Quarterly Report • Jun 30, 2020
Quarterly Report
Open in ViewerOpens in native device viewer
| 2019 | 2018 | ||
|---|---|---|---|
| Σημ. | € | € | |
| Εισόδημα | 9 | 44,502,105 | 42.103.089 |
| Κόστος πωλήσεων | 12 | (26, 364, 686) | (24.653.611) |
| Μικτό κέρδος | 18.137.419 | 17,449,478 | |
| Έξοδα πωλήσεων και προώθησης | (14.077.305) | (12.614.062) | |
| Έξοδα διοικητικής λειτουργίας | (2.834.036) | (2.942.366) | |
| Άλλα έσοδα | 10 | 536.322 | 395.321 |
| Άλλα κέρδη/(ζημιές) - καθαρά | 11 | 529.915 | (94.846) |
| Κέρδος εργασιών | 2.292.315 | 2.193.525 | |
| Χρηματοδοτικά έξοδα | 14 | (760.938) | (398.111) |
| Κέρδος πριν τη φορολογία | 1.531.377 | 1.795.414 | |
| Χρέωση φορολογίας | 15 | (352.417) | |
| (267.773) | |||
| Κέρδος για το έτος | 1.178.960 | 1.527.641 | |
| Αναλογεί σε: | |||
| Μετόχους του Συγκροτήματος | 1.181.109 | 1.529.735 | |
| Δικαιώματα μειοψηφίας | (2.149) | (2.094) | |
| 1.178.960 | 1.527.641 | ||
| Κέρδος ανά μετοχή που αναλογεί στους μετόχους του Συγκροτήματος (σεντ ανά μετοχή) |
17 | 2,73 | 3,54 |
Οι σημειώσεις στις σελίδες 30 μέχρι 95 αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτών των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.
WILL IN THE TRACTION CONTROL AND MOVED TO THE REPORT OF THE TABLE
$\label{eq:3.1} \mathcal{F}(\mathcal{A}{\mathcal{A}}) = \mathcal{F}(\mathcal{A}{\mathcal{A}}) = \mathcal{F}(\mathcal{A}{\mathcal{A}}) + \mathcal{F}(\mathcal{A}{\mathcal{A}})$
| Σημ. | 2019 | 2018 | |
|---|---|---|---|
| € | € | ||
| Κέρδος για το έτος | 1,178,960 | 1.527.641 | |
| Άλλα συνολικά εισοδήματα Στοιχεία που δεν θα αναταξινομηθούν στις κερδοζημιές |
|||
| Κέρδος από επανεκτίμηση της γης και των κτιρίων, μετά τη φορολογία |
28 | 5.310 | 170.420 |
| Στοιχεία που μπορεί μετέπειτα να μεταφερθούν στις κερδοζημιές |
|||
| Συναλλαγματικές διαφορές | 28 | 1.288 | (4.123) |
| Στοιχεία που μπορεί μετέπειτα να αναταξινομηθούν στις κερδοζημιές |
1.288 | (4.123) | |
| Άλλα συνολικά εισοδήματα για το έτος, μετά την φορολογία |
6.598 | 166.297 | |
| Συνολικό κέρδος για το έτος | 1.185.558 | 1.693.938 | |
| Αναλογεί σε: | |||
| Μετόχους του Συγκροτήματος Δικαιώματα μειοψηφίας |
1.187.707 (2.149) |
1.696.032 (2.094) |
|
| 1.185.558 | 1.693.938 |
Τα στοιχεία στην πιο πάνω κατάσταση παρουσιάζονται μετά την αφαίρεση της φορολογίας. Η φορολογία που σχετίζεται με κάθε στοιχείο των άλλων συνολικών εισοδημάτων παρουσιάζεται στη Σημείωση 15.
Οι σημειώσεις στις σελίδες 30 μέχρι 95 αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτών των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.
| The contract of the contract of the | ||
|---|---|---|
| 대표 대표 대표 대표 대표 대표 대표 대표 대표 대표 대표 대표 대표 |
$\frac{1}{2\pi\sqrt{2}}$
| 2019 | 2018 | ||
|---|---|---|---|
| Περιουσιακά στοιχεία | Σημ. | € | € |
| Μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία | |||
| Ακίνητα, εγκαταστάσεις και εξοπλισμός | 18 | 11.707.210 | 12.685.739 |
| Περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης | 19 | 9.738.886 | |
| Επενδύσεις σε ακίνητα | 20 | 16.393.930 | 18.521.758 |
| Άυλα περιουσιακά στοιχεία | 21 | 34.088 | 45.018 |
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που | |||
| επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων | 23 | 133.599 | 140.429 |
| 38.007.713 | 31.392.944 | ||
| Κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία | |||
| Αποθέματα - έτοιμα προϊόντα | 25 | 5.661.793 | 5.651.202 |
| Αποθέματα – ακίνητα για εμπορία | 25 | 4.907.927 | 2.186.123 |
| Άλλα μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία | 24 | 1.232.664 | 1.714.055 |
| Εμπορικά εισπρακτέα | 23 | 259.100 | 281.148 |
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε | 23 | ||
| αποσβεσμένο κόστος | 120.219 | 136.523 | |
| Φορολογία εισπρακτέα Μετρητά και καταθέσεις στην τράπεζα |
14.703 | ||
| 26 | 1.858.153 | 954.529 | |
| 14.054.559 | 10.923.580 | ||
| Σύνολο περιουσιακών στοιχείων | 52.062.272 | 42.316.524 | |
| Ίδια κεφάλαια | |||
| Κεφάλαιο και αποθεματικά αποδοτέα | |||
| στους μετόχους του Συγκροτήματος | |||
| Μετοχικό κεφάλαιο | 27 | 14.691.694 | 14.691.694 |
| Διαφορά από μετατροπή μετοχικού κεφαλαίου σε Ευρώ | 74.335 | 74.335 | |
| Αποθεματικό υπέρ το άρτιο | 27 | 5.473.301 | 5.473.301 |
| Άλλα αποθεματικά | 28 | 2.178.575 | 2.171.977 |
| Κέρδη/(ζημιές) που κρατήθηκαν | 73.012 | (1.108.097) | |
| 22.490.917 | 21.303.210 | ||
| Δικαιώματα μειοψηφίας | 338.487 | 340.636 | |
| Σύνολο ιδίων κεφαλαίων | 22.829.404 | 21.643.846 | |
| Υποχρεώσεις | |||
| Μη βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις | |||
| Δανεισμός | 29 | 6.702.427 | 7.290.767 |
| Υποχρεώσεις από μισθώσεις | 19 | 7.099.393 | |
| Αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις | 30 | 1.488.830 | 1.147.327 |
| 15.290.650 | 8.438.094 | ||
| Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις | |||
| Εμπορικοί και άλλοι πιστωτές | 31 | 7.274.245 | 6.806.210 |
| Συμβατικές υποχρεώσεις | 9 | 72.720 | 55.885 |
| Τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις | 21.223 | ||
| Υποχρεώσεις από μισθώσεις | 19 | 2.648.594 | |
| Δανεισμός | 29 | 3.946.659 | 5.351.266 |
| 13.942.218 | 12.234.584 | ||
| Σύνολο υποχρεώσεων | 29.232.868 | 20.672.678 | |
| Σύνολο ιδίων κεφαλαίων και υποχρεώσεων | 52.062.272 | 42.316.524 |
Στις 29 Ιουνίου 2020 το Διοικητικό Συμβούλιο της Mallouppas & Papacostas Public Co Limited ενέκρινε αυτές τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις για έκδοση.
