικών ειστηρακτέων, των συμβατικών περιουσιακών στοιχείων και των αποίησεων από μισθώσεις, τα οποία εμπίπτουν επίσης στο πεδίο εφαρμογής της απομείωσης του ΔΠΧΑ 9.
Για τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις, το πρότυπο διατηρεί τις περισσότερες από τις απαιτήσεις του ΔΛΠ 39. Η κύρια αλλαγή είναι ότι στην περίπτωση που εφαρμόζεται η επιλογή της δίκαιης αξίας για τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις, το μέρος της μεταβολής της δίκαιης αξίας το οποίο προκύπτει λόγω του πιστωτικού κινδύνου της οικονομικής οντότητας αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά εισοδήματα αντί μέσω των αποτελεσμάτων, εκτός αν αυτό δημιουργεί λογιστική αντιστοιχία.
Με την εισαγωγή του ΔΠΧΑ 9 "Χρηματοοικονομικά μέσα", το ΣΔΛΠ επιβεβαίωσε ότι τα κέρδη ή οι ζημές που προκύπτουν από την τροποποίηση των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη διαγραφή τους, αναγνωρίζονται μέσω των αποτελεσμάτων.
Υιοθέτηση καινούργιων ή αναθεωρημένων πρότυπων και διερμηνειών (συνέχεια)
Η Εταιρεία υιοθέτησε το ΔΠΧΑ 9 με μεταβατική ημερομηνία την 1 Ιανουαρίου 2018, που οδήγησε σε αλλαγές στις λογιστικές πολιτικές για την αναγνώριση, ταξινόμηση και επιμέτρηση των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων και στην απομείωση των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.
Οι νέες λογιστικές πολιτικές της Εταιρείας ως αποτέλεσμα της υιοθέτησης του ΔΠΧΑ 9 την 1 Ιανουαρίου 2018 παρουσιάζονται στη Σημείωση 4.
Σύμφωνα με τις πρόνοιες μετάβασης του ΔΠΧΑ 9, η Εταιρεία επέλεξε την απλοποιημένη προσέγγιση μετάβασης για την εφαρμογή του νέου προτύπου. Αναλόγως, η οποιαδήποτε διαφορά που θα πρόκυπτε από την μετάβαση στο ΔΠΧΑ 9 θα αναγνωριζόταν την 1η Ιανουαρίου 2018 ως αναπροσαρμογή στις συσσωρευμένες ζημιές στην αρχή του χρόνου (ή σε άλλα στοιχεία των ίδιων κεφαλαίων, ανάλογα με την περίπτωση). Παρ' όλα αυτά δεν υπήρχε τέτοια διαφορά για την Εταιρεία. Σύμφωνα με την μέθοδο μετάβασης που αποφασίστηκε από την Εταιρεία για την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9, τα συγκριτικά στοιχεία δεν έχουν αναπροσαρμοστεί και παρουσιάζονται με βάση τις προηγούμενες πολιτικές που συμμορφώνονται με το ΔΛΠ 39. Κατά συνέπεια, οι αναθεωρημένες απαιτήσεις του ΔΠΧΑ 7 "Χρηματοοικονομικά μέσα: Γνωστοποιήσεις" έχουν εφαρμοστεί μόνο στην τρέχουσα περίοδο. Οι γνωστοποιήσεις της συγκριτικής περιόδου επαναλαμβάνουν αυτές τις γνωστοποιήσεις που έγιναν κατά το προηγούμενο έτος.
Όσο αφορά τα χρηματοοικομικά περιουσιακά στοιχεία που κατείχε η Εταιρεία την 1η Ιανουαρίου 2018, η Διεύθυνση αξιολόγησε τα επιχειρηματικά μοντέλα που ισχύουν για τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και κατά πόσο οι συμβατικές ταμειακές ροές συνίστανται προϋπόθεση αποκλειστικά σε αποπληρωμή κεφαλαίου και τόκων (ΑΠΚΤ). Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε ξεχωριστή αξιολόγηση των μετοχικών τίτλων που κατείχε η Εταιρεία, για να διαπιστωθεί εάν διακρατούνται για εμπορία ή όχι. Ως αποτέλεσμα των δύο αξιολογήσεων, η Διεύθυνση ταξινόμησε τα εμπορικά και άλλα εισπρακτέα (κάτω από το ΔΛΠ 39) και τις επενδύσεις σε μετοχικούς τίτλους στις κατάλληλες κατηγορίες με βάση το ΔΠΧΑ 9.
Ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του ΔΠΧΑ 9, η Εταιρεία αναθεώρησε τη μεθοδολογία απομείωσης για κάθε κατηγορία περιουσιακών στοιχείων με βάση τις νέες απαιτήσεις απομείωσης. Από την 1η Ιανουαρίου 2018, η Εταιρεία αξιολογεί σε μελλοντική βάση τις αναμενόμενες πιστωτικές ζημιές που σχετίζονται με τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αναγνωρίζονται σε αποσβεσμένο κόστος και σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων, ταμειακά διαθέσιμα και τραπεζικές καταθέσεις με αρχική ημερομηνία λήξης πέρα των τριών και δανειακές δεσμεύσεις και χρηματοοικονομικές εγγυήσεις. Η μεθοδολογία απομείωσης που εφαρμόστηκε εξαρτάται από το εάν υπήρξε σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου και κατά πόσο τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται ως χαμηλού πιστωτικού κινδύνου, κατά πόσο η απλουστευμένη μεθοδολογία είναι εφαρμόσιμη και κατά πόσο τα συμβαλλόμενα μέρη είναι συγγενικά.
Η Εταιρεία έχει τους πιο κάτω τύπους περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται στο νέο μοντέλο των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών του ΔΠΧΑ 9: εμπορικά εισπρακτέα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος, ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα.
Η Εταιρεία υιοθέτησε το απλοποιημένο μοντέλο αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών για τα εμπορικά εισπρακτέα και τα άλλα εισπρακτέα, όπως απαιτείται από το ΔΠΧΑ 9, παράγραφος 5.5.15 και το γενικό μοντέλο αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών για τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος, ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα.
Με βάση την αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε από τη Διεύθυνση, δεν υπήρχε επιπρόσθετη ζημιά απομείωσης την 1η Ιανουαρίου 2018. Αναλόγως, δεν υπήρχαν επιπτώσεις της εφαρμογής του ΔΠΧΑ 9 στα συσσωρευμένα κέρδη της Εταιρείας την 1η Ιανουαρίου 2018, καθαρά από αναβαλλόμενη φορολογία.
Ο πιο κάτω πίνακας συμφιλιώνει τη λογιστική αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων από τις προηγούμενες κατηγορίες επιμέτρησης τους με βάση το ΔΛΠ 39 στις νέες κατηγορίες επιμέτρησης τους κατά τη μεταβίβαση στο ΔΠΧΑ 9 την 1η Ιανουαρίου 2018.
| Κατηγορία Επιμέτρησης | Λογιστική αξία σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 (αρχικό υπόλοιπο την 1 Ιανουαρίου |
Επίδραση ATXAS Επαναμέτρηση |
Λογιστική αξία σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 (αρχικό υπόλοιπο στην 1 Ιανουαρίου |
||
|---|---|---|---|---|---|
| Επενδύσεις σε μετοχικούς | AVAIL 39 | ATXA 9 | 2018)* ਵ |
A 174 는 |
2018)* € |
| ΤΊΤΑΟυς | |||||
| Επμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των |
Επιμετρούμενα στην εύλοψη αξία μέσω των αποτελεσμάτων |
||||
| Εισηγμένοι μετοχικοί τίτλοι | αποτελεσμάτων | (UTTOXPEWTIKA) Επιμετρούμενα |
1.120 | 1.120 | |
| Επιμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των |
στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων |
||||
| Μη εισηγμένοι μετοχικοί τίτλοι | αποτελεσμάτων | (UTTOXDEWIKA) | 3.204 | 3.704 | |
| Σύνολο επενδύσεων σε | |||||
| μετοχικούς πίτλους | 4.3042 | 4.3492 | |||
| Άλλα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία |
|||||
| Δάνεια και | Επιμετρούμενα στο αποσβεσμένο |
||||
| Εμπορικά εισπρακτέα | ειστέρακτέα | κόστος - Εμπορικά Εισπρακτέα Επιμετρούμενα στο |
33.200 | 33.700 | |
| Δάνεια εισπρακτέα | Δάνεια και ειστηραικτέα |
αποσβεσμένο ΚΌΟΤΟς Επιμετρούμενα στο |
1.235.614 | 1235614 | |
| Δάνεια και | αποσβεσμένο | ||||
| Αλλα εισπρακτέα | ειστηρακτέα | κόστος Επμετρούμενα στο |
205 | : | 205 |
| Ταμειακά Διαθέσιμα και Ισοδύναμα |
Δάνεια και εισπρακτέα |
αποσβεσμένο ΚΌΟΤΟς |
1.508 | 1.508 | |
| Σύνολο άλλων χρηματοοικονομικών |
|||||
| περιουσιακών στοιχείων | 1.270.527 | 1.270.527 | |||
| Χρηματοοικονομικές υποχρεώσεκς |
Κατηγορία Επιμέτρησης | Λογιστική αξία σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 (αρχικό υπόλοιπο στην 1 Ιανουαρίου 2018)* e |
Επίδραση ATXAS Επαναμέτρηση ATTA 6 |
Λογιστική αξία σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 (αρχικό υπόλοιπο στην 1 Ιανουαρίου 2018) 는 |
|
|---|---|---|---|---|---|
| Επιμετρούμμενα Επιμετρούμενα | |||||
| Δανεισμός | OTTO αποσβεσμένο κόστος Επιμετρούμμενα OTO |
OTO αποσβεσμένο κόστος Επιμετρούμενα OTO |
3 724 346 | 3.724.346 | |
| Εμπορικοί και άλλοι ΤΥΙΟΤΏΤΈς |
αποσβεσμένο κόστος |
αποσβεσμένο κόστος |
13.469 | 13.489 | |
| Σύνολο χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων |
3 87 87 31 5 | 3.737.815 | |||
Μετοχικοί τίτλοι – αν αυτοί είναι διακρατούμενοι για εμπορία απαιτείται να κατέχονται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων με βάση το ΔΠΧΑ 9. Ως αποτέλεσμα, δεν υπήρχε επίδραση στα ποσά που αναγνωρίστηκαν σε σχέση με τις επενδύσεις σε μετοχικούς τίτλους διακρατούμενες για εμπορία και που προηγουμένως ήταν ταξινομημένες ως χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, από την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9. Με βάση το ΔΛΠ 39, μετοχικοί τίτλοι που έχουν προσδιοριστεί σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων κατά την αρχική αναγνώρισή τους, ήταν αυτοί που διαχειρίζονταν και η απόδοση τους αξιολογείτο με βάση τη δίκαιη αξία, σύμφωνα με την καταγεγραμμένη επενδυτική πολιτική της Εταιρείας. Πληροφορίες για αυτά τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία δίνονται εσωτερικά σε βάση δίκαιης αξίας στο κυρίως διευθυντικό προσωπικό της Εταιρείας. Με βάση το ΔΠΧΑ 9, οι επενδύσεις σε μετοχικούς τίτλους επιμετρούνται πάντα σε δίκαιη αξία, έτσι ως αποτέλεσμα δεν υπήρχε επίδραση από την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9.
Δανεισμός:
Με βάση το ΔΠΧΑ 9, όλα τα κέρδη ή ζημίες που προκύπτουν από τις τροποποιήσεις δανείων και που δεν κατέληξαν σε διαγραφή πρέπει να αναγνωρίζονται μέσω των αποτελεσμάτων. Προηγουμένως, με βάση το ΔΛΠ 39, η διαφορά που προέκυπτε από τις τροποποιήσεις αναγνωριζόταν με βάση το αναθεωρημένο πραγματικό επιτόκιο και αποσβενόταν ανάλογα. Η Εταιρεία αξιολόγησε την πιο πάνω επίδραση στα υπόλοιπα των δανείων που υπήρχαν κατά την ημερομηνία εφαρμογής του ΔΠΧΑ 9 και αναθεώρησε τα υπόλοιπα των δανείων κατά την 1η Ιανουαρίου 2018. Με βάση την αξιολόγηση που πραγματοποίησε η Διεύθυνση, ο αντίκτυπος από την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9 δεν είχε επίδραση στα δανειακά υπόλοιπα κατά την 1η Ιανουαρίου 2018.
Άλλα χρηματοοικονομικά μέσα:
Για όλα τα υπόλοιπα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία η Διεύθυνση αξιολόγησε ότι το επιχειρηματικό μοντέλο της Εταιρείας για την διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων είναι "διακράτηση για είστηραξη" και αυτά τα περιουσιακά στοιχεία πληρούν τις προϋποθέσεις αποκλειστικά για αποπληρωμή κεφαλαίων και τόκων (ΑΠΚΤ). Ως αποτέλεσμα, όλα τα άλλα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ταξινομήθηκαν ως χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος και αναταξινομήθηκαν από την κατηγορία "Δάνεια και Εισπρακτέα" με βάση το ΔΛΠ 39, το οποίο "αποσύρθηκε". Προηγουμένως, με βάση το ΔΛΠ 39 αυτά τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία επιμετρούνταν σε αποσβεσμένο κόστος. Επομένως, δεν υπήρχε επίδραση από την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9 την 1 Ιανουαρίου 2018.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2017, όλες οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις της Εταιρείας αναγνωρίζονταν σε αποσβεσμένο κόστος. Από την 1 Ιανουαρίου 2018, οι χρηματοοκονομικές υποχρεώσεις της Εταιρείας συνέχισαν να ταξινομούνται σε αποσβεσμένο κόστος.
Η αξιολόγηση του αντίκτυπου της εφαρμογής του ΔΠΧΑ 9 στις λογιστικές της Εταιρείας , απαιτεί από τη Διεύθυνση να κάνει ορισμένες σημαντικές εκτιμήσεις κατά τη διαδικασία εφαρμογής του νέου προτύπου. Οι εκτιμήσεις που είχαν τον πιο σημαντικό αντίκτυπο στις αποφάσεις της Διεύθυνσης παρουσιάζονται στη Σημείωση 7.
Το ΔΠΧΑ 15 "Έσοδα από συμβάσεις με πελάτες" και σχετικές τροποιήσεις αντικαθιστούν το ΔΛΠ 18 "Έσοδα", το ΔΛΠ 11 "Συμβάσεις κατασκευής" και σχετικές ερμηνείες. Το νέο πρότυπο αντικαθιστά τα ξεχωριστά μοντέλα για την αναγνώριση των εισοδημάτων από πωλήσεις προϊόντων, υπηρεσιών και κατασκευαστικών συμβάσεων με βάση τα προηγούμενα ΔΠΧΑ και καθιερώνει ενιαίες απαιτήσεις σχετικά με τη φύση, το ποσό και το χρονοδιάγραμμα αναγνώρισης των εσόδων. Το ΔΠΧΑ15 εισάγει τη βασική αρχή ότι τα έσοδα πρέπει να αναγνωρίζονται με τέτοιο τρόπο που να απεικονίζουν τη μεταφορά αγαθών και υπηρεσιών σε πελάτες και να αντικατοπτρίζουν το αντίτιμο το οποίο η Εταιρεία εκτιμά ότι δικαιούται έναντι της μεταφοράς αυτών των αγαθών ή υπηρεσιών στον πελάτη, την τιμή συναλλαγής.
Το νέο πρότυπο παραθέτει ένα μοντέλο 5 σταδίων βασισμένο σε αρχές που πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις κατηγορίες συμβάσεων με πελάτες. Τα πακέτα αγαθών ή υπηρεσιών πρέπει να αξιολογούνται κατά πόσο περιλαμβάνουν μία ή περισσότερες υποχρεώσεις εκτέλεσης (διακριτές υποσχέσεις παράδοσης αγαθών ή υπηρεσιών). Ξεχωριστές υποχρεώσεις εκτέλεσης πρέπει να αναγνωρίζονται και να λογίζονται ξεχωριστά και τυχόν εκπτώσεις ή επιστροφές επί της τιμής της σύμβασης πρέπει γενικά να κατανέμονται στα επιμέρους στοιχεία.