Πόλυς Μαλλούπας, Εκτελεστικός Πρόεδρος
TORIAN
Κώστας Παπακώστας, Α΄ Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος
Οι σημειώσεις στις σελίδες 30 μέχρι 95 αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτών των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.
| Αναλογεί στους μετόχους του Συγκροτήματος | |||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Σημ. | κεφάλαιο Метохіко |
Ψ μετοχικού κεφαλαίου σε € Διαφορά από μετατροπή |
υπέρ το άρτιο (2) Ψ Атовератко |
αποθεματικά (2) Aλλα |
Κέρδη που κρατήθηκαν (1) Ψ |
Σύνολο | Δικαιώματα Spidumoran |
Σύνολο | |
| Υπόλοιπο την 1 Ιανουαρίου 2018 | 4.691.694 | 74,355 | 5.473.301 | 2.005.680 | (2.592.501) | 19.652.509 | 342.730 | 9.995.239 | |
| Συνολικό εισόδημα Κέρδος για το έτος |
1.529.735 | 1.529.735 | (2.094) | 1.527.641 | |||||
| Έκτακτη αμυντική εισφορά για την λογιζόμενη διανομή μερίσματος Κέρδος από επανεκτίμηση - μετά τη φορολογία Συναλλαγματικές διαφορές έτους Άλλα συνολικά εισοδήματα Γη και κτίρια: |
28 28 28 |
(4.123) 170,420 |
(45.331) | (4.123) (45.331) 170.420 |
170.420 (4.123) (45.331) |
||||
| Συνολικό κέρδος για το έτος 2018 | 166.297 | 1.484.404 | 1.650.701 | (2.094) | 1.648.607 | ||||
| Υπόλοιπο την 31 Δεκεμβρίου 2018 | 4.691.694 | 74.335 | 5.473.301 | 2.171.977 | (1.108.097) | 21.303.210 | 340.636 | 21.643.846 | |
| Συνολικό εισόδημα Κέρδος για το έτος |
ı | 1.181.109 | 1.181.109 | (2.149) | 1.178.960 | ||||
| Κέρδος από επανεκτίμηση - μετά τη φορολογία Συναλλαγματικές διαφορές έτους Άλλα συνολικά εισοδήματα Γη και κτίρια: |
28 28 |
5.310 1,288 |
5.310 1.288 |
5.310 1.288 |
|||||
| Συνολικό κέρδος για το έτος 2019 | 6.598 | 1.181.109 | 1.187.707 | (2.149) | 1.185.558 | ||||
| $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , $\overline{r}$ , Υπόλοιπο την 31 Δεκεμβρίου 2019 |
4.691.694 | 74,335 | 5.473.301 | 2.178.575 | 73,012 | 22.490.917 | 338.487 | 22.829.404 |
Οι σημειώσεις στις σελίδες 30 μέχρι 95 αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτών των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.
| Σημ. | 2019 € |
2018 € |
|
|---|---|---|---|
| Ροή μετρητών από εργασίες | |||
| Κέρδος πριν τη φορολογία Αναπροσαρμογές για: |
1.531.377 | 1.795.414 | |
| Αποσβέσεις ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού Αποσβέσεις περιουσιακών στοιχείων με δικαίωμα χρήσης |
18 19 |
1.441.823 2.765.026 |
1.146.811 |
| Αποσβέσεις άυλων περιουσιακών στοιχείων Αντιστροφή ζημιών απομείωσης χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων |
21 | 13.991 (870) |
13.761 |
| Ζημιά/(Κερδος) από πώληση και διαγραφές ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού |
18 | 55.420 | 652 |
| (Κέρδος)/Ζημιά από πώληση και διαγραφές άυλων περιουσιακών στοιχείων (Κέρδος) δίκαιης αξίας από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που |
11 | 939 | (2.313) |
| επιμετρώνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων (Κέρδη)/Ζημιές δίκαιης αξίας από επενδύσεις σε ακίνητα |
11 | 6.830 (593.975) |
(18.057) 117.222 |
| Εισόδημα από μερίσματα Άλλα κέρδη |
10 11 |
(9.500) (760) |
(9.500) |
| Πιστωτικοί τόκοι υπολογιζόμενοι με τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου | 10 | (67) | |
| Χρεωστικούς τόκους Συναλλαγματικές διαφορές |
14 11 |
760.938 1.631 |
398.111 (2.658) |
| Αλλαγές στο κεφάλαιο κίνησης: | 5.972.870 | 3.439.376 | |
| Αποθέματα | (10.591) | (686.531) | |
| Εμπορικά εισπρακτέα | 22.918 | (38.301) | |
| Άλλα μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία | 257.025 | (353.468) | |
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος Εμπορικοί και άλλοι πιστωτές |
16.304 (118.195) |
20.788 1.146.711 |
|
| Συμβατικές υποχρεώσεις | 16.835 | 55.885 | |
| Μετρητά που προήλθαν από εργασίες | 6.157.166 | 3.584.460 | |
| Φορολογία που πληρώθηκε Έκτακτη αμυντική εισφορά για την λογιζόμενη διανομή μερίσματος που |
(41.531) | (231.932) | |
| πληρώθηκε | (45.331) | ||
| Καθαρά μετρητά από εργασίες | 6.115.635 | 3.307.197 | |
| Ροή μετρητών για επενδυτικές δραστηριότητες | |||
| Αγορά ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού | 18 | (704.419) | (5.124.452) |
| Εισπράξεις από πώληση ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού | 18 | 185.705 | 220 |
| Αγορά επενδύσεων σε ακίνητα | 19 21 |
(2.169) | |
| Αγορά άυλων περιουσιακών στοιχείων Εισπράξεις από πώληση και διαγραφές άυλων περιουσιακών στοιχείων |
(4.186) 186 |
(30.454) 19.999 |
|
| Τόκοι που εισπράχτηκαν Μερίσματα που εισπράχτηκαν |
9.500 | 67 9.500 |
|
| Καθαρά μετρητά για επενδυτικές δραστηριότητες | (513.214) | (5.127.290) | |
| Ροή μετρητών από χρηματοδοτικές δραστηριότητες | |||
| Εισπράξεις από τραπεζικό δανεισμό | 3.000.000 | 5.014.580 | |
| Αποπληρωμές τραπεζικού δανεισμού | (4.623.938) | (1.930.038) | |
| Τόκοι που πληρώθηκαν Εισπράξεις από συμβούλους |
14 31 |
(760.938) 586.037 |
(398.111) |
| Αποπληρωμές κεφαλαίου υποχρεώσεων από μισθώσεις | (2.530.799) | ||
| Καθαρά μετρητά (για)/από χρηματοδοτικές δραστηριότητες | (4.329.638) | 2.686.431 | |
| Καθαρή αύξηση στα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα και τραπεζικά παρατραβήγματα |
1.272.783 | 866.338 | |
| Ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα και τραπεζικά παρατραβήγματα στην | |||
| αρχή του έτους | (2.400.363) | (3.266.701) | |
| Ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα και τραπεζικά παρατραβήγματα στο τέλος του έτους |
26 | (1.127.580) | (2.400.363) |
Οι σημειώσεις στις σελίδες 30 μέχρι 95 αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτών των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.
Η Εταιρεία συστάθηκε στην Κύπρο στις 22 Απριλίου 1982 ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Στις 30 Δεκεμβρίου 1999 η Εταιρεία εισήχθηκε στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.
Το εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας είναι στην Ακαδημίας 21, Κτίριο ΚΕΜΑ, 10° Όροφος, 2107 Λευκωσία.
Η Εταιρεία είναι η ιθύνουσα εταιρεία του Συνκροτήματος.
Οι κύριες δραστηριότητες του Συγκροτήματος δεν έχουν αλλάξει από τον προηγούμενο χρόνο.
Συγκεκριμένα, οι κύριες δραστηριότητες του Συγκροτήματος είναι οι ακόλουθες:
Στις 11 Μαρτίου 2020, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανακήρυξε την έξαρση του Κορονοϊού COVID-19 ως πανδημία, αναγνωρίζοντας την ταχεία εξάπλωσή του σε ολόκληρο τον κόσμο. Πολλές κυβερνήσεις λαμβάνουν όλο και πιο αυστηρά μέτρα για να συμβάλουν στη συγκράτηση, και σε πολλές χώρες τώρα στην καθυστέρηση της διάδοσης του ιού. Αυτά τα μέτρα περιλαμβάνουν: αυτοπεριορισμό/καραντίνα σε αυτούς που ενδεχομένως επηρεάστηκαν, εφαρμογή κοινωνικής απομάκρυνσης και έλεγχο ή κλείσιμο των συνόρων καθώς και καθολικό "κλείσιμο" πόλεων/περιοχών ή ακόμα και ολόκληρων χωρών. Τα μέτρα αυτά έχουν επιβραδύνει την οικονομία τόσο της Κύπρου όσο και την παγκόσμια οικονομία, και υπάρχει πιθανότητα να συντελέσουν σε ευρύτερες επιπτώσεις στις αντίστοιχες οικονομίες καθώς τα μέτρα εξακολουθούν να ισχύουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η Κύπρος βρίσκεται επί του παρόντος στη τρίτη φάση της κρίσης. Η καμπύλη μόλυνσης έχει επιπεδωθεί, και μετά από εβδομάδες περιορισμών η κυβέρνηση προχώρησε σε σταδιακή άρση των περιορισμών με ελεγχόμενο τρόπο και την επανεκκίνηση για το άνοιγμα της οικονομίας.
Στην αξιολόγηση της ικανότητας του Συγκροτήματος να συνεχίσει ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα, οι Σύμβουλοι έλαβαν υπόψη τους ακόλουθους παράνοντες:
Με βάση τα πιο πάνω το Διοικητικό Συμβούλιο του Συνκροτήματος θεωρεί ότι σωστά οι οικονομικές καταστάσεις έχουν καταρτιστεί με βάση την αρχή της συνεχιζόμενης δραστηριότητας εφόσον δεν υπάρχει ουσιαστική αβεβαιότητα που ενδέχεται να προκαλέσει σημαντική αμφιβολία ως προς την ικανότητα του Συγκροτήματος να συνεχίσει ως δρώσα οικονομική μονάδα. Ως εκ τούτου το Συγκρότημα θα συνεχίσει ως δρώσα οικονομική μονάδα τουλάχιστον για τους επόμενους δώδεκα μήνες από την ημέρα έγκρισης αυτών των οικονομικών καταστάσεων.
Οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας έχουν ετοιμαστεί σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) όπως αυτά υιοθετήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και τις απαιτήσεις του Περί Εταιρειών Νόμου της Κύπρου, Κεφ. 113.
Κατά την ημερομηνία της έγκρισης των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, όλα τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς που έχουν εκδοθεί από το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (ΣΔΛΠ) και είναι εφαρμόσιμα από την 1 Ιανουαρίου 2019 και σχετίζονται με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος έχουν υιοθετηθεί από την ΕΕ μέσω της διαδικασίας υιοθέτησης που καθορίστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Οι κυριότερες λογιστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν στην κατάρτιση αυτών των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων εκτίθενται πιο κάτω στη Σημείωση 4. Εκτός από τις αλλαγές στις λογιστικές πολιτικές που απορρέουν από την υιοθέτηση του ΔΠΧΑ 16, οι οποίες ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2019, οι πολιτικές αυτές εφαρμόστηκαν με συνέπεια για όλα τα έτη που παρουσιάζονται, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά (βλέπε Σημειώσεις 3 και 4).
Οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις έχουν καταρτιστεί με βάση την αρχή του ιστορικού κόστους όπως έχει τροποποιηθεί από την αρχική αναγνώριση των χρηματοπιστωτικών μέσω με βάση την δίκαιη αξία και με την επανεκτίμηση σε δίκαιη αξία της γης και των κτιρίων, των επενδύσεων σε ακίνητα και των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Η κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ απαιτεί τη χρήση ορισμένων σημαντικών λογιστικών εκτιμήσεων και την άσκηση κρίσης από τη Διεύθυνση στη διαδικασία εφαρμογής των λογιστικών πολιτικών του Συγκροτήματος. Οι τομείς που απαιτούν μεγαλύτερου βαθμού κρίση ή είναι πιο πολύπλοκοι ή τομείς όπου οι παραδοχές και οι υπολογισμοί έχουν σημαντική επίδραση στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζονται στη Σημείωση 7.
Θυγατρικές είναι όλες οι οντότητες (περιλαμβανομένων οντοτήτων ειδικού σκοπού (Ο.Ε.Σ.)) τις οποίες το Συνκρότημα ελένχει. Το Συνκρότημα ελένχει μια οντότητα όταν το Συγκρότημα εκτίθεται ή έχει δικαιώματα σε μεταβλητές αποδόσεις από τη σχέση της με την οντότητα και έχει την ικανότητα να επηρεάσει αυτές τις αποδόσεις μέσω της εξουσίας της επί της οντότητας.
Οι θυνατρικές οντότητες ενοποιούνται από την ημερομηνία που ο έλεγχος μεταφέρεται στο Συγκρότημα και η ενοποίηση σταματά την ημερομηνία όταν ο έλεγχος αυτός τερματίζεται.