Το ΔΠΧΑ 15 παραχωρεί επιπλέον καθοδήγηση στην επιμέτρηση των εισοδημάτων που προκύπτουν από συμβάσεις με μεταβλητό αντάλλαγμα λόγω εκπτώσεων, επιδοτήσεων τιμής, αποστολών αποθεμάτων κλπ. Σύμφωνα με το νέο πρότυπο, όταν η τιμή συναλλαγής ποικίλει, η Εταιρεία συμπεριλαμβάνει στην τιμή συναλλαγής μέρος ή όλο το ποσό του μεταβλητού ανταλλάγματος μόνο στον βαθμό στον οποίο υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να μην προκύψει σημαντική αναστροφή στο ποσό του συσσωρευμένου εσόδου που έχει αναγνωριστεί όταν εξαλειφθεί στη συνέχεια η αβεβαιότητα που σχετίζεται με το μεταβλητό αντάλλαγμα. Επιπλέον, επαυξητικά κόστα που έχει επωμιστεί η οικονομική οντότητα για την εξασφάλιση μιας σύμβασης με πελάτη κεφαλαιοποιούνται και αναγνωρίζονται σαν περιουσιακό στοιχείο και στην συνέχεια αποσβένεται σε συστηματική βάση η οποία συνάδει με τη μεταβίβαση στον πελάτη των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οποία σχετίζεται.
Οι τροποιήσεις του ΔΠΧΑ 15 διευκρινίζουν πώς να προσδιοριστεί μια υποχρέωση εκτέλεσης σε μια σύμβαση, πώς να καθοριστεί εάν μια εταιρεία λειτουργεί ως εντολέας (ο παροχών ενός αγαθού ή υπηρεσίας), ή ένας εντολοδόχος (υπεύθυνος για τη διευθέτηση της παροχής του αγαθού ή της υπηρεσίας) και πώς να καθοριστεί εάν τα έσοδα από τη χορήγηση μιας άδειας θα πρέπει να αναγνωρίζονται σε ένα χρονικό σημείο ή με την πάροδο του χρόνου. Εκτός από τις διευκρινίσεις, οι τροποποιήσεις περιλαμβάνουν δύο επιπλέον ελαφρύνσεις για τη μείωση του κόστους και της πολυπλοκότητας για μια εταιρεία όταν εφαρμόζει για πρώτη φορά το νέο Πρότυπο.
Οι νέες λογιστικές πολιτικές της Εταιρείας μετά από την εφαρμογή του ΔΠΧΑ την 1η Ιανουαρίου 2018 παρουσιάζονται πιο κάτω στη Σημείωση 4.
Σε σχέση με τις πρόνοιες της μετάβασης του ΔΠΧΑ 15, η Εταιρεία επέλεξε την απλοποιημένη προσέγγιση μετάβασης του νέου προτύπου. Επομένως, η σωρευτική επίδραση της αρχικής εφαρμογής του ΔΠΧΑ 15 αναγνωρίζεται αναδρομικά κατά την ημερομηνία αρχικής εφαρμογής, ως αναπροσαρμογή στις αρχικές συσσωρευμένες ζημιές, απευθείας στα ίδια κεφάλαια.
Σύμφωνα με την μεταβατική μέθοδο που επέλεξε η Εταιρεία για την υλοποίηση του ΔΠΧΑ 15, τα συγκριτικά στοιχεία δεν έχουν αναθεωρηθεί αλλά παρουσιάζονται με βάση τις προηγούμενες πολιτικές που συμμορφώνονται με το ΔΛΠ 18 και ΔΛΠ 11 και τις σχετικές τροποποιήσεις.
Με βάση τη λεπτομερή ανάλυση των εισοδηματικών ροών της Εταιρείας και των ξεχωριστών όρων των συμβάσεων και στη βάση των δεδομένων και των περιστάσεων που σχετίζονται με τις εισοδηματικές συναλλαγές της Εταιρείας, δεν υπήρχε σημαντική επίδραση της εφαρμογής του ΔΠΧΑ 15 την 1η Ιανουαρίου 2018 στις κατηγορίες Εμπορικών εισπρακτέων, Εμπορικών και άλλων πιστωτών και κόστος πωλήσεων.
Οι κυριότερες λογιστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν στην κατάρτιση αυτών των οικονομικών καταστάσεων εκτίθενται πιο κάτω. Εκτός από τις αλλαγές στις λογιστικές πολιτικές που απορρέουν από την υιοθέτηση του ΔΠΧΑ 9 και του ΔΠΧΑ 15, οι οποίες ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2018, οι πολιτικές αυτές εφαρμόστηκαν με συνέπεια για όλα τα έτη που παρουσιάζονται, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά. Οι βασικές λογιστικές σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα και την αναγνώριση εσόδων που εφαρμόστηκαν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2017 παρουσιάζονται στη Σημείωση 21.
Το εισόδημα αντιπροσωπεύει το ποσό που αντανακλά το αντάλλαγμα που η Εταιρεία εκτιμά ότι δικαιούται έναντι της μεταβίβασης των υποσχόμενων αγαθών ή υπηρεσιών στον πελάτη, εκτός από ποσά που εισπράχθηκαν εκ μέρους τρίτων ( για παράδειγμα, φορολογία προστιθέμενης αξίας), η τιμή συναλλαγής. Η Εταιρεία περιλαμβάνει στην τιμή συναλλαγής ένα ποσό μεταβλητού ανταλλάγματος ως αποτέλεσμα επιστροφών/εκπτώσεων μόνο στον βαθμό στον οποίο υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να μην προκύψει σημαντική αναστροφή στο ποσό του συσσωρευμένου εσόδου που έχει αναγνωριστεί όταν εξαλειφθεί στη συνέχεια η αβεβαιότητα που σχετίζεται με το μεταβλητό αντάλλαγμα.
Οι εκτιμήσεις για τις επιστροφές και εκπτώσεις βασίζονται στην εμπειρία της Εταιρείας με παρόμοια συμβόλαια και προβλεπόμενες πωλήσεις στους πελάτες.
Η Εταιρεία αναγνωρίζει τα εισοδήματα όταν τα μέρη έχουν εγκρίνει τη σύμβαση ( γραπτώς, προφορικά ή σύμφωνα με άλλες συνήθης επιχειρηματικές πρακτικές) και έχουν δεσμευτεί να εκτελέσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους, η οικονομική οντότητα μπορεί να προσδιορίσει τα δικαιώματα κάθε μέρους αναφορικά με τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πρόκειται να μεταβιβαστούν, η οικονομική οντότητα μπορεί να προσδιορίσει τους όρους πληρωμής για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πρόκειται να μεταβιβαστούν, η σύμβαση έχει εμπορική υπόσταση (ήτοι ο κίνδυνος, ο χρόνος ή το ποσό των μελλοντικών ταμειακών ροών της οικονομικής οντότητας αναμένεται να μεταβληθούν ως αποτέλεσμα της σύμβασης) και είναι πιθανό η οικονομική οντότητα να εισπράξει το αντάλλαγμα που δικαιούται έναντι των αγαθών και υπηρεσιών που θα μεταβιβαστούν στον πελάτη και όταν συγκεκριμένα κριτήρια πληρούνται για κάθε μία από τις συμβάσεις της Εταιρείας με πελάτες.
Η Εταιρεία βασίζει τις εκτιμήσεις της σε ιστορικά αποτελέσματα λαμβάνοντας υπόψη το είδος του πελάτη, το είδος της συναλλαγής και τις ιδιαιτερότητες της κάθε συμφωνίας. Προκειμένου να εκτιμήσει πόσο πιθανό είναι να εισπραχθεί ένα ποσό ανταλλάγματος, η οικονομική οντότητα εξετάζει μόνο την ικανότητα και την πρόθεση του πελάτη να καταβάλει το ποσό του ανταλλάγματος όταν αυτό καταστεί απαιτητό.
Οι εκτιμήσεις των εισοδημάτων, των κόστων ή της προόδου προς την πλήρη εκπλήρωση της υποχρέωσης εκτέλεσης αναθεωρούνται σε περίπτωση αλλαγής των συνθηκών.
Οποιεσδήποτε αυξήσεις ή μειώσεις που μπορεί να προκύψουν στις εκτιμήσεις απεικονίζονται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων κατά την περίοδο στην οποία οι περιστάσεις που οδήγησαν στην αναθεώρηση γίνονται γνωστές στη διοίκηση.
Η Εταιρεία αξιολογεί κατά πόσο οι συμβάσεις που αφορούν την παροχή μιας σειράς αγαθών ή/και υπηρεσιών περιέχουν μία ή περισσότερες υποχρεώσεις εκτέλεσης (ξεχωριστές υποσχέσεις εκτέλεσης μιας υπηρεσίας) και κατανέμουν την τιμή συναλλαγής σε κάθε υποχρέωση εκτέλεσης που προσδιορίζεται βάσει της αυτόνομης τιμής πώλησης. Ένα αγαθό ή μια υπηρεσία που η Εταιρεία την έχει υποσχεθεί σε έναν πελάτη είναι ξεχωριστή εάν ο πελάτης μπορεί να επωφεληθεί από το αγαθό ή την υπηρεσία, είτε μεμονωμένα είτε από κοινού με άλλους πόρους οι οποίοι είναι άμεσα διαθέσιμοι στον πελάτη (δηλαδή το αγαθό ή η υπηρεσία έχει τη δυνατότητα να είναι διακριτό) και η υπόσχεση της Εταιρείας να μεταβιβάσει το αγαθό ή την υπηρεσία στον πελάτη μπορεί να προσδιοριστεί χωριστά από άλλες υποσχέσεις που περιέχονται στη σύμβαση (δηλαδή το αγαθό ή η υπηρεσία είναι διακριτό στο πλαίσιο της σύμβασης).
Τα εισοδήματα αναγνωρίζονται όταν ο έλεγχος από την ιδιοκτησία μεταβιβαστεί στον πελάτη. Οι ιδιοκτησίες γενικά δεν έχουν εναλλακτική χρήση για την Εταιρεία λόγω συμβατικών περιορισμών. Ωστόσο, δεν προκύπτει εκτελεστό δικαίωμα για πληρωμή μέχρις ότου ο νομικός τίτλος μεταβιβαστεί στον πελάτη. Επομένως, τα εισοδήματα αναγνωρίζονται την χρονική στιγμή όπου ο νομικός τίτλος έχει μεταβιβαστεί στον πελάτη.
Τα εισοδήματα επιμετρούνται στη τιμή συναλλαγής που συμφωνήθηκε στη σύμβαση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αντιπαροχή οφείλεται όταν ο νομικός τίτλος μεταβιβαστεί. Παρόλο που όροι αναβαλλόμενης πληρωμής μπορεί να συμφωνηθούν σε σπάνιες καταστάσεις, η αναβολή ποτέ δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες. Η τιμή συναλλαγής επομένως δεν αναπροσαρμόζεται για τις επιδράσεις ενός σημαντικού σκέλους χρηματοδότησης.
Η Εταιρεία δεν έχει σημαντικές συμβάσεις όπου η περίοδος μεταξύ της μεταβίβασης των υποσχόμενων αγαθών ή υπηρεσιών στον πελάτη και η πληρωμή από τον πελάτη υπερβαίνει τον ένα χρόνο. Ως αποτέλεσμα, η Εταιρεία επιλέγει να χρησιμοποιήσει την πρακτική λύση και δεν αναπροσαρμόζει οποιεσδήποτε από τις τιμές συναλλαγής για την πάροδο του χρόνου.
Στην περίπτωση που οι υπηρεσίες που παραχωρεί η Εταιρεία κατά την ημερομηνία αναφοράς υπερβαίνουν τις πληρωμές που έγιναν από τον πελάτη κατά την ημερομηνία αυτή και η Εταιρεία δεν έχει το άνευ όρων δικαίωμα να χρεώσει τον πελάτη για τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν, τότε αναγνωρίζεται ένα συμβατικό περιουσιακό στοιχείο. Η Εταιρεία αξιολογεί το συμβατικό περιουσιακό στοιχείο για απομείωση σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 χρησιμοποιώντας την απλοποιημένη μέθοδο που επιτρέπει το ΔΠΧΑ 9 η οποία απαιτεί όπως οι αναμενόμενες ζημιές κατά τη διάρκεια ζωής να αναγνωρίζονται κατά την αρχική αναγνώριση του συμβατικού τεριουσιακού στοιχείου. Η απομείωση του συμβατικού στοιχείου επιμετρείται, παρουσιάζεται και γνωστοποιείται στη ίδια βάση όπως ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο που εμπίπτει στο φάσμα του ΔΠΧΑ 9. Εάν οι πληρωμές που έγιναν από ένα πελάτη υπερβαίνουν τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν κάτω από τη σχετική σύμβαση, μια συμβατική υποχρέωση αναγνωρίζεται. Η Εταιρεία αναγνωρίζει οποιαδήποτε άνευ όρων δικαιώματα στην αντιπαροχή ξεχωριστά από τα συμβατικά περιουσιακά στοιχεία, ως εμπορικά ειστρακτέα επειδή μόνο η πάροδος του χρόνου απαιτείται πριν να γίνει οφειλόμενη μια πληρωμή.
Τα συμβατικά περιουσιακά στοιχεία διαγράφονται όταν δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης. Οι δείκτες ότι δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία είσπραξης περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την αποτυχία ενός οφειλέτη να συμμετάσχει σε σχέδιο αποπληρωμής με την Εταιρεία και την αποτυχία να καταβάλει συμβατικές πληρωμές για περίοδο μεγαλύτερη των 180 ημερών λόγω καθυστέρησης.
Μετατροπή ξένου νομίσματος
Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας αποτιμούνται χρησιμοποιώντας το νόμισμα του κύριου οικονομικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λειτουργεί η Εταιρεία ("το νόμισμα λειτουργίας"). Οι οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζονται σε Ευρώ (€), το οποίο είναι το νόμισμα λειτουργίας και παρουσίασης της Εταιρείας.
Συναλλαγές σε ξένο νόμισμα καταχωρούνται στο νόμισμα λειτουργίας με βάση τις τιμές συναλλάγματος που ισχύουν την ημερομηνία της συναλλαγής ή της εκτίμησης όταν τα στοιχεία επανεκτιμούνται. Συναλλαγματικά κέρδη και ζημιές που προκύπτουν από την εξόφληση τέτοιων συναλλαγών και από τη μετατροπή με τη συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει στο τέλος του έτους χρηματικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που είναι σε ξένα νομίσματα αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές.
Η φορολογία αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές εκτός στην έκταση που σχετίζεται με στοιχεία που αναγνωρίζονται στα άλλα συνολικά εισοδήματα ή απ' ευθείας στα ίδια κεφάλαια. Στην περίπτωση αυτή, η φορολογία αναγνωρίζεται επίσης στα άλλα συνολικά εισοδήματα ή απ' ευθείας στα ίδια κεφάλαια, αντίστοιχα.
Η τρέχουσα χρέωση φορολογίας υπολογίζεται με βάση τη φορολογική νομοθεσία που έχει θεσπιστεί ή ουσιαστικά θεσπιστεί κατά την ημερομηνία του ισολογισμού στη χώρα όπου η Εταιρεία δραστηριοποιείται και δημιουργεί φορολογητέο εισόδημα. Η Διεύθυνση αξιολογεί περιοδικά τις θέσεις που λαμβάνονται σε φορολογικές δηλώσεις σε σχέση με καταστάσεις όπου η εφαρμοσθείσα φορολογική νομοθεσία υπόκειται σε ερμηνεία. Εάν η εφαρμοσθείσα φορολογική νομοθεσία υπόκειται σε ερμηνεία, καθορίζεται πρόβλεψη όπου είναι κατάλληλο με βάση τα ποσά που υπολογίζεται να πληρωθούν στις φορολογικές αρχές.