Το Συγκρότημα εφαρμόζει τη λογιστική μέθοδο της αγοράς για το λογιστικό χειρισμό συνενώσεων επιχειρήσεων. Το αντίτιμο που μεταφέρεται για την εξαγορά της θυγατρικής εταιρείας είναι η δίκαιη αξία των περιουσιακών στοιχείων που παραχωρούνται, των υποχρεώσεων που προκύπτουν για τον προηγούμενο ιδιοκτήτη της εξαγορασθείσας επιχείρησης και των μετοχικών τίτλων που εκδίδονται από το Συγκρότημα. Το αντίτιμο που μεταφέρεται, περιλαμβάνει τη δίκαιη αξία οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχειού ή υποχρέωσης που απορρέει από οποιαδήποτε συμφωνία ενδεχόμενου ανταλλάγματος. Τα έξοδα που σχετίζονται με την εξαγορά χρεώνονται στις κερδοζημιές όταν προκύπτουν. Τα αναγνωρίσιμα περιουσιακά στοιχεία που εξαγοράζονται και οι υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ενδεχομένων υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται σε συνενώσεις επιχειρήσεων, αναγνωρίζονται κατά την ημερομηνία απόκτησης, σε δίκαιες αξίες. Το Συγκρότημα αναγνωρίζει οποιαδήποτε δικαιώματα μειοψηφίας στην αποκτώμενη επιχείρηση είτε σε δίκαιη αξία, είτε στο μερίδιο του καθαρού ενεργητικού της αποκτώμενης επιχείρησης που αναλογεί στην μειοψηφία, για κάθε εξαγορά ξεχωριστά.
Εάν η συνένωση επιχειρήσεων επιτυνχάνεται σε στάδια, η δίκαιη αξία κατά την ημερομηνία της απόκτησης του συμφέροντος που κατείχε το Συγκρότημα προηγουμένως αποτιμάται ξανά στη δίκαιη αξία κατά την ημερομηνία απόκτησης και οποιαδήποτε κέρδη ή ζημιές προκύπτουν από την επανεκτίμηση αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές.
Οποιοδήποτε ενδεχόμενο αντάλλαγμα που πρόκειται να μεταφερθεί από το συγκρότημα αναγνωρίζεται σε δίκαιη αξία κατά την ημερομηνία απόκτησης. Μεταγενέστερες αλλαγές στη δίκαιη αξία του ενδεχόμενου ανταλλάγματος που θεωρείται ως περιουσιακό στοιχείο ή υποχρέωση αναγνωρίζεται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 ως αλλανή στα άλλα συνολικά εισοδήματα. Ενδεχόμενο αντάλλανμα που κατατάσσεται ως ίδια κεφάλαια δεν επανεκτιμάται, και ο επακόλουθος διακανονισμός του αναγνωρίζεται στα ίδια κεφάλαια.
Η υπεραξία προκύπτει κατά την απόκτηση θυγατρικών εταιρειών και αντιπροσωπεύει την υπέρβαση του συνόλου του αντίτιμου που μεταφέρεται, του δικαιώματος μειοψηφίας της εξαγορασθείσας επιχείρησης και της δίκαιης αξίας οποιασδήποτε προηγούμενης συμμετοχής στην εξαγορασθείσα επιχείρηση σε σχέση με τα καθαρά αναγνωρίσιμα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν. Εάν το συνολικό τίμημα που μεταφέρεται, το συμφέρον μειοψηφίας που αναγνωρίζεται και η προηγούμενη συμμετοχή που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία είναι χαμηλότερα από τη δίκαιη αξία των καθαρών περιουσιακών στοιχείων της θυγατρικής που αποκτήθηκε σε περίπτωση εξαγοράς σε συμφέρουσα τιμή, η διαφορά αναγνωρίζεται απευθείας στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων.
Οι ενδοεταιρικές συναλλανές, υπόλοιπα, έσοδα και έξοδα από συναλλανές μεταξύ εταιρειών του Συγκροτήματος απαλείφονται. Κέρδη ή ζημιές που προκύπτουν από ενδοεταιρικές συναλλαγές που αναγνωρίζονται στα περιουσιακά στοιχεία επίσης απαλείφονται. Όπου είναι απαραίτητο, οι λογιστικές πολιτικές των θυγατρικών εταιρειών έχουν διαφοροποιηθεί για να συνάδουν με τις λογιστικές πολιτικές που εφαρμόζει το Συγκρότημα.
Όταν το Συνκρότημα παύει να έχει τον έλενχο, οποιοδήποτε συμφέρον που παραμένει στην οντότητα επανεκτιμάται στη δίκαια αξία του κατά την ημερομηνία απώλειας του ελέγχου, με την αλλαγή στη λογιστική αξία να αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές. Η δίκαια αξία είναι η αρχική λογιστική αξία για σκοπούς μελλοντικής αποτίμησης της εναπομένουσας συμμετοχής ως συνδεδεμένης εταιρείας, κοινοπραξίας ή χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου. Επιπλέον, τα ποσά που είχαν αναννωριστεί στα άλλα συνολικά εισοδήματα σε σχέση με την οντότητα λογίζονται ως εάν το Συγκρότημα είχε διαθέσει απευθείας τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι τα ποσά που είχαν αναγνωριστεί προηγουμένως στα άλλα συνολικά εισοδήματα αναταξινομούνται στις (συσσωρευμένες ζημιές)/κέρδη που κρατήθηκαν.
Το Συγκρότημα χειρίζεται τις συναλλαγές με τη μειοψηφία σαν συναλλαγές με μετόχους του Συγκροτήματος. Για αγορές από τα δικαιώματα μειοψηφίας, η διαφορά μεταξύ του κόστους εξαγοράς και της συμμετοχής στην λογιστική αξία του αναγνωρίσιμου καθαρού ενεργητικού της θυγατρικής που εξαγοράζεται, αναγνωρίζεται στα ίδια κεφάλαια. Κέρδη και ζημιές του Συγκροτήματος από πωλήσεις στο συμφέρον μειοψηφίας. περιλαμβάνονται επίσης στα ίδια κεφάλαια.
Όταν το Συγκρότημα σταματήσει να έχει τον έλεγχο ή να ασκεί σημαντική επιρροή στην οντότητα, οποιοδήποτε συμφέρον που συνεχίζει να κατέχει το Συγκρότημα στην οντότητα, επαναμετράται σε δίκαιη αξία την ημερομηνία που χάνεται ο έλεγχος, με την διαφορά από την λογιστική του αξία να αναγνωρίζεται ως κέρδος ή ζημιά. Η δίκαιη αξία χρησιμοποιείται ως η αρχική λογιστική αξία για τον μετέπειτα λογιστικό χειρισμό του μεριδίου σε συνδεδεμένη εταιρεία με το Συγκρότημα, κοινοπραξία ή χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο. Επιπρόσθετα, οποιοδήποτε ποσό που αρχικά αναγνωρίστηκε στα άλλα συνολικά εισοδήματα σε σχέση με αυτή την επένδυση, λογίζεται με τον ίδιο τρόπο που θα λογιζόταν αν το Συγκρότημα πωλούσε κατευθείαν τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υπογρεώσεις. Αυτό μπορεί να εξυπακούει ότι κάποια ποσά που προηγουμένως αναγνωρίστηκαν στα άλλα συνολικά εισοδήματα επαναταξινομούνται στις (συσσωρευμένες ζημιές)/κέρδη που κρατήθηκαν.
Κατά το τρέχον έτος το Συγκρότημα υιοθέτησε όλα τα νέα και αναθεωρημένα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) τα οποία σχετίζονται με τις δραστηριότητες του και είναι εφαρμόσιμα για λογιστικές περιόδους που αρχίζουν από την 1 Ιανουαρίου 2019. Η υιοθέτηση αυτή δεν είχε επιφέρει σημαντικές αλλαγές στις λογιστικές πολιτικές του Συγκροτήματος με εξαίρεση το πιο κάτω:
ΔΠΧΑ 16 "Μισθώσεις" $\bullet$
Το ΔΠΧΑ 16 καθορίζει τις αρχές για την αναγνώριση, τη μέτρηση, την παρουσίαση και τη γνωστοποίηση των μισθώσεων. Όλες οι μισθώσεις έχουν ως αποτέλεσμα ο μισθωτής να αποκτά το δικαίωμα χρήσης ενός περιουσιακού στοιχείου κατά την έναρξη της μίσθωσης και, εάν οι πληρωμές μισθωμάτων γίνονται με την πάροδο του χρόνου, επίσης να λάβει χρηματοδότηση. Κατά συνέπεια, το ΔΠΧΑ 16 καταργεί την ταξινόμηση των μισθώσεων είτε ως λειτουργικές μισθώσεις είτε ως χρηματοδοτικές μισθώσεις όπως απαιτείται από το ΔΛΠ 17 και εισάνει, αντί αυτού, ένα ενιαίο λονιστικό μοντέλο μισθωτή. Οι μισθωτές θα πρέπει να αναννωρίζουν: (α) περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις για όλες τις μισθώσεις με διάρκεια μεγαλύτερη των 12 μηνών, εκτός εάν το υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο είναι χαμηλής αξίας και (β) αποσβέσεις των περιουσιακών στοιχείων της μίσθωσης ξεχωριστά από τους τόκους των υποχρεώσεων από μισθώσεις στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων. Το ΔΠΧΑ 16 συνεχίζει ουσιαστικά τις λογιστικές απαιτήσεις του ΔΛΠ 17 για εκμισθωτές. Κατά συνέπεια, ένας εκμισθωτής συνεχίζει να ταξινομεί μισθώσεις ως λειτουργικές μισθώσεις ή χρηματοδοτικές μισθώσεις, και να αντιμετωπίζει λογιστικά τα δύο αυτά είδη μισθώσεων με διαφορετικό τρόπο.
Το Συνκρότημα έχει υιοθετήσει το ΔΠΧΑ 16 αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 2019, αλλά δεν έχει επαναδιατυπώσει τα συγκριτικά στοιχεία για την περίοδο αναφοράς 2018, όπως επιτρέπεται από τις μεταβατικές διατάξεις του προτύπου. Οι αναταξινομήσεις και οι προσαρμογές που προκύπτουν από τους νέους κανόνες για μισθώσεις αναγνωρίζονται στον αρχικό ισολογισμό την 1η Ιανουαρίου 2019. Συνεπώς, οι συγκριτικές πληροφορίες καταρτίζονται και γνωστοποιούνται σύμφωνα με το ΔΛΠ 17 "Μισθώσεις".
Η υιοθέτηση του ΔΠΧΑ 16 επηρέασε τις λογιστικές πολιτικές του Συγκροτήματος για μισθώσεις στις οποίες ενεργεί ως μισθωτής. Οι νέες λογιστικές πολιτικές του Συγκροτήματος μετά την υιοθέτηση του ΔΠΧΑ 16 την 1η Ιανουαρίου 2019 επεξηγούνται στη Σημείωση 4.
Κατά την υιοθέτηση του ΔΠΧΑ 16, το Συγκρότημα αναγνώρισε υποχρεώσεις από μισθώσεις σε σχέση με μισθώσεις που είχαν προηγουμένως ταξινομηθεί ως "λειτουργικές μισθώσεις" σύμφωνα με τις αρχές του ΔΛΠ 17 για τις οποίες ενεργούσε ως μισθωτής. Αυτές οι υποχρεώσεις αποτιμήθηκαν στην παρούσα αξία των υπόλοιπων πληρωμών των μισθώσεων, προεξοφλημένες με το διαφορικό επιτόκιο δανεισμού του μισθωτή κατά την 1η Ιανουαρίου 2019. Το σταθμισμένο μέσο διαφορικό επιτόκιο δανεισμού του μισθωτή που εφαρμόστηκε στις υποχρεώσεις από μισθώσεις την 1η Ιανουαρίου 2019 ήταν 3,20%.
Κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 16 για πρώτη φορά, το Συγκρότημα έχει χρησιμοποιήσει τις ακόλουθες πρακτικές λύσεις που επιτρέπονται από το πρότυπο:
Ο ακόλουθος πίνακας απεικονίζει την αντιστοίχιση των δεσμεύσεων λειτουργικών μισθώσεων κατά την 31η Δεκεμβρίου 2018 και των υποχρεώσεων από μισθώσεις που αναγνωρίστηκαν την 1n Ιανουαρίου 2019:
| 1 Ιανουαρίου 2019 | |
|---|---|
| Δεσμεύσεις λειτουργικών μισθώσεων που γνωστοποιήθηκαν στις 31 Δεκεμβρίου 2018 | |
| (Σημείωση 33) | 9.449.377 |
| Προεξοφλημένο ποσό με χρήση διαφορικού επιτοκίου δανεισμού του μισθωτή κατά την | |
| ημερομηνία της αρχικής εφαρμογής | (526.923) |
| (Μείωση): βραχυπρόθεσμες μισθώσεις που δεν αναγνωρίζονται ως υποχρέωση | (233.962) |
| (Μείωση): μισθώσεις χαμηλής αξίας που δεν αναγνωρίζονται ως υποχρέωση | (3.500) |
| Προσθήκη: συμβάσεις που επανεκτιμήθηκαν ως συμβόλαια μισθώσεων | 869.622 |
| Προσθήκη: προσαρμογές ως αποτέλεσμα διαφορετικής αντιμετώπισης των επιλογών | |
| επέκτασης των μισθώσεων | 3.919.206 |
| (Μείωση): προσαρμογές που σχετίζονατι με αλλαγές πληρωμών μισθώσεων | (2.029.659) |
| Υποχρεώσεις από μισθώσεις που αναγνωρίστηκαν την 1 Ιανουαρίου 2019 | 11.444.161 |
| Από τις οποίες: | |
| Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις | 2.311.548 |
| Μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις | 9.132.613 |
| 11 AAA 161 |
Το Συγκρότημα αναγνώρισε περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης αξίας €11.668.528 την 1η Ιανουαρίου 2019. Αυτά αναγνωρίστηκαν σε ποσό ίσο με τις υποχρεώσεις από μισθώσεις, προσαρμοσμένο από τυχόν προπληρωμένα ή δεδουλευμένα μισθώματα που αφορούν τη μίσθωση που αναγνωρίστηκε στον ισολογισμό στις 31 Δεκεμβρίου 2018. Δεν υπήρχαν επαχθείς συμβάσεις μίσθωσης που θα απαιτούσαν την προσαρμονή των περιουσιακών στοιχείων με δικαίωμα χρήσης κατά την ημερομηνία της αρχικής εφαρμογής.