Η αναβαλλόμενη φορολογία αναγνωρίζεται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο υποχρέωσης πάνω στις προσωρινές διαφορές που προκύπτουν μεταξύ της φορολογικής βάσης των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων και της λογιστικής τους αξίας στις οικονομικές καταστάσεις. Εντούτοις, η αναβαλλόμενη φορολογία δεν λογίζεται εάν προκύπτει από αρχική αναγνώριση ενός περιουσιακού στοιχείου ή υποχρέωσης σε μια συναλλαγή εκτός από συνένωση επιχειρήσεων, η οποία κατά τη στιγμή της συναλλαγής δεν επηρεάζει ούτε τα λογιστικά ούτε τα φορολογητέα κέρδη ή ζημιές. Η αναβαλλόμενη φορολογία καθορίζεται χρησιμοποιώντας φορολογικούς συντελεστές και νομοθεσίες που έχουν θεστιστεί ή ουσιαστικά θεσπιστεί μέχρι την ημερομηνία του ισολογισμού και αναμένεται ότι θα ισχύουν όταν η σχετική αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση εκποιηθεί ή όταν η αναβαλλόμενη φορολογική υποχρέωση διακανονιστεί.
Αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις αναγνωρίζονται μόνο στην έκταση που είναι πιθανόν ότι μελλοντικά φορολογητέα κέρδη θα είναι διαθέσιμα έναντι των οποίων οι προσωρινές διαφορές μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις συμψηφίζονται όταν υπάρχει νομικά ισχυρό δικαίωμα συμψηφισμού τρεχόντων φορολογικών απαιτήσεων με τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις και όταν οι αναβαλλόμενοι φόροι σχετίζονται με φόρο εισοδήματος που χρεώνεται από την ίδια φορολογική αρχή στην Εταιρεία όπου υπάρχει πρόθεση για διακανονισμό των υπολοίπων σε καθαρή βάση.
Η διανομή μερισμάτων στους μετόχους της Εταιρείας αναγνωρίζεται ως υποχρέωση στις οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας στο έτος που τα μερίσματα εγκρίνονται και δεν υπόκεινται πλέον στη δικαιοδοσία της Εταιρείας. Πιο συγκεκριμένα, τα ενδιάμεσα μερίσματα αναγνωρίζονται ως υποχρέωση στο έτος που εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας και στην περίπτωση τελικών μερισμάτων, αυτά αναγνωρίζονται στο έτος που εγκρίνονται από τους μετόχους της Εταιρείας.
Από την 1 Ιανουαρίου 2018, η Εταιρεία ταξινομεί τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στις πιο κάτω κατηγορίες επιμέτρησης:
Η ταξινόμηση και η μετέπειτα επιμέτρηση των χρεωστικών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων εξαρτάται από (i) το επιχειρηματικό μοντέλο της Εταιρείας για τη διαχείριση του σχετικού χαρτοφυλακίου χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και (ii) τα χαρακτηριστικά των συμβατικών ροών του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου. Κατά την αρχική αναγνώριση η Εταιρεία μπορεί να προσδιορίσει αμετάκλητα ένα χρεωστικό χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο που κατά τα άλλα πληροί τις απαιτήσεις για αποτίμηση στο αποσβεσμένο κόστος ή στη δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων ή στη δίκαιη αξία μέσω αποτελεσμάτων εάν αυτό απαλείφει ή μειώνει σημαντικά μια λογιστική αντιστοιχία που διαφορετικά θα προέκυπτε.
Για επενδύσεις σε μετοχικούς τίτλους που δεν κατέχονται για εμπορία, η ταξινόμηση θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η Εταιρεία προσδιόρισε αμετάκλητα κατά την αρχική αναγνώριση για να λογιστεί η μετοχική επένδυση σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων. Ο προσδιορισμός αυτός γίνεται ανά επένδυση.
Όλα τα υπόλοιπα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ταξινομούνται σε δίκαιη αξία μέσω αποτελεσμάτων.
Για τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία, τα κέρδη και ζημιές θα αναγνωριστούν είτε στα αποτελέσματα ή στα άλλα συνολικά εισοδήματα.
Όλες οι αγορές και πωλήσεις χρηματοοικονομικών στοιχείων του απαιτούν παράδοση εντός του χρονικού πλαισίου που ορίζεται από τον κανονισμό ή από τη σύμβαση αγοράς ("αγορές και πωλήσεις με βάση συμβόλαιο κανονικής παράδοσης") αναγνωρίζονται κατά την ημερομηνία της συναλλαγής που είναι η ημερομηνία κατά την οποία η Εταιρεία δεσμεύεται να παραδώσει ένα χρηματοοικονομικό μέσο. Όλες οι αγορές και πωλήσεις αναγνωρίζονται όταν η Εταιρεία καταστεί μέρος στις συμβατικές διατάξεις του μέσου.
Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία παύουν να αναγνωρίζονται όταν τα δικαιώματα είσπραξης ταμειακών ροών από τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία έχουν λήξει ή έχουν μεταφερθεί και η Εταιρεία έχει μεταφέρει ουσιαστικά όλους τους κινδύνους και τα οφέλη της ιδιοκτησίας.
Κατά την αρχική αναγνώριση, η Εταιρεία επιμετρά ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο σε δίκαιη αξία και επιπλέον, στην περίπτωση ενός χρηματοοικονομικού στοιχείου που δεν είναι σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, συμπεριλαμβάνεται στην επιμέτρηση το κόστος συναλλαγής που σχετίζεται άμεσα με την απόκτηση του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου. Το κόστος συναλλαγής των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που αναγνωρίστηκαν σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων αναγνωρίζεται ως έξοδο στις κερδοζημιές. Η δίκαιη αξία κατά την αρχική αναγνώριση, αναγνωρίζεται μόνο εάν υπάρχει διαφορά μεταξύ της δίκαιης αξίας και της τιμής συναλλανής η οποία μπορεί να αποδειχθεί από άλλες παρατηρήσιμες τρέχουσες συναλλαγές στην αγορά με το ίδιο μέσο ή από μια τεχνική αποτίμησης των οποίων τα στοιχεία εισαγωγής περιλαμβάνουν μόνο στοιχεία από παρατηρήσιμες αγορές.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία με ενσωματωμένα παράγωγα λαμβάνονται υπόψη στην ολότητα τους όταν καθορίζεται κατά πόσο οι ταμειακές τους ροές αποτελούν αποκλειστικά αποπληρωμές κεφαλαίου και τόκων.
Η μεταγενέστερη επιμέτρηση των χρεογράφων εξαρτάται από το επιχειρηματικό μοντέλο της Εταιρείας για τη διαχείρηση του περιουσιακού στοιχείου και των χαρακτηριστικών των ταμειακών ροών του περιουσιακού στοιχείου. Υπάρχουν τρεις κατηγορίες αποτίμησης στις οποίες η Εταιρεία ταξινομεί τα χρεόγραφα:
Χρεόγραφα / Χρηματοοικονομικά Περιουσιακά Στοιχεία εκτός μετοχικών τίτλων (συνέχεια)
. Δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων: Τα περιουσιακά στοιχεία που δεν πληρούν τα κριτήρια για αποσβεσμένο κόστος ή δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων. Τα κέρδη ή ζημιές σε χρεόγραφα που μετέπειτα επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές και παρουσιάζονται καθαρά μέσα στα άλλα κέρδη/(ζημιές) στην περίοδο κατά την οποία προκύπτουν.
Η Εταιρεία μετέπειτα επιμετρά όλους τους μετοχικούς τίτλους σε δίκαιη αξία. Όπου η Διεύθυνση της Εταιρείας επέλεξε να παρουσιάζει τα κέρδη και ζημιές δίκαιης αξίας σε μετοχικούς τίτλους σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων, δεν υπάρχει μετέπειτα αναταξινόμηση των κερδών ή ζημιών δίκαιης αξίας στις κερδοζημιές ακολούθως της παύσης αναγνώρισης της επένδυσης και όποιαδήποτε σχετικά υπόλοιπα μέσα στο αποθεματικό δίκαιης αξίας μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων αναταξινομούνται στις συσσωρευμένες ζημιές. Η πολιτική της Εταιρείας είναι να προσδιορίζει τους μετοχικούς τίτλους σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων όταν αυτές οι επενδύσεις διακρατούνται για στρατηγικούς σκοπούς παρά για την αποκλειστική δημιουργία επενδυτικών αποδόσεων. Μερίσματα από τέτοιες επενδύσεις συνεχίζουν να αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές ως άλλα έσοδα όταν καθοριστεί το δικαίωμα της Εταιρείας να τα εισπράξει.
Οι αλλαγές στη δίκαιη αξία των χρηματοοικονομικών στοιχείων σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων αναγνωρίζονται στα άλλα κέρδη/(ζημιές) στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων, όπως αρμόζει. Οι ζημιές απομείωσης (και η αντιστροφή των ζημιών απομείωσης) σε μετοχικούς τίτλους επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων και δεν παρουσιάζονται ξεχωριστά από άλλες αλλαγές στη δίκαιη αξία.
Από την 1 Ιανουαρίου 2018, η Εταιρεία αξιολογεί σε μελλοντική βάση τις αναμενόμενες πιστωτικές ζημιές για χρεόγραφα (περιλαμβανομένων δανείων) που επιμετρούνται σε αποσβεσμένο κόστος και σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων και με την έκθεση που προκύπτει από δανειακές δεσμεύσεις και συμβάσεις χρηματοοικονομικής εγγύησης. Η Εταιρεία επιμετρά την ΑΠΖ και αναγνωρίζει πρόβλεψη για πιστωτική ζημιά σε κάθε ημερομηνία αναφοράς. Η αποτίμηση των ΑΠΖ αντικατοπτρίζει: (i) ένα αμερόληπτα καθορισμένο και σταθμισμένο βάσει πθανοτήτων ποσό που καθορίζεται από την αξιολόγηση μιας σειράς πιθανών εκβάσεων, (ii) τη διαχρονική αξία του χρήματος και (iii) λογικές και βάσιμες πληροφορίες οι οποίες είναι διαθέσιμες κατά την ημερομηνία αναφοράς χωρίς αδικαιολόγητο κόστος ή προσπάθεια και αφορούν παρελθόντα γεγονότα, τρέχουσες συνθήκες και προβλέψεις των μελλοντικών οικονομικών συνθηκών.
Η λογιστική αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων μειώνεται μέσω της χρήσης ενός λογαριασμού πρόβλεψης, και το πόσο της ζημιάς αναγνωρίζεται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων.
Τα χρεόγραφα που επιμετρούνται σε αποσβεσμένο κόστος παρουσιάζονται στον ισολογισμό καθαρά από την πρόβλεψη για ΑΠΖ.
Οι αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες αναγνωρίζονται και επιμετρούνται σύμφωνα με μία από τις δύο προσεγγίσεις: τη γενική προσέγγιση ή την απλοποιημένη προσέγγιση.
Για εμπορικά εισπρακτέα και άλλα εισπρακτέα περιλαμβανομένων εμπορικών εισπρακτέων που δεν περιλαμβάνουν ένα σημαντικό σκέλος χρηματοδότησης και συμβατικά περιουσιακά στοιχεία η Εταιρεία εφαρμόζει την απλοποιημένη που επιτρέπεται από το ΔΠΧΑ 9, η οποία χρησιμοποιεί τις αναμενόμενες πιστωτικές ζημές καθ΄ όλη τη διάρκεια ζωής που πρέπει να αναγνωριστούν κατά την αρχική αναγνώριση των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.
Για όλα τα άλλα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε απομείωση με βάση το ΔΠΧΑ 9, η Εταιρεία εφαρμόζει την γενική προσέγγιση - το μοντέλο απομείωσης τριών σταδίων. Η Εταιρεία εφαρμόζει το μοντέλο απομείωσης τριών σταδίων, με βάση τις αλλαγές στον πιστωτικό κίνδυνο από την αρχική αναγνώριση. Ένα χρηματοοικονομικό μέσο που δεν είναι πιστωτικά απομειωμένο κατά την αρχική αναγνώριση ταξινομείται στο Στάδιο 1. Τα χρηματορικονομικά περιουσιακά στοιχεία στο Στάδιο 1 αναγνωρίζουν τις ΑΠΖ τους σε ένα ποσό ίσο με το ποσοστό των ΑΠΖ κατά τη διάρκεια ζωής που προκύπτει από τυχόν γεγονότα αθέτησης πληρωμής μέσα στους επόμενους 12 μήνες ή μέχρι τη λήξη της σύμβασης, εάν είναι πιο νωρίς ("ΑΠΖ 12 μηνών"). Εάν η Εταιρεία παρατηρήσει μία σημαντική αύξηση στον πιστωτικό κίνδυνο ("ΣΑΠΚ") από την αρχική αναγνώριση, το περιουσιακό στοιχείο μεταφέρεται στο Στάδιο 2 και οι ΑΠΖ επιμετρούνται με βάση τις ΑΠΖ καθ' όλη τη διάρκεια ζωής του χρηματορικονομικού περιουσιακού στοιχείου, δηλαδή μέχρι τη λήξη της σύμβασης αλλά λαμβάνοντας υπόψη τις αναμενόμενες προπληρωμές, εάν υπάρχουν ("ΑΠΖ κατά τη διάρκεια ζωής").
Εάν η Εταιρεία καθορίσει ότι ένα χρηματοοικονομικό στοιχείο είναι πιστωτικά απομειωμένο, το περιουσιακό στοιχείο μεταφέρεται στο Στάδιο 3 και οι ΑΠΖ επιμετρούνται ως ΑΠΖ καθ' όλη τη διάρκεια ζωής.
Επιπρόσθετα. η Εταιρεία αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την απαλλαγή αξιολόγησης χαμηλού πιστωτικού κινδύνου για χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία επενδυτικής κλάσης και η Εταιρεία υπολογίζει ΑΠΖ 12 μηνών για εισπρακτέα αποπληρωτέα σε πρώτη ζήτηση συμβαλλομένων δανείων σε συγγενικά μέρη.
Τα χρηματοοικονομικά μέσα επαναταξινομούνται μόνο όταν η Εταιρεία τροποποιεί το επιχειρηματικό μοντέλο για τη διαχείριση αυτών των περιουσιακών στοιχείων. Η επαναταξινόμηση έχει μελλοντική επίδραση και ξεκινά από την πρώτη περίοδο αναφοράς ακολούθως της αλλαγής.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαγράφονται, πλήρως ή εν μέρει, όταν η Εταιρεία έχει εξαντλήσει όλες τις πρακτικές μεθόδους ανάκτησης και έχει αποφασίσει ότι δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης. Η διαγραφή αντιπροσωπεύει ένα γεγονός παύσης αναγνώρισης. Η Εταιρεία μπορεί να διαγράψει χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που εξακολουθούν να υπόκεινται σε δραστηριότητες επιβολής όταν η Εταιρεία επιδιώκει την ανάκτηση συμβατικών οφειλών, ωστόσο δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης.
Η Εταιρεία μερικές φορές επαναδιαπραγματεύεται ή τροποποιεί τις συμβατικές ταμειακές ροές των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Η Εταιρεία αξιολογεί κατά πόσο η τροποίηση των συμβατικών ταμειακών ροών είναι σημαντική, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων τους ακόλουθους παράγοντες: οποιουσδήποτε νέους συμβατικούς όρους που επηρεάζουν σημαντικά το προφίλ κινδύνου του περιουσιακού στοιχείου (π.χ. μερίδιο κέρδους ή απόδοση με βάση το μετοχικό κεφάλαιο), σημαντική αλλαγή στο επιτόκιο, αλλαγή νομίσματος, νέα εξασφάλιση ή πιστωτική ενίσχυση που επηρεάζει σημαντικά τον πιστωτικό κίνδυνο που συνδέεται με το περιουσιακό στοιχείο ή σημαντική παράταση δανείου όταν ο οφειλέτης δεν έχει οικονομικές δυσκολίες.