Η αλλαγή στη λογιστική πολιτική επηρέασε τα ακόλουθα στοιχεία στον ισολογισμό την 1η Ιανουαρίου 2019:
| Αύξηση/(Μείωση)) | ||
|---|---|---|
| Περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης | Αύξηση | 11.668.528 |
| Υποχρεώσεις από μισθώσεις | Αύξηση | 11.444.161 |
| Προπληρωμές | Μείωση | 224,366 |
Η εκτίμηση του αντίκτυπου της υιοθέτησης του ΔΠΧΑ 16 στις λογιστικές πολιτικές του Συγκροτήματος καθώς και ο υπολογισμός της υποχρέωσης από μισθώσεις και των σχετικών περιουσιακών στοιχείων με δικαίωμα χρήσης κατά την ημερομηνία μετάβασης απαιτούσε από τη Διεύθυνση να προβεί σε ορισμένες σημαντικές κρίσεις σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής των αρχών του νέου προτύπου. Οι κρίσεις που είχαν τη σημαντικότερη επίδραση στα συμπεράσματα της Διεύθυνσης παρουσιάζονται στη Σημείωση 7.
Οι κυριότερες λογιστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν στην κατάρτιση αυτών των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων εκτίθενται πιο κάτω. Εκτός από τις αλλαγές στις λογιστικές πολιτικές που απορρέουν από την υιοθέτηση του ΔΠΧΑ 16, οι οποίες ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2019, οι πολιτικές αυτές εφαρμόστηκαν με συνέπεια νια όλα τα έτη που παρουσιάζονται, εκτός όπου αναφέρεται διαφορετικά.
Το εισόδημα αντιπροσωπεύει το ποσό που αντανακλά το αντάλλαγμα που το Συγκρότημα εκτιμά ότι δικαιούται έναντι της μεταβίβασης των υποσχόμενων αγαθών και υπηρεσιών στον πελάτη, εκτός από ποσά που εισπράχθηκαν εκ μέρους τρίτων (για παράδειγμα, φορολογία προστιθέμενης αξίας), η τιμή συναλλαγής. Το Συγκρότημα περιλαμβάνει στην τιμή συναλλαγής ένα ποσό μεταβλητού ανταλλάγματος ως αποτέλεσμα επιστροφών/εκπτώσεων μόνο στον βαθμό στον οποίο υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να μην προκύψει σημαντική αναστροφή στο ποσό του συσσωρευμένου εσόδου που έχει αναγνωριστεί όταν εξαλειφθεί στη συνέχεια η αβεβαιότητα που σχετίζεται με το μεταβλητό αντάλλαγμα.
Οι εκτιμήσεις για επιστροφές και εκπτώσεις βασίζονται στην εμπειρία της Διοίκησης του Συγκροτήματος με βάση ιστορικά αποτελέσματα και προβλεπόμενες πωλήσεις.
Το Συγκρότημα αναγνωρίζει τα εισοδήματα όταν τα μέρη έχουν εγκρίνει τη σύμβαση (γραπτώς, προφορικά ή σύμφωνα με άλλες συνήθης επιχειρηματικές πρακτικές) και έχουν δεσμευτεί να εκτελέσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους, η οικονομική οντότητα μπορεί να προσδιορίσει τα δικαιώματα κάθε μέρους αναφορικά με τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πρόκειται να μεταβιβαστούν, η οικονομική οντότητα μπορεί να προσδιορίσει τους όρους πληρωμής για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πρόκειται να μεταβιβαστούν, η σύμβαση έχει εμπορική υπόσταση (δηλαδή ο κίνδυνος, ο χρόνος ή το ποσό των μελλοντικών ταμειακών ροών της οικονομικής οντότητας αναμένεται να μεταβληθούν ως αποτέλεσμα της σύμβασης) και είναι πιθανό η οικονομική οντότητα να εισπράξει το αντάλλαγμα που δικαιούται έναντι των αγαθών και υπηρεσιών που θα μεταβιβαστούν στον πελάτη και όταν συγκεκριμένα κριτήρια πληρούνται για κάθε μία από τις συμβάσεις του Συγκροτήματος με πελάτες.
Το Συνκρότημα βασίζει τις εκτιμήσεις του σε ιστορικά αποτελέσματα λαμβάνοντας υπόψη το είδος του πελάτη, το είδος της συναλλαγής και τις ιδιαιτερότητες της κάθε συμφωνίας. Προκειμένου να εκτιμήσει πόσο πιθανό είναι να εισπραχθεί ένα ποσό ανταλλάγματος, η οικονομική οντότητα εξετάζει μόνο την ικανότητα και την πρόθεση του πελάτη να καταβάλει το ποσό του ανταλλάγματος όταν αυτό οφείλεται.
Οι εκτιμήσεις των εισοδημάτων, των κόστων ή της προόδου προς την πλήρη εκπλήρωση της υποχρέωσης εκτέλεσης αναθεωρούνται σε περίπτωση αλλαγής των συνθηκών. Όποιεσδήποτε αυξήσεις ή μειώσεις που μπορεί να προκύψουν στις εκτιμήσεις απεικονίζονται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων κατά την περίοδο στην οποία οι περιστάσεις που οδήγησαν στην αναθεώρηση γίνονται γνωστές στη διοίκηση.
Το Συγκρότημα αξιολογεί κατά πόσο οι συμβάσεις που αφορούν την παροχή μιας σειράς αγαθών ή / και υπηρεσιών περιέχουν μία ή περισσότερες υποχρεώσεις εκτέλεσης (ξεχωριστές υποσχέσεις εκτέλεσης μιας υπηρεσίας) και κατανέμουν την τιμή συναλλαγής σε κάθε υποχρέωση εκτέλεσης που προσδιορίζεται βάσει της αυτόνομης τιμής πώλησης. Ένα αγαθό ή μια υπηρεσία που το Συγκρότημα έχει υποσχεθεί σε έναν πελάτη είναι ξεχωριστή εάν ο πελάτης μπορεί να επωφεληθεί από το αγαθό ή την υπηρεσία, είτε μεμονωμένα είτε από κοινού με άλλους πόρους οι οποίοι είναι άμεσα διαθέσιμοι στον πελάτη (δηλαδή το αγαθό ή η υπηρεσία έχει τη δυνατότητα να είναι ξεχωριστό/ή) και η υπόσχεση του Συγκροτήματος να μεταβιβάσει το αγαθό ή την υπηρεσία στον πελάτη μπορεί να προσδιοριστεί χωριστά από άλλες υποσχέσεις που περιέχονται στη σύμβαση (δηλαδή το αγαθό ή η υπηρεσία είναι ξεχωριστό/ή στο πλαίσιο της σύμβασης).
Οι πωλήσεις αγαθών αναγνωρίζονται όταν το Συγκρότημα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις εκτέλεσης μεταβιβάζοντας τον έλεγχο των υποσχόμενων προϊόντων στον πελάτη, που γίνεται συνήθως όταν τα αναθά παραδοθούν στον πελάτη και δεν υπάρχει καμιά μη εκπληρωμένη υποχρέωση που θα μπορούσε να επηρεάσει την αποδοχή των προϊόντων από τον πελάτη. Η αποδοχή γίνεται όταν τα προϊόντα έχουν παραδοθεί στον πελάτη, οι κίνδυνοι απαξίωσης και απώλειας έχουν μεταφερθεί στον πελάτη και είτε ο πελάτης έχει αποδεχθεί τα αγαθά.
Η υποχρέωση επιστροφής αναγνωρίζεται για τις αναμενόμενες επιστροφές αναθών σε σχέση με τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν μέχρι το τέλος της περιόδου αναφοράς. Δεν θεωρείται ότι υπάρχει σημαντικό στοιχείο χρηματοδότησης, δεδομένου ότι οι πωλήσεις πραγματοποιούνται με διάρκεια πίστωσης 30 ημερών, η οποία συνάδει με την πρακτική της αγοράς. Η υποχρέωση του Συγκροτήματος να αντικαταστήσει προϊόντα με τους συνήθεις όρους επιστροφής αναγνωρίζεται ως πρόβλεψη όταν είναι σημαντική.
Η συναλλαγή αποπληρώνεται την στιγμή πώλησης των προϊόντων και σύμφωνα με την πολιτική του Συγκροτήματος να πωλεί τα προϊόντα του στον τελικό καταναλωτή με δικαίωμα επιστροφής εντός 30 ημερών, η υποχρέωση επιστροφής και το δικαίωμα στα επιστρεφόμενα προϊόντα αναγνωρίζεται στον ισολογισμό για το ποσό που αναμένεται να επιστραφεί. Για την εκτίμηση αυτού του ποσού η Διοίκηση του Συγκροτήματος βασίζεται στην εμπειρία και σε προηγούμενες αναλύσεις για να καταλήξει στην συνολική αξία της εκτίμησης.
Οι πωλήσεις από την παροχή υπηρεσιών αναγνωρίζονται σε βάθος χρόνου ενόσω το Συγκρότημα εκπληρώνει τις υποχρεώσεις εκτέλεσης μεταβιβάζοντας τον έλενχο της υποσχόμενης υπηρεσίας στον πελάτη στη λογιστική περίοδο στην οποία παρέχονται οι υπηρεσίες.
Στην περίπτωση που οι υπηρεσίες που παραχωρεί ή τα αγαθά που μεταφέρει το Συγκρότημα κατά την ημερομηνία αναφοράς υπερβαίνουν τις πληρωμές που έγιναν από τον πελάτη κατά την ημερομηνία αυτή και το Συγκρότημα δεν έχει το άνευ όρων δικαίωμα να χρεώσει τον πελάτη για τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν ή τα αγαθά που μεταφέρθηκαν, τότε αναγνωρίζεται ένα συμβατικό περιουσιακό στοιχείο. Το Συγκρότημα αξιολογεί το συμβατικό περιουσιακό στοιχείο για απομείωση σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 χρησιμοποιώντας την απλοποιημένη μέθοδο που επιτρέπει το ΔΠΧΑ 9 η οποία απαιτεί όπως οι αναμενόμενες ζημιές κατά τη διάρκεια ζωής να αναγνωρίζονται κατά την αρχική αναγνώριση του συμβατικού περιουσιακού στοιχείου. Η απομείωση του συμβατικού περιουσιακού στοιχείου επιμετράται, παρουσιάζεται και γνωστοποιείται στη ίδια βάση όπως ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο που εμπίπτει στο φάσμα του ΔΠΧΑ 9. Το Συγκρότημα αναγνωρίζει οποιαδήποτε άνευ όρων δικαιώματα στην αντιπαροχή ξεχωριστά από τα συμβατικά περιουσιακά στοιχεία, ως εμπορικά εισπρακτέα επειδή μόνο η πάροδος του χρόνου απαιτείται πριν να γίνει οφειλόμενη. Εάν οι πληρωμές που έγιναν από ένα πελάτη υπερβαίνουν τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν ή τα αναθά που μεταφέρθηκαν κάτω από τη σχετική σύμβαση, μια συμβατική υποχρέωση αναγνωρίζεται.
Οι εταιρείες του Συγκροτήματος και οι υπάλληλοι τους συνεισφέρουν στο Κυβερνητικό Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων με βάση τους μισθούς των υπαλλήλων. Επιπρόσθετα το Συνκρότημα και οι υπάλληλοι του Συγκροτήματος συμβάλλουν σε ένα σχέδιο Ταμείου Προνοίας. Οι συνεισφορές των Εταιρειών του Συγκροτήματος αναγνωρίζονται στην περίοδο που σχετίζονται και περιλαμβάνονται στο κόστος προσωπικού. Οι Εταιρείες του Συγκροτήματος δεν έχουν επιπρόσθετες υποχρεώσεις αφού πληρωθούν οι συνεισφορές.
Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις κάθε μιας από τις εταιρείες του Συγκροτήματος αποτιμούνται χρησιμοποιώντας το νόμισμα του κύριου οικονομικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λειτουρνεί η κάθε οντότητα ("το νόμισμα λειτουργίας"). Οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζονται σε Ευρώ (€), το οποίο είναι το νόμισμα λειτουργίας και παρουσίασης της Εταιρείας.
Συναλλαγές σε ξένο νόμισμα καταχωρούνται στο νόμισμα λειτουργίας με βάση τις τιμές συναλλάγματος που ισχύουν την ημερομηνία της συναλλαγής ή της εκτίμησης όταν τα στοιχεία επανεκτιμούνται. Συναλλαγματικά κέρδη και ζημιές που προκύπτουν από την εξόφληση τέτοιων συναλλαγών και από τη μετατροπή με τη συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει στο τέλος του έτους χρηματικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που είναι σε ξένα νομίσματα αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές.
Συναλλαγματικά κέρδη και ζημιές που σχετίζονται με δανεισμό παρουσιάζονται στις κερδοζημιές εντός των "χρηματοδοτικών εξόδων". Όλα τα άλλα συναλλαγματικά κέρδη και ζημιές παρουσιάζονται στις κερδοζημιές εντός των "άλλων κερδών/ (ζημιών) – καθαρών".