Εάν οι τροποποιημένοι όροι διαφέρουν σημαντικά, τα δικαιώματα από τις ταμειακές ροές από το αρχικό περιουσιακό στοιχείο λήγουν και η Εταιρεία διαγράφει το αρχικό χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο και αναγνωρίζει ένα νέο περιουσιακό στοιχείο σε δίκαιη αξία. Η ημερομηνία επαναδιαπραγμάτευσης θεωρείται ως η ημερομηνία αρχικής αναγνώρισης για σκοπούς υπολογισμού μεταγενέστερης απομείωσης, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού κατά πόσο έχει συμβεί ένα ΣΑΠΚ.
Η Εταιρεία επίσης αξιολογεί κατά πόσο ένα νέο δάνειο ή χρεόγραφο πληρεί το κριτήριο ΣΑΠΚ. Οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας του αρχικού περιουσιακού στοιχείου που διαγράφηκε και της δίκαιης αξίας του νέου σημαντικά τροποποιημένου περιουσιακού στοιχείου αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές, εκτός εάν η ουσία της τροποποίησης αποδίδεται σε κεφαλαιουχικές συναλλαγές με τους ιδιοκτήτες.
Σε μια κατάσταση όπου η επαναδιαπραγμάτευση οφειλόταν σε οικονομικές του αντισυμβαλλομένου και σε αδυναμία εκτέλεσης των αρχικά συμφωνημένων πληρωμών, η Εταιρεία συγκρίνει τις αρχικές και αναθεωρημένες ταμειακές ροές για να αξιολογήσει κατά πόσο οι κίνδυνοι και τα οφέλη του περιουσιακού στοιχείου έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά ως αποτέλεσμα της συμβατικής τροποποίησης. Εάν οι κίνδυνοι και τα οφέλη δεν αλλάξουν, το τροποποιημένο περιουσιακό στοιχείο δεν διαφέρει ουσιαστικά από το αρχικό περιουσιακό στοιχείο και η τροποποίηση δεν οδηγεί σε διαγραφή. Η Εταιρεία υπολογίζει εκ νέου την ακαθάριστη λογιστική αξία προεξοφλώντας τις τροποποιημένες συμβατικές ταμειακές ροές με το αρχικό πραγματικό επιτόκιο και αναγνωρίζει το κέρδος ή ζημία τροποποίησης στα αποτελέσματα.
Στην κατάσταση ταμειακών ροών, τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα περιλαμβάνουν καταθέσεις στην τράπεζα με αρχική ημερομηνία λήξης τριών μηνών ή λιγότερο οι οποίες είναι άμεσα μετατρέψιμες σε γνωστά ποσά μετρητών και οι οποίες υπόκεινται σε ασήμαντο κίνδυνο αλλαγών στην αξία τους, μετρητά σε χαρτοφυλάκιο επενδύσεων και τραπεζικά παρατραβήγματα. Στον ισολογισμό, τα τραπεζικά παρατραβήγματα περιλαμβάνονται στο δανεισμό στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις. Τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα αναγνωρίζονται σε αποσβεσμένο κόστος επειδή: (i) κατέχονται για είσπραξη συμβατικών ταμιακών ροών και οι ταμειακές αυτές ροές αντιπροσωπεύουν ΑΠΚΤ, και (ίi) δεν ταξινομούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Αυτά τα ποσά γενικά προκύπτουν από συναλλαγές εκτός των συνήθων λειτουργικών εργασιών της Εταιρείας. Αυτά διακρατούνται με σκοπό να συμβατικές ταμειακές ροές τους και οι ταμειακές ροές τους αντιπροσωπεύουν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων. Κατά συνέπεια, αυτά επιμετρούνται στο αποσβεσμένο κόστος χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου, μείον την πρόβλεψη για απομείωση. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος ταξινομούνται ως κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία, εάν αυτά οφείλονται μέσα σε ένα έτος ή λιγότερο (ή κατά τη συνήθη πορεία του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, εάν είναι μεγαλύτερος). Αν όχι, παρουσιάζονται ως μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία.
Οι πιστωτικοί τόκοι από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων περιλαμβάνονται στις κερδοζημιές ως πιστωτικοί τόκοι. Οι πιστωτικοί τόκοι σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος και χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων που υπολογίζονται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού αναγνωρίζονται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων. Οι πιστωτικοί τόκοι υπολογίζονται εφαρμόζοντας το πραγματικό επιτόκιο στη μεικτή λογιστική αξία ενός χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου με εξαίρεση τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που μετέπειτα καθιστώνται πιστωτικά απομειωμένα. Για τα πιστωτικά απομειωμένα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία - Στάδιο 3, το πραγματικό επιτόκιο εφαρμόζεται στη καθαρή λογιστική αξία του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου (μετά από αφαίρεση της πρόβλεψης ζημιάς), για Στάδιο 1 και Στάδιο 2 – στο μεικτό ποσό των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.
Τα μερίσματα εισπράττονται από χρηματοοκονομικά στοιχεία που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων και σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων. Τα μερίσματα αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα ως μερίσματα ειστρακτέα όταν αποδειχθεί το δικαίωμα της Εταιρείας να τα εισπράξει.
Οι χρηματοοκονομικές υποχρεώσεις αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία και ταξινομούνται μετέπειτα στην κατηγορία αποσβεσμένου κόστους, εκτός από (i) χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις σε δίκαιη αξία μέσω αποτελεσμάτων: αυτή η ταξινόμηση ισχύει για παράγωγα, χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που διακρατούνται για εμπορεία (π.χ. βραχυπρόθεσμες θέσεις σε τίτλους), ενδεχόμενες αντιπαροχές που αναγνωρίζονται από ένα αγοραστή σε μια συνένωση επιχειρήσεων και άλλες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του καθορίζονται ως τέτοιες κατά την αρχική αναγνώριση και (ii) χρηματοοικονομικές συμβάσεις εγγύησης και δανειακές δεσμεύσεις.
Ο δανεισμός αναγνωρίζεται αρχικά σε δίκαιη αξία μετά την αφαίρεση του κόστους συναλλαγής. Ο δανεισμός παρουσιάζεται μετέπειτα σε αποσβεσμένο κόστος. Οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των εισπράξεων (μετά την αφαίρεση του κόστους συναλλαγής) και της αξίας εξόφλησης αναγνωρίζεται στις κερδοζημές κατά τη διάρκεια του δανείου, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου, εκτός εάν είναι άμεσα αποδοτέα στην αγορά, κατασκευή ή παραγωγή περιουσιακού στοιχείου που πληροί τα κριτήρια, στην οποία περίπτωση κεφαλαιοποιούνται ως μέρος του κόστους του περιουσιακού στοιχείου. Ο δανεισμός ταξινομείται ως βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, εκτός αν η Εταιρεία έχει δικαίωμα άνευ όρων να αναβάλει την εξόφληση της υποχρέωσης για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία του ισολογισμού.
Αμοιβές που πληρώνονται για τη δημιουργία διευκολύνσεων δανεισμού αναγνωρίζονται ως κόστα συναλλανής του δανείου στην έκταση όπου είναι πιθανόν ότι μέρος ή ολόκληρη η διευκόλυνση θα χρησιμοποιηθεί. Στην περίπτωση αυτή, η αμοιβή αναβάλλεται μέχρι την ανάληψη του δανείου. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν στοιχεία ότι είναι πιθανό ένα μέρος ή ολόκληρη η διευκόλυνση θα χρησιμοποιηθεί, η αμοιβή κεφαλαιοποιείται ως προπληρωμή (για υπηρεσίες ρευστότητας) και αποσβένεται κατά τη διάρκεια της περιόδου της διευκόλυνσης με την οποία σχετίζεται.
Ο δανεισμός αφαιρείται από τον ισολογισμό όταν η υποχρέωση που καθορίζεται στο συμβόλαιο απαλείφεται (π.χ. όταν η υποχρέωση που καθορίζεται στο συμβόλαιο εκπληρώνεται, ακυρώνεται ή λήγει). Η διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας της χρηματοοικονομικής υποχρέωσης που έχει εξοφληθεί ή μεταβιβαστεί σε ένα άλλο μέρος και το καταβληθέν τίμημα, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε μη χρηματικών περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν ή υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν, αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα ως άλλα έσοδα ή χρηματοοικονομικά έξοδα.
Μια ανταλλαγή μεταξύ της Εταιρείας και των αρχικών δανειστών των χρεωστικών μέσων με ουσιαστικά διαφορετικούς όρους, καθώς επίσης και ουσιώδεις τροποποιήσεις των όρων και των συνθηκών των υφιστάμενων χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, λογίζονται ως τερματισμός της αρχικής χρηματοοικονομικής υποχρέωσης και αναγνώριση μιας νέας χρηματοοικονομικής υποχρέωσης. Οι όροι θεωρούνται ουσιαστικά διαφορετικοί, αν η προεξοφλημένη παρούσα αξία των ταμειακών ροών, βάσει των νέων όρων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν τελών που καταβλήθηκαν μετά την αφαίρεση τυχόν αμοιβών που εισπράχθηκαν και προεξοφλήθηκαν με το αρχικό πραγματικό επιτόκιο, είναι τουλάχιστον 10% διαφορετική από την προεξοφλημένη παρούσα αξία των ταμειακών ροών που απομένουν από την αρχική χρηματοοικονομική υποχρέωση. Επιπρόσθετα, άλλοι παράγοντες όπως το νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένο το μέσο, μεταβολές του τύπου του επιτοκίου, νέα χαρακτηριστικά μετατροπής που επισυνάπτονται στο μέσο και αλλαγή στις συμφωνίες δανείου λαμβάνονται επίσης υπόψη.
Εάν μια ανταλλαγή των χρεωστικών μέσων ή τροποποίηση των όρων λογίζεται ως εξόφληση, οποιοδήποτε κόστος ή αμοιβή αναγνωρίζεται ως μέρος του κέρδους ή της ζημίας από την εξόφληση. Αν η ανταλλαγή ή η τροποίηση δεν λογίζεται ως εξόφληση, οποιοδήποτε κόστος ή αμοιβή προκύψει αναπροσαρμόζει τη λογιστική αξία της υποχρέωσης και αποσβένεται καθ' όλη την υπόλοιπη διάρκεια της τροποποιημένης υποχρέωσης.
Οι τροποιήσεις των υποχρεώσεων που δεν έχουν ως αποτέλεσμα την εξόφληση λογιστικοποιούνται ως μεταβολή της εκτίμησης χρησιμοποιώντας τη συσσωρευτική μέθοδο κάλυψης, με οποιοδήποτε κέρδος ή ζημία να αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα, εκτός εάν η οικονομική ουσία της διαφοράς στις λογιστικές αξίες αποδίδεται σε κεφαλαιουχικές διαφορές με τους ιδιοκτήτες και αναγνωρίζεται απευθείας στα ίδια κεφάλαια.
Τα κόστα δανεισμού αποτελούν τόκο και άλλα έξοδα με τα οποία επιβαρύνεται η Εταιρεία σε σχέση με το δανεισμό κεφαλαίων, περιλαμβανομένου τόκου δανεισμού, απόσβεση εκπτώσεων ή επιμίσθιου που σχετίζονται με δανεισμό, απόσβεση επιπλέον κόστους που σχετίζεται με τη διευθέτηση δανεισμού, χρεώσεις χρηματοδοτικών μισθώσεων και συναλλαγματικές διαφορές που προκύπτουν από δανεισμό σε ξένο νόμισμα σε περίπτωση που θεωρούνται ως μια προσαρμογή στους χρεωστικούς τόκους.
Τα κόστα δανεισμού που σχετίζονται άμεσα με την αγορά, κατασκευή ή παραγωγή περιουσιακού στοιχείου που πληροί τα κριτήρια, που είναι ένα περιουσιακό στοιχείο που υποχρεωτικά καταλαμβάνει σημαντικό χρονικό διάστημα για να ετοιμαστεί για την προτιθέμενη χρήση ή πώληση του, κεφαλαιοποιούνται ως μέρος του κόστους του συνκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου, όταν είναι πιθανόν ότι θα επιφέρουν μελλοντικά οικονομικά οφέλη στην Εταιρεία και τα κόστα μπορούν να υπολογιστούν αξιόπιστα.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις συμψηφίζονται και το καθαρό ποσό αναφέρεται στον Ισολογισμό όταν υπάρχει νόμιμα εκτελεστό δικαίωμα για συμψηφισμό των ποσών που αναγνωρίστηκαν και όταν υπάρχει πρόθεση να εξοφληθεί σε καθαρή βάση ή να ρευστοποιηθεί το περιουσιακό στοιχείο και να εξοφληθεί η υποχρέωση ταυτοχρόνως. Το νόμιμα εκτελεστό δικαίωμα δεν πρέπει να βασίζεται σε μελλοντικά γεγονότα και πρέπει να είναι εκτελεστό κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών και σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων, αφερεγγυότητας ή χρεοκοπίας της Εταιρείας ή του αντισυμβαλλόμενου.
Τα αποθέματα εμφανίζονται στην τιμή κόστους ή στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία, όποια από τις δύο είναι χαμηλότερη. Η τιμή κόστους καθορίζεται με τη μέσου σταθμικού κόστους. Η τιμή κόστους περιλαμβάνει την αγοραία αξία και άλλα άμεσα έξοδα. Δεν περιλαμβάνει το κόστος δανεισμού. Η καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία είναι η υπολογιζόμενη τιμή πώλησης κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών, μείον έξοδα διάθεσης.
Τα εμπορικά εισπρακτέα είναι ποσά που οφείλονται από πελάτες για πώληση εμπορευμάτων ή παροχή υπηρεσιών κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών. Εάν η είσπραξη αναμένεται σε ένα χρόνο ή λιγότερο (ή κατά τη συνήθη πορεία του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, εάν είναι μεγαλύτερος), ταξινομούνται ως κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία. Αν όχι, παρουσιάζονται ως μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία. Τα εμπορικά εισπρακτέα αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία και μετέπειτα παρουσιάζονται σε αποσβεσμένο κόστος, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου, μείον πρόνοιας για απομείωση της αξίας στη βάση ΑΠΖ.
Τα εμπορικά εισπρακτέα αναγνωρίζονται αρχικά στο ποσό της άνευ όρων αντιπαροχής εκτός και αν περιλαμβάνουν σημαντικά στοιχεία χρηματοδότησης, στην οποία περίπτωση αναγνωρίζονται σε δίκαιη αξία. Η Εταιρεία κατέχει τα εμπορικά εισπρακτέα με σκοπό να συλλέξει τις συμβατικές ταμειακές ροές και επομένως τα επιμετρά σε μεταγενέστερο στάδιο σε αποσβεσμένο κόστος χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου.
Τα εμπορικά εισπρακτέα εναπόκεινται επίσης στις απομείωσης του ΔΠΧΑ 9. Η Εταιρεία εφαρμόζει την απλοποιημένη μέθοδο του ΔΠΧΑ 9 για την αποτίμηση των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών η οποία χρησιμοποιεί μια πρόνοια για απομείωση στην αξία όλων των εμπορικών εισπρακτέων κατά τη διάρκεια ζωής τους.
Τα εμπορικά εισπρακτέα διαγράφονται όταν δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης.
Οι συνήθεις μετοχές ταξινομούνται ως ίδια κεφάλαια.
Το υπέρ το άρτιο είναι η διαφορά μεταξύ της δίκαιης αξίας του τιμήματος που απαιτείται για την έκδοση των μετοχών και την ονομαστική αξία των μετοχών. Ο λογαριασμός αποθεματικό υπέρ το άρτιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν την χρησιμοποίηση του για διανομή μερισμάτων, και υπόκειται στις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου της Κύπρου σχετικά με τη μείωση μετοχικού κεφαλαίου.
Οι προβλέψεις αναγνωρίζονται όταν η Εταιρεία έχει μια παρούσα νομική ή τεκμαρτή υποχρέωση που προκύπτει από γεγονότα που έχουν προηγηθεί, είναι πιθανό να υπάρξει ροή περιουσιακών στοιχείων για εξόφληση αυτής της υποχρέωσης, και το ποσό της υποχρέωσης έχει υπολογιστεί αξιόπιστα. Δεν αναγνωρίζονται προβλέψεις για μελλοντικές ζημιές.
Οι προβλέψεις υπολογίζονται ως η τρέχουσα αξία των εξόδων που αναμένεται να απαιτηθούν για την εξόφληση της υποχρέωσης, χρησιμοποιώντας ένα ποσοστό πριν τη φορολογία, το οποίο αποδίδει τρέχουσες αξιολογήσεις αγοράς της αξίας του χρήματος διαχρονικά και τους κινδύνους που σχετίζονται με την υποχρέωση. Η αύξηση στην πρόβλεψη λόγω της παρέλευσης χρόνου αναγνωρίζεται ως χρεωστικός τόκος.
Η Εταιρεία προβαίνει σε συναλλαγές με μετόχους. Όταν συνάδει με την φύση της συναλλαγής, η λογιστική πολιτική της Εταιρείας είναι να αναγνωρίζει οποιαδήποτε κέρδη ή ζημιές από συναλλαγές με μετόχους και άλλες οντότητες που βρίσκονται υπό κοινό έλεγχο από το τελικό μέτοχο, απευθείας στα ίδια κεφάλαια και να θεωρεί αυτές τις συναλλανές ως επιπλέων συνεισφορά κεφαλαίου ή ως πληρωμή μερισμάτων. Παρόμοιες συναλλαγές με άλλα μέρη, πέρα από μετόχους, αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.
Κατά την ημερομηνία έγκρισης αυτών των οικονομικών καταστάσεων μια σειρά από νέα πρότυπα και τροποποιήσεις προτύπων και διερμηνείες ισχύουν για λογιστικές περιόδους που αρχίζουν μετά την 1 Ιανουαρίου 2018, και δεν έχουν εφαρμοστεί στην κατάρτιση αυτών των οικονομικών καταστάσεων. Κανένα από αυτά δεν αναμένεται να έχει σημαντική επίδραση στις οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας.
Οι εργασίες της Εταιρείας την εκθέτουν σε ποικίλους χρηματοοικονομικούς κινδύνους: κίνδυνο αγοράς (περιλαμβανομένου κινδύνου επιτοκίου που αφορά τις ταμειακές ροές και κινδύνου τιμής αγοράς), πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο ρευστότητας.
Το πρόγραμμα διαχείρισης κινδύνου της Εταιρείας επικεντρώνεται στη μη προβλεψιμότητα των χρηματαγορών και αποσκοπεί στη μείωση των πιθανών αρνητικών επιπτώσεων στην οικονομική επίδοση της Εταιρείας. Η διαχείριση κινδύνου διενεργείται από το Διοικητικό Συμβούλιο.
Η Εταιρεία εκτίθεται σε κίνδυνο τιμής αγοράς μετοχικών τίτλων λόγω επενδύσεων που κατέχονται από την Εταιρεία και ταξινομούνται στον ισολογισμό ως χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Οι επενδύσεις της Εταιρείας σε μετοχικούς τίτλους άλλων εταιρειών οι οποίες εμπορεύονται δημόσια περιλαμβάνονται στο Γενικό Δείκτη του Χρηματιστήριου Αξιών Κύπρου.
Ο πιο κάτω πίνακας παρουσιάζει περιληπτικά την επίδραση αυξήσεων του γενικού δείκτη τιμών του ΧΑΚ στη ζημιά για το έτος μετά τη φορολογία. Η ανάλυση βασίζεται στην υπόθεση ότι οι δείκτες μετοχικών τίτλων αυξήθηκαν/μειώθηκαν κατά 10% (2017: 10%) με όλες τις άλλες μεταβλητές να παραμένουν σταθερές και οι μετοχικοί τίτλοι της Εταιρείας παρόλο που δεν είχαν σημαντική αξία, κινήθηκαν σύμφωνα με την ιστορική συσχέτιση τους με το δείκτη:
| Επίδραση στη ζημιά για το έτος μετά τη φορολογία σε € |
||
|---|---|---|
| 20113 | 2017 | |
| Δείκτης Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου - Γενικός Δείκτης |
80 | 30 |
Η ζημιά για το έτος μετά τη φορολογία θα μειωνόταν/αυξανόταν ως αποτέλεσμα κερδών/ζημιών σε μετοχικούς τίτλους που ταξινομούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Με σκοπό τη διαχείριση του κινδύνου τιμής αγοράς, η Εταιρεία διευρύνει το φάσμα του χαρτοφυλακίου της αν και είναι περιορισμένο τα τελευταία έτη. Η διεύρυνση του χαρτοφυλακίου γίνεται σύμφωνα με τα όρια που καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας.
Ο κίνδυνος επιτοκίου της Εταιρείας προέρχεται από δανεισμό. Ο δανεισμός που εκδόθηκε σε κυμαινόμενα επιτόκια εκθέτει την Εταιρεία σε κίνδυνο επιτοκίου που αφορά τις ταμειακές ροές.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2018, εάν τα επιτόκια σε δανεισμό που αποτιμάται σε Ευρώ ήταν κατά 1% (2017: 1%) ψηλότερα/χαμηλότερα, με όλες τις άλλες παραμέτρους να παραμένουν σταθερές, η ζημιά για το έτος μετά τη φορολογία θα ήταν €34.056 (2017: €32.563) χαμηλότερη/ψηλότερη, κυρίως ως αποτέλεσμα των ψηλότερων/ χαμηλότερων χρεωστικών τόκων σε δανεισμό σε κυμαινόμενα επιτόκια.
Η Διεύθυνση της Εταιρείας παρακολουθεί τις διακυμάνσεις στα επιτόκια σε συνεχή βάση και ενεργεί ανάλογα.
Ο πιστωτικός κίνδυνος προκύπτει από καταθέσεις σε τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και από έκθεση σε εκκρεμή εισπρακτέα και δεσμευτικές συναλλαγές. Η Έταιρεία δεν έχει σημαντικές συγκεντρώσεις πιστωτικού κινδύνου. Η Διεύθυνση εκτιμά την πιστωτική ποιότητα του πελάτη, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική του κατάσταση, προηγούμενες εμπειρίες και άλλους παράγοντες. Τα τραπεζικά υπόλοιπα διατηρούνται σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Κύπρου. Η Διεύθυνση δεν αναμένει οποιεσδήποτε ζημιές από μη εκπλήρωση υποχρεώσεων εκ μέρους αυτών των συμβαλλόμενων μερών.
Για τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μόνο οργανισμοί που αξιολογούνται από ανεξάρτητα μέρη με ελάχιστο βαθμό φερεγγυότητας το 'C' γίνονται αποδεκτοί.
Διαφορετικά, εάν δεν υπάρχει ανεξάρτητη αξιολόγηση, η Διεύθυνση εκτιμά την πιστωτική ποιότητα του πελάτη, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική του κατάσταση, προηγούμενες εμπειρίες και άλλους παράγοντες. Ξεχωριστά πιστωτικά όρια και πιστωτικοί όροι ορίζονται με βάση την πιστωτική ποιότητα του πελάτη σύμφωνα με όρια που καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Η χρήση των πιστωτικών ορίων παρακολουθείται σε συνεχή βάση.
Η Εταιρεία διαθέτει τρεις κατηγορίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται στο μοντέλο της αναμενόμενης πιστωτικής ζημίας:
Ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα υπόκεινται επίσης στις απαιτήσεις απομείωσης του ΔΠΧΑ 9, η εκτιμώμενη ζημιά απομείωσης δεν ήταν σημαντική.
Η Εταιρεία εφαρμόζει την απλοποιημένη προσέγγιση του ΔΠΧΑ 9 για τον υπολογισμό των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών, η οποία χρησιμοποιεί ένα επίδομα αναμενόμενης ζημίας καθ' όλη τη διάρκεια ζωής για όλα τα εμπορικά εισπρακτέα.
Για τον υπολογισμό των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών, τα εμπορικά ειστηρακτέα έχουν ομαδοποιηθεί με βάση τα κοινά χαρακτηριστικά του πιστωτικού κινδύνου και τις ημέρες καθυστέρησης. Η Εταιρεία ορίζει τον κίνδυνο αθέτησης μετά την αρχική αναγνώριση ως το αργότερο 90 ημέρες αφού ένα χρηματοοικονομικό μέσο εμφανίσει καθυστέρηση. Ως εκ τούτου, η Εταιρεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αναμενόμενα ποσοστά ζημιάς για εμπορικά εισπρακτέα είναι μια δίκαιη προσέγγιση των ποσοστών ζημιάς για τα συμβατικά περιουσιακά στοιχεία.
Τα αναμενόμενα ποσοστά ζημιάς βασίζονται στα προφίλ πληρωμών των τελευταίων πωλήσεων πριν τις 31 Δεκεμβρίου 2018 ή την 1η Ιανουαρίου 2018 αντίστοιχα και στις αντίστοιχες ιστορικές ζημιές που σημειώθηκαν κατά την περίοδο αυτή. Τα ιστορικά ποσοστά ζημιών προσαρμόζονται ώστε να αντικατοπτρίζουν τρέχουσες και μελλοντικές πληροφορίες για τους μακροοικονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα των πελατών να διακανονίζουν τα εισπρακτέα.
Με βάση τα πιο πάνω. δεν υπήρξε επίδομα ζημιάς στις 31 Δεκεμβρίου 2018 και την 1 Ιανουαρίου 2018 (κατά την υιοθέτηση του ΔΠΧΑ 9) για τα εμπορικά εισπρακτέα, καθώς τα εμπορικά εισπρακτέα ήταν πλήρως ανακτήσιμα.
Τα εμπορικά εισπρακτέα από πελάτες διαγράφονται όταν δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης.
Οι ζημίες απομείωσης των εμπορικών εισπρακτέων παρουσιάζονται ως καθαρές ζημίες απομείωσης στο λειτουργικό κέρδος/ζημιά. Οι μεταγενέστερες ανακτήσεις ποσών που είχαν διαγραφεί προηγουμένως πιστώνονται στο ίδιο στοιχείο.
Κατά το προηγούμενο έτος, η απομείωση των εμπορικών εισπρακτέων εκτιμόταν με βάση το μοντέλο ζημιών. Μία πρόβλεψη απομείωσης των εμπορικών εισπρακτέων δημιουργόταν όταν υπήρχαν αντικειμενικά στοιχεία ότι η Εταιρεία δεν θα είναι σε θέση να εισπράξει όλα τα οφειλόμενα ποσά σύμφωνα με βάση τους αρχικούς όρους των ειστρακτέων. Σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες του οφειλέτη, πιθανότητα ότι ο οφειλέτης θα εισέλθει σε πτώχευση ή παραβατικότητα στις πληρωμές θεωρούνταν δείκτες ότι η απαίτηση από εμπορικούς πελάτες έχει υποστεί απομείωση. Το ποσό της πρόβλεψης ήταν η διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας και του ανακτήσιμου ποσού, που είναι η παρούσα αξία των εκτιμώμενων μελλοντικών ταμειακών ροών, εφαρμόζοντας το πραγματικό επιτόκιο.
Η λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου μειωνόταν με τη χρήση λογαριασμού αποζημίωσης και το ποσό της ζημίας αναγνωριζόταν στα αποτελέσματα στα "έξοδα διοικητικής λειτουργίας". Όταν μια εμπορική απαίτηση ήταν αδύνατο να εισπραχτεί, αποσβενόταν έναντι του λογαριασμού πρόβλεψης για εμπορικές απαιτήσεις. Οι μεταγενέστερες ανακτήσεις των ποσών που είχαν διαγραφεί προηγουμένως πιστώνονταν έναντι των "εξόδων πώλησης και προώθησης" στα αποτελέσματα.
Τα άλλα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία στο αποσβεσμένο κόστος περιλαμβάνουν δάνεια σε συγγενικά μέρη και άλλα εισπρακτέα.
Για τα δάνεια σε συγγενικά μέρη και άλλα εισπρακτέα και ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα εφαρμόζεται γενικά το μοντέλο πιστωτικής ζημιάς.
Η Εταιρεία εξετάζει την πιθανότητα αθέτησης της υποχρέωσης κατά την αρχική αναγνώριση του περιουσιακού στοιχείου και κατά πόσο υπήρξε σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου σε συνεχή βάση καθ' όλη την περίοδο αναφοράς. Για να εκτιμηθεί κατά πόσον υπάρχει σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου, η Εταιρεία συγκρίνει τον κίνδυνο αθέτησης που συνέβη στο περιουσιακό στοιχείο κατά την ημερομηνία αναφοράς με τον κίνδυνο αθέτησης κατά την ημερομηνία της αρχικής αναγνώρισης. Η εκτίμηση λαμβάνει υπόψην τις διαθέσιμες λογικές και υποστηρικτικές πληροφορίες που αφορούν το μέλλον. Συγκεκριμένα ενσωματώνονται οι ακόλουθοι δείκτες:
Μακροοικονομικές πληροφορίες (όπως τα επιτόκια της αγοράς ή οι ρυθμοί ανάπτυξης) ενσωματώνονται ως μέρος του εσωτερικού μοντέλου αξιολόγησης. Τα ιστορικά ποσοστά ζημιών προσαρμόζονται ώστε να αντικατοπτρίζουν τρέχουσες και μελλοντικές πληροφορίες για τους μακροοικονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα των πελατών να διακανονίζουν τις απαιτήσεις.
Ανεξάρτητα από την πιο πάνω ανάλυση, η σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου τεκμηριώνεται εάν ο οφειλέτης με οφειλή του δεν είναι σε πρώτη ζήτηση είναι σε καθυστέρηση άνω των 30 ημερών για την καταβολή της συμβατικής πληρωμής.
Ένα χρηματοοικονομικό μέσο θεωρείται ότι υφίσταται αθέτηση το αργότερο 90 ημέρες καθυστέρησης.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαγράφονται όταν δεν υπάρχει εύλογη προσδοκόμενη ανάκτηση. Η Εταιρεία κατηγοριοποιεί ένα εισπρακτέο για διαγραφή όταν είναι πλέον σίγουρο πως ο οφειλέτης δεν θα καταβάλει συμβατικές πληρωμές. Όταν τα δάνεια ή τα εισπρακτέα έχουν διαγραφεί, η Εταιρεία συνεχίζει να ασκεί δραστηριότητες επιβολής της νομοθεσίας για να προσπαθήσει να ανακτήσει την οφειλόμενη απαίτηση. Όταν πραγματοποιούνται ανακτήσεις, αυτές αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα.
Πιστωτική ποιότητα των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων
Η τιστωτική ποιότητα των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν είναι ούτε ληξιπρόθεσμα ούτε απομειωμένα, μπορεί να καθοριστεί με αναφορά σε εξωτερικές πιστωτικές αξιολογήσεις(αν υπάρχουν) ή σε ιστορικές πληροφορίες σχετικά με τα ποσοστά αθέτησης εκπλήρωσης υποχρεώσεων από τα συμβαλλόμενη μέρη:
| 2018 (3 |
2017 를 |
|
|---|---|---|
| ΕΙσπρακτέα που δεν είναι απομειωμένα | ||
| Συμβαλλόμενα μέρη χωρίς εξωτερική πιστωτική | ||
| Αξιολόγηση | ||
| Ομάδα 1 - ληξιπρόθεσμα | 33 200 | 33200 |
| Ομάδα 2 - μη-ληξιπρόθεσμα | 17235555 | 1.285 614 |
| Ομάδα 3 - μη-ληξιπρόθεσμα | 205 | 205 |
| 1.77 360 | 1.289.019 | |
Ομάδα 1 - υφιστάμενοι πελάτες (περισσότερο από 6 μήνες) με αθετήσεις εκπλήρωσης υποχρεώσεων στο παρελθόν χωρίς αναγνωρισμένες ΑΠΖ καθώς ολόκληρο το ποσό είναι ανακτήσιμο.
Ομάδα 2 - συγγενικά μέρη χωρίς αθετήσεις εκπλήρωσης υποχρεώσεων στο παρελθόν.
Ομάδα 3 - άλλα εισπρακτέα χωρίς αθετήσεις εκπλήρωσης υποχρεώσεων στο παρελθόν.
Κανένα από τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν έχει τύχει επαναδιαπραγμάτευσης.
| 2018 ਵ |
2017 e |
|
|---|---|---|
| Μετρητά και τραπεζικά υπόλοιπτα Συμβαλλόμενα μέρη με εξωτερική πιστωτική αξιολόγηση (Moody's - Ιανουαρίου 2019) |
||
| Caa2 (2017: Caa3) | 847 | 928 |
| 847 | 928 |
(1) Το υπόλοιπο του στοιχείου του υπολογισμού "μετρητά και καταθέσεις στην τράπεζα" είναι μετρητά σε χαρτοφυλάκιο επενδύσεων.
Ο της κάτω πίνακας αναλύει τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις της Εταιρείας σε σχετικές κατηγορίες λήξεων, με βάση την εναπομένουσα περίοδο κατά την ημερομηνία του ισολογισμού μέχρι την ημερομηνία λήξης του συμβολαίου. Τα ποσά που παρουσιάζονται στον πίνακα είναι οι συμβατικές μη προεξοφλημένες ταμειακές ροές. Υπόλοιπα με λήξη εντός 12 μηνών (με την εξαίρεση του δανεισμού) ισούνται με τις λογιστικές τους αξίες, αφού η επίδραση της προεξόφλησης δεν είναι σημαντική.
| Λιγότερο από 1 χρόνο ਵ |
|
|---|---|
| Στις 31 Δεκεμβρίου 2017 | |
| Δανεισμός (εκτός από υποχρεώσεις χρηματοδοτικών | |
| μισθώσεων) | 3.724.346 |
| Εμπορικοί και άλλοι πιστωτές Υποχρεώσεις χρηματοδοτικών μισθώσεων |
13,469 |
| 3.737.815 | |
| Στις 31 Δεκεμβρίου 2018 | |
| Δανεισμός (εκτός από υποχρεώσεις χρηματοδοτικών | |
| μισθώσεων) | 3 955 441 |
| Εμπορικοί και άλλοι πιστωτές | 15.01:42 |
| Υποχρεώσεις χρηματοδοτικών μισθώσεων | |
| Ακαθάριστες δανειακές υποχρεώσεις | |
| Χρηματοοικονομικές εγγυήσεις | |
| 4 87 7 1 59 8 |
Οι επιδιώξεις της Εταιρείας όταν διαχειρίζεται κεφάλαια είναι η διασφάλιση της ικανότητας της Εταιρείας να συνεχίσει ως δρώσα λειτουργική μονάδα με σκοπό την παροχή αποδόσεων για τους μετόχους και ωφελήματα για άλλα πρόσωπα που έχουν συμφέροντα στην Εταιρεία και να διατηρήσει την καταλληλότερη κεφαλαιουχική δομή για να μειώσει το κόστος κεφαλαίου.
Σύμφωνα με άλλους στον κλάδο, η Εταιρεία παρακολουθεί το κεφάλαιο στη βάση της σχέσης του δανεισμού ως προς το σύνολο των απασχολούμενων κεφαλαίων. Η σχέση αυτή υπολογίζεται ως τον καθαρό δανεισμό διαιρούμενο με το συνολικό κεφάλαιο. Ο καθαρός δανεισμός υπολογίζεται ως το σύνολο δανεισμού (περιλαμβανομένου "βραχυπρόθεσμου και μη βραχυπρόθεσμου δανεισμού" όπως παρουσιάζεται στον ισολογισμό) μείον μετρητά και καταθέσεις στην τράπεζα. Το συνολικό κεφάλαιο υπολογίζεται ως 'ίδια κεφάλαια' όπως παρουσιάζονται στον ισολογισμό, προσθέτοντας τον καθαρό δανεισμό.
Η σχέση δανεισμού προς το σύνολο απασχολούμενων κεφαλαίων στις 31 Δεκεμβρίου 2018 και 2017 ήταν ως εξής:
| 20178 (1) |
2011 € |
|
|---|---|---|
| Σύνολο δανεισμού (Σημ. 17) Μείον: Μετρητά και καταθέσεις στην τράπεζα (Σημ. 15) |
3.956.441 (1.427) |
3.724.346 (1.508) |
| Καθαρός δανεισμός Σύνολο ιδίων κεφαλαίων |
3.955.014 (11022.629) |
3.722.838 (583.081) |
| Σύνολο κεφαλαίου όπως καθορίστηκε από τη Διεύθυνση | 2007 335 | 3.139.757 |
| Σχέση δανεισμού προς το σύνολο απασχολούμενων ΚΕΦαλαίων |
13597 | 119% |
Η αύξηση της σχέσης δανεισμού προς το σύνολο απασχολούμενων κεφαλαίων κατά το 2018 ήταν κυρίως αποτέλεσμα δανεισμού που λήφθηκε κατά τη διάρκεια του έτους για τη χρηματοδότηση των αναγκών της Εταιρείας για κεφάλαιο κίνησης.
Η Εταιρεία θεωρεί τα ίδια κεφάλαια όπως αυτά παρουσιάζονται στον Ισολογισμό σαν κεφάλαιο.
Ο πιο κάτω πίνακας αναλύει τα χρηματοοικονομικά μέσα που αποτιμούνται στον ισολογισμό σε δίκαιη αξία, με βάση τις μεθόδους εκτίμησης. Τα διάφορα επίπεδα έχουν προσδιοριστεί ως દર્દ્રાંડ:
Ο πιο κάτω πίνακας παρουσιάζει τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Εταιρείας τα οποία είναι υπολογισμένα σε δίκαιη αξία στις 31 Δεκεμβρίου 2018.
| Επίπεδο 1 Επίπεδο 2 Επίπεδο 3 | Συνολικό υπόλοιπο |
|||
|---|---|---|---|---|
| 115 | (S | を | の | |
| Περιουσιακά στοιχεία | ||||
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων: |
||||
| - Εμπορικοί τίτλοι | 1.120 | 3 202 | 4.474 | |
| Σύνολο περιουσιακών στοιχείων | ||||
| υπολογισμένα σε δίκαιη αξία | 1.120 | 3,202 | 4. 472 |
Ο πιο κάτω πίνακας παρουσιάζει τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Εταιρείας τα οποία είναι υπολογισμένα σε δίκαιη αξία στις 31 Δεκεμβρίου 2017.
| Επίπεδο 1 Επίπεδο 2 Επίπεδο 3 | ZUVOAIKO υπόλοιπο |
|||
|---|---|---|---|---|
| Περιουσιακά στοιχεία | 글 | E | (D) | e |
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων: - Εμπορικοί τίτλοι |
1.120 | 3712 | 4.472. | |
| Σύνολο περιουσιακών στοιχείων υπολογισμένα σε δίκαιη αξία |
1.120 | 3204 | 4.592. |
Δεν υπήρχαν μεταφορές μεταξύ Επιπέδου 1 και 2 κατά τη διάρκεια του έτους.
Η δίκαιη αξία των χρηματοοικονομικών μέσων που εμπορεύονται σε ενεργείς αγορές βασίζεται στις χρηματιστηριακές τιμές την ημερομηνία του ισολογισμού.
Μια αγορά θεωρείται ως ενεργή, εάν οι χρηματιστηριακές τιμές είναι άμεσα και τακτικά διαθέσιμες από ένα χρηματιστήριο, έμπορο, χρηματιστή, βιομηχανικό όμιλο, υπηρεσία εκτίμησης, ή εποπτική υπηρεσία, και εκείνες οι τιμές αντιπροσωπεύουν πραγματικές και συχνές συναλλαγές αγοράς σε καθαρά εμπορική βάση. Η χρηματιστηριακή τιμή που χρησιμοποιείται για τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που κατέχει η Εταιρεία είναι η τρέχουσα τιμή προσφοράς. Αυτά τα μέσα περιλαμβάνονται στο Επίπεδο 1. Τα μέσα που περιλαμβάνονται στο Επίπεδο 1 περιλαμβάνουν κυρίως επενδύσεις σε μετοχές στα Χρηματιστήρια Αξιών Κύπρου και εταιρικά ομόλογα εισηγμένα στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, που ταξινομούνται ως εμπορικοί τίτλοι.
(ii) Χρηματοοικονομικά μέσα Επιπέδου 2
Η δίκαιη αξία των χρηματοοικονομικών μέσων που δεν εμπορεύονται σε ενεργή αγορά (για παράδειγμα, μετοχικοί τίτλοι που δεν είναι εισηγμένοι σε χρηματιστήριο) καθορίζεται χρησιμοποιώντας μεθόδους αποτίμησης. Αυτές οι μέθοδοι αποτίμησης μεγιστοποιούν τη χρήση παρατηρήσιμων δεδομένων της αγοράς, που είναι διαθέσιμα, και βασίζονται όσο το δυνατό λιγότερο σε εκτιμήσεις που σχετίζονται άμεσα με την οντότητα. Εάν όλα τα βασικά δεδομένα που χρειάζονται στον καθορισμό της δίκαιης αξίας ενός μέσου είναι παρατηρήσιμα, το μέσο αυτό περιλαμβάνεται στο Επίπεδο 2.
Εάν ένα ή περισσότερα από τα βασικά δεδομένα δεν βασίζεται σε παρατηρήσιμα γεγονότα της αγοράς, το μέσο περιλαμβάνεται στο Επίπεδο 3.
Συγκεκριμένες μέθοδοι αποτίμησης που χρησιμοποιούνται στην εκτίμηση της δίκαιης αξίας των χρηματοοικονομικών μέσων περιλαμβάνουν:
(iii) Χρηματοοικονομικά μέσα Επιπέδου 3
Δεν παρουσιάστηκαν αλλαγές στις επενδύσεις Επιπέδου 3 για τα έτη που έληξαν 31 Δεκεμβρίου 2018 και 31 Δεκεμβρίου 2017.
Οι λογιστικοί υπολογισμοί και εκτιμήσεις αξιολογούνται σε συνεχή βάση και βασίζονται στην ιστορική εμπειρία και σε άλλους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων προσδοκιών σχετικά με μελλοντικά γεγονότα που πιστεύεται ότι είναι λογικά σύμφωνα με τις περιστάσεις.
Η Εταιρεία κάνει υπολογισμούς και παραδοχές σε σχέση με το μέλλον. Ως αποτέλεσμα οι λογιστικοί υπολογισμοί σπανίως ισούνται με τα πραγματικά αποτελέσματα. Δεν υπάρχουν υπολογισμοί και παραδοχές που πιθανόν να προκαλέσουν ουσιώδες αναπροσαρμογές στη λογιστική αξία περιουσιακών στοιχείων κατά το επόμενο οικονομικό έτος.
Η Εταιρεία ακολουθεί τις πρόνοιες του ΔΛΠ 2 για να αποφασίσει κατά πόσο τα αποθέματα έχουν υποστεί απομείωση στην αξία. Αυτή η απόφαση απαιτεί άσκηση σημαντικής κρίσης. Στην άσκηση της κρίσης αυτής, η Εταιρεία αξιολογεί κατά πόσο η καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία των αποθεμάτων είναι χαμηλότερη του κόστους τους και αναπροσαρμόζει τα αποθέματα της ανάλογα.
Η καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία των αποθεμάτων προσδιορίζεται με βάση την αγοραία αξία, η οποία είναι η αξία στην ελεύθερη αγορά, βασισμένη σε εκτιμήσεις από ανεξάρτητους εκτιμητές. Το Διοικητικό Συμβούλιο ασκεί κρίση για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας και κάνει υποθέσεις, οι οποίες βασίζονται κυρίως στην κατάσταση της αγοράς ακινήτων σε κάθε ημερομηνία ισολογισμού και λαμβάνοντας υπόψη εκτιμήσεις από ανεξάρτητους εγκεκριμένους εκτιμητές.
Αν η καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία των αποθεμάτων είχε διαφορά 10% από τους υπολογισμού της Διεύθυνσης και των ανεξάρτητων εκτιμητών στις 31 Δεκεμβρίου 2018 τότε η ζημιά της Εταιρείας θα έπρεπε να αυξηθεί/μειωθεί κατά €166.566 (2017: €187.976).
Η Εταιρεία ακολουθεί τις πρόνοιες του ΔΠΧΠ 9 ώστε να προσδιορίσει το ποσό των ΑΠΖ. Ο προσδιορισμός απαιτεί την άσκηση κρίσης. Το Διοικητικό Συμβούλιο αξιολογεί την πιστωτική ικανότητα του συγγενικού μέρους λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική του κατάσταση την ημερομηνία λήξης του ποσού και κατά πόσο είναι σε πρώτη ζήτηση καθώς και άλλους παράγοντες όπως προβλέψεις ταμειακών ροών, άμεσα ή έμμεσα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία και οικονομικά στοιχεία που έχουν ετοιμαστεί από την διεύθυνση της συγγενικής εταιρείας συμπεριλαμβανομένων του επιτοκίου της σύμβασης και του πραγματικού επιτοκίου. Επιπρόσθετα αξιολογείται ο αναμενόμενος τρόπος ανάκτησης των έμμεσα ρευστοποιημένων περιουσιακών στοιχείων με την πάροδο του χρόνου.
Η Έταιρεία ακολουθεί τις πρόνοιες του ΔΛΠ1 ώστε να προσδιορίσει κατά πόσον η βάση ετοιμασίας των οικονομικών καταστάσεων είναι ορθή. Το Διοικητικό Συμβούλιο ασκεί κρίση για την αξιολόγηση της βάσης ετοιμασίας σε συνεχιζόμενη δραστηριότητα και κάνει υποθέσεις που βασίζονται κυρίως στην προϋπόθεση ότι η Τράπεζα και η συγγενική εταιρεία Λατομεία Φαρμακάς Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ θα παρέχουν στήριξη στην Εταιρεία για τους επόμενους 12 μήνες από την ημερομηνία έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων.
.
| 2018 6 |
2017 ਵ |
|
|---|---|---|
| ΠΙστωτικοί τόκοι: Δάνεια σε συγγενική εταιρεία (Σημ. 19 (β)) |
49 834 | 49.051 |
| 9 Ανάλυση εξόδων κατά είδος |
2018 (S |
2017 를 |
| Κόστος πωλήσεων Απομείωση αποθεμάτων σε καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία (Σημ. 13) |
214.100 | 33 000 |
| Λογιστικές υπηρεσίες (Σημ. 19 (α)) Αμοιβή ελεγκτών Έξοδα χρηματιστηρίου Λοιπά έξοδα |
24 333 6 - 00 8.631 4.425 |
24 399 6.000 8.655 5.710 |
| Έξοδα διοικητικής λειτουργίας | 43.956 | 44 764 |
| Συνολικό κόστος πωλήσεων και εξόδων διοικητικής λειτουργίας | 258,056 | 77 764 |
Οι συνολικές αμοιβές που χρεώθηκαν από το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο για τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων της Εταιρείας για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2018 ανήλθαν στις €6.500 (2017: €6.000). Οι συνολικές αμοιβές που χρεώθηκαν από το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο της Εταιρείας για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2018 για λοιπές μη ελεγκτικές υπηρεσίες ανήλθαν σε €650 (2017: €650).
| 2018 | 2017 | |
|---|---|---|
| Χρεωστικοί τόκοι: | 气 | |
| Τραπεζικός δανεισμός | 230.825 | 220.705 |
Οι τρέχουσες φορολογικές απαιτήσεις που παρουσιάζονται στον ισολογισμό αναλύονται σε εταιρική επιστρεπτέα φορολογία ύψους €9.999 και άμυνα πληρωτέα ύψους €9.876 για λογιζόμενη διανομή μερίσματος.
Ο φόρος επί της ζημιάς της Εταιρείας πριν τη φορολογία διαφέρει από το θεωρητικό ποσό που θα προέκυπτε χρησιμοποιώντας το εφαρμόσιμο ποσοστό φορολογίας ως εξής:
| 2018 (1) |
2017 들 |
|
|---|---|---|
| Ζημιά πριν τη φορολογία | (439.548) | (249.418) |
| Φόρος υπολογιζόμενος με το εφαρμόσιμο ποσοστό εταιρικής φορολογίας ύψους 12,5% Φορολογική επίδραση εξόδων που δεν εκπίπτουν για |
(54.943) | (31.177) |
| φορολογικούς σκοπούς | 373 315 | 10.735 |
| Φορολογική επίδραση φορολογικών ζημιών για τις οποίες δεν έχει αναγνωριστεί απαίτηση αναβαλλόμενης φορολογίας |
7740 : 72 | 20.442 |
| Χρέωση φορολογίας |
Ο συντελεστής φόρου εισοδήματος για την Εταιρεία 12,5%.
Από το φορολογικό έτος 2012. φορολογικές ζημές μέχρι 5 ετών μπορούν να μεταφερθούν και να χρησιμοποιηθούν έναντι φορολογικών κερδών. Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις τόκοι μπορεί να υπόκεινται σε αμυντική εισφορά με ποσοστό 10%.
Σε τέτοιες περιπτώσεις 50% των τόκων αυτών θα εξαιρούνται από το φόρο εισοδήματος και επομένως θα έχουν πραγματικό φορολογικό συντελεστή περίπου 15%: Από την 1 Ιανουαρίου 2009, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις τόκοι μπορεί να εξαιρούνται από φόρο εισοδήματος και να υπόκεινται μόνο σε έκτακτη εισφορά για την άμυνα με ποσοστό 10%, αυξημένο σε 15% από την 31 Αυγούστου 2011 και σε 30% από τις 29 Απριλίου 2013. Αυτές οι πρόνοιες της νομοθεσίας δύναται να επιφέρουν ενδεχομένως υποχρεώσεις για την εταιρεία ύψους €69.984 (2017: €68.284).
| 2013 3 |
2017 는 |
|
|---|---|---|
| Καθαρή ζημιά για το έτος που αναλογεί στους μετόχους (€) | (439.548) | (249.418) |
| Συνολικός/Μεσοσταθμικός αριθμός μετοχών που ήταν εκδομένες κατά τη διάρκεια του έτους |
9 987 886 | 9.987 836 |
| Βασική ζημιά ανά μετοχή (σεντ) | (4,40) | (2.50) |
Η πλήρως κατανεμημένη ζημιά ανά μετοχή δεν διαφέρει από τη βασική ζημιά ανά μετοχή.
Τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία ανά μετοχή υπολογίζονται διαιρώντας τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία στις 31 Δεκεμβρίου 2018 και 31 Δεκεμβρίου 2017 με τον αριθμό των εκδομένων μετοχών την ημέρα εκείνη.
| 2018 ( |
2017 를 |
|
|---|---|---|
| Καθαρά περιουσιακά στοιχεία (€) | (1.022.628) | (583.081) |
| Αριθμός μετοχών που ήταν εκδομένες στις 31 Δεκεμβρίου | 9-987.836 | 9.987.836 |
| Καθαρά περιουσιακά στοιχεία ανά μετοχή (σεντ) | (10,24) | (5,84) |
| Πλήρως κατανεμημένα καθαρά περιουσιακά στοιχεία ανά μετοχή (σεντ) |
(10,24) | (5,84) |
| Αποθέματα 13 |
||
| 2018 3 |
2017 € |
|
| l n | 1.665.660 | 1.879.760 |
Το πιο πάνω ποσό περιλαμβάνει τεμάχια γης στις περιοχές Καϊμακλίου, Νήσου και Σιά.
Η Εταιρεία δεν είχε πωλήσεις για τα έτη 2018 και 2017. Το κόστος των αποθεμάτων, που αναγνωρίστηκε ως έξοδο και περιλαμβάνεται στο κόστος πωλήσεων, ανήλθε σε Εμηδέν (2017: Εμηδέν). Κατά τη διάρκεια του έτους αναγνωρίστηκε απομείωση αποθεμάτων σε καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία ύψους €214.100 (2017: €33.000) (Σημ. 9).
Η γη είναι υποθηκευμένη για εξασφάλιση δανείων (Σημ. 17).
Στις 31 Δεκεμβρίου 2018 και 2017 όλα τα αποθέματα παρουσιάζονται στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία τους.
| α) Εμπορικά είστηρακτεά | 2018 (D |
2017 ਵ |
|---|---|---|
| Κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία Εμπορικά εισπρακτέα Μείον: πρόβλεψη ζημιάς εμπορικών εισπρακτέων |
38 200 | 33.200 |
| Εμπορικά εισπρακτέα - καθαρά | 33.200 | 32.200 |
Λόγω του βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα των βραχυπρόθεσμων εισπρακτέων, η λογιστική τους αξία θεωρείται ότι είναι η ίδια με τη δίκαιη αξία.
Πληροφορίες σχετικά με την απομείωση της τρέχουσας περιόδου των εμπορικών ειστρακτέων και την έκθεση της Εταιρείας στον πιστωτικό κίνδυνο παρατίθενται στη σημείωση 6.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2018, εμπορικά εισπρακτέα ύψους €33.200 (2017: €33.200) ήταν ληξίπρόθεσμα αλλά δεν ήταν απομειωμένα.
Τα εμπορικά εισπρακτέα δεν θεωρούνται να έχουν υποστεί απομείωση καθώς αυτά αποτελούνται από ένα αριθμό ανεξάρτητων πελατών για τους οποίους δεν αναμένεται να υπάρξει ζημιά καθώς τα ποσά είναι πλήρως ανακτήσιμα και εξασφαλισμένα.
Η μέγιστη έκθεση σε πιστωτικό κίνδυνο την ημερομηνία του ισολογισμού είναι η λογιστική αξία των εμπορικών εισπρακτέων που αναφέρεται πιο πάνω.
Οι λογιστικές αξίες των εμπορικών και άλλων εισπρακτέων της Εταιρείας αναλύονται ανα νόμισμα ως εξής:
| 2018 ਦ |
2017 | |
|---|---|---|
| Ευρώ - νόμισμα λειτουργίας και παρουσίασης | 33,200 | 33.200 |
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος (άλλα εισπρακτέα την προηγούμενη χρονιά) περιλαμβάνουν τα πιο κάτω χρεόγραφα:
| Κυκλοφορούντα | 2018 11 |
2017 는 |
|---|---|---|
| Δάνεια σε συγγενικά μέρη (Σημ. 17(β)) Άλλα εισπρακτέα |
1.243.955 205 |
1.235.614 205 |
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος- καθαρά |
1.244.160 | 17235.819 |
Λόγω της βραχυπρόθεσμης φύσης των κυκλοφορούντων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων στο αποσβεσμένο κόστος, η λογιστική τους αξία θεωρείται ότι είναι η ίδια με τη δίκαιη αξία τους.
Οι λογιστικές αξίες των χρηματοοικονομικών στοιχείων της Εταιρείας αναλύονται ανά νόμισμα ως εξής:
| 2018 | 2017 | |
|---|---|---|
| Ευρώ- νόμισμα λειτουργίας και παρουσίασης | 1.244.160 | 1.235.819 |
Η μέγιστη έκθεση σε πιστωτικό κίνδυνο κατά την ημερομηνία ισολογισμού είναι η λογιστική αξία κάθε ομάδας χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχειών στο αποσβεσμένο κόστος που αναφέρεται πιο πάνω. Η Εταιρεία δεν έχει οποιοδήποτε ενέχυρο ως εξασφάλιση.
Η Σημείωση 6 παρουσιάζει πληροφορίες σχετικά με την απομείωση των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και την έκθεση της Εταιρείας σε πιστωτικό κίνδυνο.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων συμπεριλαμβάνουν τα πιο κάτω:
| 2018 을 |
2017 ਵ |
|
|---|---|---|
| Εισηγμένοι τίτλοι - υποχρεωτικά επιμετρούμενοι σε | ||
| δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων (2017: προς | ||
| εμπορία) | ||
| Μετοχικοί τίτλοι - Ευρώ - Χρηματιστήρια Αξιών Κύπρου | 1.120 | 1.120 |
| Μη εισηγμένοι τίτλοι - Μετοχικοί τίτλοι | 3, 204 | 3.204 |
| 4.324 | 4 324 |
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων παρουσιάζονται στις ροές μετρητών από εργασίες ως μέρος των αλλαγών στο κεφάλαιο κίνησης στην κατάσταση ταμειακών ροών.
Αλλαγές στις δίκαιες αξίες των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων καταχωρούνται στις κερδοζημιές και ήταν €μηδέν κατά τη διάρκεια του 2018 και 2017.
Επιπρόσθετα, κατά τη διάρκεια του έτους και το 2017 δεν υπήρξε εισόδημα από μερίσματα από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Για τη δίκαιη αξία των μετοχικών τίτλων βλέπετε Σημείωση 6.
| 2018 ਵ |
2017 ਵ |
|
|---|---|---|
| Μετρητά στην τράπεζα Μετρητά σε χαρτοφυλάκιο επενδύσεων |
847 580 |
928 580 |
| 1.427 | 1.508 |
Τα μετρητά και καταθέσεις στην τράπεζα αναλύονται ανά νόμισμα ως εξής:
| 2018 (1 |
2017 ਵ |
|
|---|---|---|
| Ευρώ – νόμισμα λειτουργίας και παρουσίασης | 1.4.277 | 1.503 |
Οι κύριες μη ταμειακές συναλλαγές κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους ήταν η αποπληρωμή δανείων σε συγγενικά μέρη μέσω πληρωμής εξόδων της Εταιρείας, ύψους €40.993 (2017: €45.400) (Σημ.19(β)).
| Τραπεζικός δανεισμός | ||
|---|---|---|
| 2018 复 |
2017 e |
|
| Υπόλοιπο την 1 Ιανουαρίου Ταμειακές συναλλαγές: |
3722346 | 3.502.946 |
| Χρεωστικοί τόκοι (Σημ. 10) Άλλοι χρεώστες |
80.875 1.7710 |
220.705 695 |
| Υπόλοιπο την 31 Δεκεμβρίου (Σημ. 17) | 3,956,441 | 3.724.346 |
| Αριθμός μετοχών |
Μετοχικό κεφάλαιο (= |
Αποθεματικό υπέρ το αρτιο 는 |
Διαφορά από μετατροπή μετοχικού κεφαλαίου σε ευρώ 은 |
Ολικό (D |
|
|---|---|---|---|---|---|
| Την 1 Ιανουαρίου 2017/ 31 Δεκεμβρίου 2017, 1 Ιανουαρίου 2018 και 31 Δεκεμβρίου 2018 |
9.987 1336 | 499 3892 | 807 523 | 12.585 | 1.319.480 |
Ο συνολικός εγκεκριμένος αριθμός συνήθων μετοχών είναι 50.000.000 μετοχές (2017: 50.000.000 μετοχές) με ονομαστική αξία €0,05 ανά μετοχή. Όλες οι εκδομένες μετοχές έχουν πληρωθεί εξολοκλήρου.
Το αποθεματικό υπέρ το άρτιο και το αποθεματικό μετατροπής μετοχικού κεφαλαίου σε Ευρώ δεν είναι διανεμητέα υπό μορφή μερίσματος.
| 2018 p |
2017 | |
|---|---|---|
| Βραχυπρόθεσμος Τραπεζικός δανεισμός |
3.956.441 | 3.724.346 |
Ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός αποτελείται από δόσεις και αποπληρωμή δανείου ύψους €3.956.441 (2017: €3.724.346) που εκκρεμεί καθώς η Εταιρεία από το 2013 μέχρι και σήμερα βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την τράπεζα με σκοπό την αναδιοργάνωση των οφειλόμενων δανείων και διαφοροποίηση των όρων αποπληρωμής περιλαμβανομένης και επιμήκυνσης της περιόδου αποπληρωμής. Από το έτος 2013 ο δανεισμός της Εταιρείας παρουσιάζεται στην κατηγορία των βραχυπρόθεσμων δανείων ενόψει του δικαιώματος της τράπεζας για ανάκληση του.
Ο δανεισμός είναι εξασφαλισμένος ως εξής:
Τα μεσοσταθμικά πραγματικά επιτόκια κατά την ημερομηνία του ισολογισμού ήταν ως εξής:
| 2018 % |
2017 % |
|
|---|---|---|
| Τραπεζικός δανεισμός | 8.1 | 6.1 |
Τα τραπεζικά δάνεια της Εταιρείας σε Ευρώ είναι διευθετημένα σε κυμαινόμενο επιτόκιο. Για δανεισμό σε κυμαινόμενο επιτόκια τα επιτόκια καθορίζονται μηνιαίως εκθέτοντας την Εταιρεία σε κίνδυνο επιτοκίου που αφορά τις ταμειακές ροές.
Η λογιστική αξία των βραχυπρόθεσμων τραπεζικών δανείων είναι περίπου η ίδια με τη δίκαιη αξία.
Η Εταιρεία δεν έχει αχρησιμοποίητες χρηματοδοτικές διευκολύνσεις.
Οι δίκαιες αξίες βασίζονται στις προεξοφλημένες ταμειακές ροές όπου το προεξοφλητικό επιτόκιο βασίζεται στο επιτόκιο δανεισμού ύψους 6,1% (2017: 6,1%).
Ο δανεισμός της Εταιρείας αποτιμάται σε Ευρώ.
| 2018 ு |
2017 ្បា |
|
|---|---|---|
| Άλλοι πιστωτές Οφειλόμενα έξοδα |
3.407 11.675 |
2.007 11.462 |
| 15.082 | 13.469 |
Η δίκαιη αξία των άλλων πιστωτών που έχουν λήξη εντός έτους είναι περίπου η ίδια με τη λογιστική αξία κατά την ημερομηνία του ισολογισμού.
Η Εταιρεία ελέγχεται από την Λατομεία Φαρμακάς Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, εγγεγραμμένη στην Κύπρο, η οποία κατέχει το 60% των μετοχών της Εταιρείας. Το υπόλοιπο 40% των μετοχών είναι ευρέως διεσπαρμένο.
Οι πιο κάτω συναλλαγές έγιναν με συγγενικά μέρη:
((3)
| 2018 6 |
2017 C |
|
|---|---|---|
| Αγορές υπηρεσιών: | ||
| Λατομεία Φαρμακάς Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ | ||
| (λογιστικές υπηρεσίες, Σημ.9) | 24 - 13 - 13 | 24 399 |
| Δάνεια σε συγγενικά μέρη | ||
| 2018 | 2017 | |
| 을 | = | |
| Δάνειο στη Λατομεία Φαρμακάς Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ: |
||
| Στην αρχή του έτους | 17855614 | 1.281.963 |
| Δάνεια που αποπληρώθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους | (40.993) | (45.400) |
| Τόκος που χρεώθηκε (Σημ. 8) | 4:13:30 | 49.051 |
| Σύνολο στο τέλος του έτους (Σημ. 14) | 1.243.955 | 1235614 |
Κατά τη διάρκεια του 2018, το επιτόκιο δανεισμού της Εταιρείας στα δάνεια με συγγενικά μέρη ήταν 4% (2017: 4%). Τα δάνεια παραχωρήθηκαν χωρίς εξασφαλίσεις και είναι πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση.
Σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την εταιρεία Λατομεία Φαρμακάς Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, για παροχή διαφόρων γραφειακών, λογιστικών και άλλων συναφών υπηρεσιών. Η αμοιβή που συμφωνήθηκε ανέρχεται σε €2.033 μηνιαίως (2017: €2.033).
Η ιθύνουσα εταιρεία. Λατομεία Φαρμακά Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ μέσω της επιστολής στήριξης της, εξέφρασε την πρόθεση της να παρέχει στην Εταιρεία, εάν χρειαστεί, οικονομική και άλλη βοήθεια ώστε η Εταιρεία να μπορέσει να συνεχίσει τις εργασίες της και να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της όταν προκύπτουν για τους επόμενους 12 μήνες από την ημερομηνία έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων.
Η μητρική εταιρεία Λατομεία Φαρμακάς Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ παρέχει στην Εταιρεία απεριόριστη εταιρική εγγύηση και περιορισμένη εταιρική εγγύηση για €1.530.000 πλέον τόκους (Σημ. 17).
Ο κ. Γεώργιος Πίτης παρέχει περιορισμένη προσωπική εγγύηση στην Εταιρεία για €1.530.000 πλέον τόκους (Σημ. 17(ζ)).
Δεν υπήρξαν σημαντικά γεγονότα μεταγενέστερα του ισολογισμού που να έχουν σχέση με την κατανόηση των οικονομικών καταστάσεων.
Οι λογιστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν κατά τη συγκριτική περίοδο που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2017 και τροποιήθηκαν από το ΔΠΧΠ 9 και το ΔΠΧΑ 15 έχουν ως εξής.
Η Εταιρεία ταξινομεί τα χρηματορικονομικά περιουσιακά στοιχεία της στις ακόλουθες κατηγορίες: χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, δάνεια και εισπρακτέα, επενδύσεις διακρατούμενες μέχρι τη λήξη και χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα προς πώληση. Η ταξινόμηση εξαρτάται από το σκοπό για τον οποίο αποκτήθηκαν τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Η Διεύθυνση αποφασίζει την κατάλληλη ταξινόμηση των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων κατά την αρχική αναγνώριση και στην περίπτωση περιουσιακών στοιχείων που έχουν ταξινομηθεί ως διακρατούμενα μέχρι τη λήξη, επαναξιολογεί αυτό τον καθορισμό στο τέλος της κάθε περιόδου αναφοράς.
Αυτή η κατηγορία έχει δύο υποκατηγορίες: χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία προς εμπορία και αυτά που ορίστηκαν σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων κατά την αρχική αναγνώριση. Ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο ταξινομείται στην υποκατηγορία προς εμπορία αν αγοράστηκε κυρίως για σκοπούς πώλησης σε βραχυπρόθεσμη βάση. Παράγωνα χρηματοοικονομικά μέσα ταξινομούνται επίσης στην υποκατηγορία προς εμπορία. Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που ορίστηκαν σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων κατά την αρχική αναγνώριση είναι εκείνα η απόδοση των οποίων αξιολογείται με βάση τη δίκαιη αξία, σύμφωνα με τη στοιχειοθετημένη επενδυτική στρατηγική της Εταιρείας. Πληροφορίες με βάση τη δίκαιη αξία σχετικά με αυτά τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία παρέχονται εσωτερικά στα βασικά διοικητικά στελέχη της Εταιρείας. Τα περιουσιακά στοιχεία στην κατηγορία αυτή ταξινομούνται ως κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία αν είναι προς εμπορία ή αναμένεται να πωληθούν μέσα σε δώδεκα μήνες από την ημερομηνία του ισολογισμού.
Λογιστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2017 (συνέχεια)
Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (συνέχεια)
Τα δάνεια και εισπρακτέα είναι μη παράγωγα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία με σταθερές ή προσδιορίσιμες πληρωμές που δεν είναι εισηγμένα σε ενεργή αγορά και για τα οποία δεν υπάρχει πρόθεση για εμπορία του εισπρακτέου. Περιλαμβάνονται στα κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία, εκτός αν έχουν λήξη που υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες από την ημερομηνία του ισολογισμού. Αυτά ταξινομούνται ως μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία. Τα δάνεια και εισπρακτέα της Εταιρείας αποτελούνται από "εμπορικά εισπρακτέα", "δάνεια εισπρακτέα", "άλλα εισπρακτέα" και "ταμειακά διαθέσημα και ισοδύναμα", και "τραπεζικές καταθέσεις" με αρχική ημερομηνία λήξης περισσότερο από 3 μήνες στον ισολογισμό.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διακρατούμενα μέχρι τη λήξη είναι μη παράγωγα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία με σταθερές ή προσδιορίσιμες πληρωμές και με σταθερή λήξη, τα οποία η Διεύθυνση της Εταιρείας έχει τη θετική πρόθεση και δυνατότητα να κρατήσει μέχρι τη λήξη τους, που δεν πληρούν τον ορισμό των δανείων και εισπρακτέων. Κατά τη διάρκεια του έτους η Εταιρεία δεν κατείχε οποιεσδήποτε επενδύσεις σε αυτή την κατηγορία.
Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα προς πώληση
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα προς πώληση είναι μη παράγωγα, τα οποία είτε ορίζονται στην κατηγορία αυτή, αν δεν έχουν καθορισμένη ημερομηνία λήξης και σταθερές ή προσδιορίσιμες πληρωμές και η Διεύθυνση προτίθεται να τα κρατήσει για μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη περίοδο, ή δεν έχουν ταξινομηθεί σε οποιαδήποτε άλλη κατηγορία. Περιλαμβάνονται στα μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία, εκτός εάν η επένδυση λήξει ή η Διεύθυνση προτίθεται να πωλήσει τις επενδύσεις μέσα σε δώδεκα μήνες από την ημερομηνία του ισολογισμού.
Αγορές και πωλήσεις χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων με βάση συμβόλαιο κανονικής παράδοσης αναγνωρίζονται κατά την ημερομηνία που διεξάγεται η συναλλαγή, που είναι η ημερομηνία κατά την οποία η Εταιρεία δεσμεύεται να αγοράσει ή να πωλήσει το περιουσιακό στοιχείο. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία, πλέον το κόστος συναλλαγής για όλα τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που δεν παρουσιάζονται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρούνται
σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία και τα έξοδα συναλλαγών χρεώνονται στις κερδοζημιές. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαγράφονται όταν το δικαίωμα να εισπραχθούν χρηματικές ροές από τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία έχει λήξει, ή έχει μεταφερθεί και η Εταιρεία έχει ουσιαστικά μεταφέρει όλα τα σημαντικά ρίσκα και οφέλη ιδιοκτησίας.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα προς πώληση και τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, παρουσιάζονται μετέπειτα σε δίκαιη αξία. Τα δάνεια και εισπρακτέα και τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διακρατούμενα μέχρι τη λήξη παρουσιάζονται σε αποσβεσμένο κόστος χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου.
Κέρδη ή ζημιές που προέρχονται από αλλαγές στη δίκαιη αξία της κατηγορίας 'χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων' παρουσιάζονται στις κερδοζημιές στα 'άλλα κέρδη/(ζημιές) - καθαρά' στην περίοδο κατά την οποία προκύπτουν. Μερίσματα που εισπράττονται από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές ως μέρος των άλλων εσόδων, όταν αποδειχθεί το δικαίωμα της Εταιρείας να εισπράξει.
Αλλαγές στη δίκαιη αξία των χρηματικών τίτλων που παρουσιάζονται σε ένα ξένο νόμισμα και ταξινομούνται ως διαθέσιμοι προς πώληση αναλύονται ανάμεσα σε συναλλαγματικές διαφορές που προκύπτουν από αλλαγές στο αποσβεσμένο κόστος του τίτλου και άλλες αλλαγές στη λογιστική αξία του τίτλου. Οι συναλλαγματικές διαφορές σε χρηματικούς τίτλους αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές, ενώ συναλλαγματικές διαφορές σε μη χρηματικούς τίτλους αναγνωρίζονται στα άλλα συνολικά εισοδήματα. Αλλαγές στη δίκαιη αξία των χρηματικών και μη χρηματικών τίτλων που ταξινομούνται ως διαθέσιμοι προς πώληση, αναγνωρίζονται στα άλλα συνολικά εισοδήματα.
Όταν τίτλοι που ταξινομούνται ως διαθέσιμοι προς πώληση πωληθούν ή υποστούν απομείωση στην αξία, οι συσσωρευμένες αναπροσαρμογές στη δίκαιη αξία που αναγνωρίστηκαν στα άλλα συνολικά εισοδήματα, περιλαμβάνονται στις κερδοζημιές ως κέρδη και ζημιές από "χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα προς πώληση".
Ο τόκος στους τίτλους που είναι διαθέσιμοι προς πώληση ο οποίος υπολογίζεται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου, αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές ως μέρος των άλλων εσόδων. Τα μερίσματα από μετοχικούς τίτλους διαθέσιμους προς πώληση αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές ως μέρος των άλλων εσόδων, όταν αποδειχθεί το δικαίωμα της Εταιρείας να εισπράξει.
Η Εταιρεία αξιολογεί σε κάθε ημερομηνία ισολογισμού κατά πόσον υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία ότι ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο ή μια ομάδα χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων έχει υποστεί απομείωση στην αξία.
Ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο ή μια ομάδα χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων έχει απομειωθεί και οι ζημιές απομείωσης προκύπτουν μόνον όταν υπάρχει αντικειμενική ένδειξη απομείωσης ως αποτέλεσμα ενός ή περισσοτέρων γεγονότων που συνέβησαν μετά την αρχική αναγνώριση του περιουσιακού στοιχείου ("ζημιογόνο γεγονός") και αυτό το ζημιογόνο γεγονός (ή γεγονότα) έχει αντίκτυπο στις εκτιμημένες μελλοντικές ταμειακές ροές του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου ή της ομάδας χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και μπορεί να εκτιμηθεί αξιόπιστα.
Ένδειξη απομείωσης μπορεί να περιλαμβάνει ενδείξεις ότι οι οφειλέτες ή μια ομάδα οφειλετών αντιμετωπίζει σημαντικά οικονομικά προβλήματα, δυσκολίες ή αδυναμία πληρωμής τόκων ή κεφαλαίου, η πιθανότητα ότι θα κηρύξει πτώχευση ή άλλη οικονομική αναδιοργάνωση, και όπου παρατηρήσιμα στοιχεία υποδεικνύουν ότι υπάρχει μια μετρήσιμη μείωση των εκτιμώμενων μελλοντικών ταμειακών ροών, όπως μεταβολές στις καθυστερημένες πληρωμές ή οικονομικές συνθήκες που συσχετίζονται με τις αθετήσεις.
Για την κατηγορία δάνειων και εισπρακτέων, το ποσό της ζημιάς υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας του περιουσιακού στοιχείου και της παρούσας αξίας των εκτιμώμενων μελλοντικών ταμειακών ροών (εξαιρώντας μελλοντικές πιστωτικές ζημιές που δεν έχουν πραγματοποιηθεί) προεξοφλημένες με το αρχικό πραγματικό επιτόκιο του χρηματοοικονομικού στοιχείου. Η λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου μειώνεται και το ποσό της ζημιάς αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές. Εάν ένα δάνειο ή χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχειό διακρατούμενα μέχρι τη λήξη έχει κυμαινόμενο επιτόκιο, το προεξοφλητικό επιτόκιο για τον υπολογισμό της ζημιάς απομείωσης είναι το τρέχον πραγματικό επιτόκιο που καθορίζεται από τη σύμβαση. Ως πρακτική λύση, η Εταιρεία μπορεί να υπολογίσει την απομείωση με βάση την δίκαιη αξία ενός μέσου χρησιμοποιώντας τις παρατηρήσιμες τιμές αγοράς.
Εάν, σε μεταγενέστερη περίοδο, το ποσό της ζημιάς απομείωσης μειωθεί και η μείωση μπορεί αντικειμενικά να συσχετισθεί με ένα γεγονός που συνέβη μετά την αναγνώριση της απομείωσης (όπως βελτίωση της τιστωτικής ικανότητας του οφειλέτη), η αντιστροφή της προηγουμένης ζημιάς απομείωσης αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές.
Στην περίπτωση μετοχικών τίτλων που ταξινομήθηκαν ως διαθέσιμοι προς πώληση. μια σημαντική ή παρατεταμένη μείωση στη δίκαιη αξία της μετοχής κάτω από το κόστος της, αποτελεί αντικειμενικό στοιχείο ότι έχει υποστεί απομείωση στην αξία. Αν υπάρχουν τέτοια αντικειμενικά στοιχεία για χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα προς πώληση η συσσωρευμένη ζημιά η οποία προσδιορίζεται ως η διαφορά μεταξύ του κόστους απόκτησης και της τρέχουσας δίκαιης αξίας, μείον ζημιάς απομείωσης του περιουσιακού στοιχείου που προηγουμένως αναγνωρίστηκε στις κερδοζημιές, μεταφέρεται από τα ίδια κεφάλαια και αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές.
Οι ζημιές απομείωσης που αναγνωρίστηκαν στις κερδοζημιές για μετοχικούς τίτλους δεν αντιστρέφονται μέσω των κερδοζημιών. Εάν, σε μεταγενέστερη περίοδο, η δίκαιη αξία ενός χρεωστικού τίτλου που ταξινομήθηκε ως διαθέσιμος προς πώληση αυξηθεί και η αύξηση μπορεί αντικειμενικά να συσχετισθεί με ένα γεγονός που συνέβη μετά την αναγνώριση της ζημιάς απομείωσης στις κερδοζημιές, η ζημιά απομείωσης αντιστρέφεται μέσω των κερδοζημιών.
Τα εμπορικά ειστιρακτέα αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία και μετέπειτα παρουσιάζονται σε αποσβεσμένο κόστος, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου, μείον πρόνοιας για απομείωση της αξίας. Η πρόβλεψη για απομείωση καθορίζεται όταν υπάρχει αντικειμενική ένδειξη πως η Εταιρεία δεν θα είναι σε θέση να εισπράξει τα συνολικά προά σύμφωνα με τους αρχικούς όρους των εισπρακτέων. Σημαντικές οικονομικές δυσκολίες του χρεώστη, η πιθανότητα ότι ο χρεώστης θα περιέλθει σε πτώχευση ή οικονομική αναδιοργάνωση, και η αθέτηση ή παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του σχετικά με πληρωμές θεωρούνται ενδείξεις ότι το εμπορικό εισπρακτέο έχει υποστεί απομείωση. Το ποσό της πρόβλεψης είναι η διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας και της ανακτήσιμης αξίας του εισπρακτέου, η οποία είναι η παρούσα αξία των υπολογιζόμενων μελλοντικών ταμειακών ροών, προεξοφλημένων με το πραγματικό επιτόκιο. Η λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου μειώνεται με τη χρήση ενός λογαριασμού πρόβλεψης, και το ποσό της ζημιάς αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές, στα 'έξοδα διοικητικής λειτουργίας'. Όταν ένα εμπορικό εισπρακτέο είναι επισφαλές, διαγράφεται έναντι του λογαριασμού πρόβλεψης για εμπορικά εισπρακτέα. Επακόλουθες ανακτήσεις ποσών που είχαν προηγουμένως διαγραφές πιστώνονται έναντι των "έξοδα διοικητικής λειτουργίας" στις κερδοζημιές.
Οι πιστωτές αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία και μετέπειτα παρουσιάζονται σε αποσβεσμένο κόστος χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου.
Η Εταιρεία προβαίνει σε συναλλαγές με μετόχους. Όταν συνάδει με την φύση της συναλλαγής, η λογιστική πολιτική της Εταιρείας είναι να αναγνωρίζει οποιαδήποτε κέρδη ή ζημές από συναλλαγές με μετόχους και άλλες οντότητες που βρίσκονται υπό κοινό έλεγχο από το τελικό μέτοχο, απευθείας στα ίδια κεφάλαια και να θεωρεί αυτές τις συναλλαγές ως επιπλέων συνεισφορά κεφαλαίου ή ως πληρωμή μερισμάτων. Παρόμοιες συναλλαγές με άλλα μέρη, πέρα από μετόχους, αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές σύμφωνα με το ΔΛΠ 39 "Χρηματοοικονομικά Μέσα: Αναγνώριση και Αποτίμηση".
Έκθεση Ανεξάρτητου Ελεγκτή στις σελίδες 13 μέχρι 19.
Building tools?
Free accounts include 100 API calls/year for testing.
Have a question? We'll get back to you promptly.