Τα αποτελέσματα και η χρηματοοικονομική κατάσταση όλων των εταιριών του Συγκροτήματος οι οποίες έχουν νόμισμα λειτουργίας διαφορετικό από το νόμισμα παρουσίασης μετατρέπονται στο νόμισμα παρουσίασης ως εξής:
Η χρέωση φορολογίας για την περίοδο περιλαμβάνει την τρέχουσα και αναβαλλόμενη φορολογία. Η φορολογία αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές εκτός στην έκταση όπου σχετίζεται με στοιχεία που αναγνωρίζονται στα άλλα συνολικά εισοδήματα ή απ' ευθείας στα ίδια κεφάλαια. Στην περίπτωση αυτή, η φορολογία αναγνωρίζεται επίσης στα άλλα συνολικά εισοδήματα ή απ' ευθείας στα ίδια κεφάλαια, αντίστοιχα.
Η τρέχουσα χρέωση φορολογίας υπολογίζεται με βάση τη φορολογική νομοθεσία που έχει θεσπιστεί ή ουσιαστικά θεσπιστεί κατά την ημερομηνία του ισολογισμού στη χώρα όπου το Συγκρότημα δραστηριοποιείται και δημιουργεί φορολογητέο εισόδημα. Η Διεύθυνση αξιολογεί περιοδικά τις θέσεις που λαμβάνονται σε φορολογικές δηλώσεις σε σχέση με καταστάσεις όπου η εφαρμοσθείσα φορολογική νομοθεσία υπόκειται σε ερμηνεία. Εάν η εφαρμοσθείσα φορολογική νομοθεσία υπόκειται σε ερμηνεία, καθορίζεται πρόβλεψη όπου είναι κατάλληλο με βάση τα ποσά που υπολογίζεται να πληρωθούν στις φορολογικές αρχές.
Η αναβαλλόμενη φορολογία αναγνωρίζεται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο υποχρέωσης πάνω στις προσωρινές διαφορές που προκύπτουν μεταξύ της φορολογικής βάσης των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων και της λογιστικής τους αξίας στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις. Εντούτοις, η αναβαλλόμενη φορολογία δεν λογίζεται εάν προκύπτει από αρχική αναγνώριση ενός περιουσιακού στοιχείου ή υποχρέωσης σε μια συναλλαγή εκτός από συνένωση επιχειρήσεων, η οποία κατά τη στιγμή της συναλλαγής δεν επηρεάζει ούτε τα λογιστικά ούτε τα φορολογητέα κέρδη ή ζημιές. Η αναβαλλόμενη φορολογία καθορίζεται χρησιμοποιώντας φορολογικούς συντελεστές και νομοθεσίες που έχουν θεσπιστεί ή ουσιαστικά θεσπιστεί μέχρι την ημερομηνία του ισολογισμού και αναμένεται ότι θα ισχύουν όταν το σχετικό αναβαλλόμενο φορολογικό περιουσιακό στοιχείο εκποιηθεί ή όταν η αναβαλλόμενη φορολονική υποχρέωση διακανονιστεί.
Η αναβαλλόμενη φορολογική υποχρέωση που σχετίζεται με επένδυση σε ακίνητα, που έχουν αποτιμηθεί σε δίκαιη αξία, προσδιορίζεται υποθέτοντας ότι τα ακίνητα θα ανακτηθούν εξ' ολοκλήρου μέσω πώλησης.
Αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις αναγνωρίζονται στην έκταση που είναι πιθανόν ότι μελλοντικά φορολογητέα κέρδη θα είναι διαθέσιμα έναντι των οποίων οι προσωρινές διαφορές μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις συμψηφίζονται όταν υπάρχει νομικά ισχυρό δικαίωμα συμψηφισμού τρεχόντων φορολογικών απαιτήσεων με τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις και όταν οι αναβαλλόμενοι φόροι σχετίζονται με φόρο εισοδήματος που χρεώνεται από την ίδια φορολογική αρχή στο Συγκρότημα όπου υπάρχει πρόθεση για διακανονισμό των υπολοίπων σε καθαρή βάση.
Η διανομή μερισμάτων στους μετόχους του Συγκροτήματος αναγνωρίζεται ως υποχρέωση στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του Συγκροτήματος, στο έτος που τα μερίσματα εγκρίνονται και δεν υπόκεινται πλέον στη δικαιοδοσία του Συγκροτήματος. Πιο συγκεκριμένα, τα ενδιάμεσα μερίσματα αναγνωρίζονται ως υποχρέωση στο έτος που εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συγκροτήματος και στην περίπτωση τελικών μερισμάτων, αυτά αναγνωρίζονται στο έτος που εγκρίνονται από τους μετόχους του Συγκροτήματος.
Η γη και τα κτίρια που αποτελούνται κυρίως από καταστήματα, γραφεία και αποθήκες παρουσιάζονται σε δίκαιη αξία, με βάση εκτιμήσεις από την Διεύθυνση και εξωτερικούς ανεξάρτητους εκτιμητές, μείον μεταγενέστερες αποσβέσεις για κτίρια. Οι επανεκτιμήσεις γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα ώστε να εξασφαλιστεί ότι η δίκαιη αξία ενός επανεκτιμημένου περιουσιακού στοιχείου δε διαφέρει σημαντικά από τη λογιστική του αξία. Οι συσσωρευμένες αποσβέσεις την ημερομηνία της επανεκτίμησης διαγράφονται έναντι της μικτής λογιστικής αξίας του περιουσιακού στοιχείου και η καθαρή αξία αναπροσαρμόζεται στην επανεκτιμημένη αξία του περιουσιακού στοιχείου. Όλα τα άλλα στοιχεία ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού παρουσιάζονται σε ιστορικό κόστος μείον αποσβέσεις. Το ιστορικό κόστος περιλαμβάνει δαπάνες που σχετίζονται άμεσα με την απόκτηση στοιχείων ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού.
Αυξήσεις στη λογιστική αξία που προκύπτουν από επανεκτίμηση της γης και των κτιρίων πιστώνονται στα άλλα συνολικά εισοδήματα και παρουσιάζονται στα άλλα αποθεματικά στα ίδια κεφάλαια. Μειώσεις που αντισταθμίζουν προηγούμενες αυξήσεις του ιδίου περιουσιακού στοιχείου χρεώνονται στα άλλα συνολικά εισοδήματα έναντι άλλων αποθεματικών στα ίδια κεφάλαια, όλες οι άλλες μειώσεις χρεώνονται στις κερδοζημιές.
Η γη δεν αποσβένεται. Οι αποσβέσεις για άλλα στοιχεία ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού υπολογίζονται χρησιμοποιώντας τη σταθερή μέθοδο, ώστε να κατανεμηθεί το κόστος ή η επανεκτιμημένη αξία μείον η υπολειμματική τους αξία στο διάστημα της εκτιμημένης ωφέλιμης ζωής τους.
Τα ετήσια ποσοστά απόσβεσης είναι ως εξής:
| $\%$ | |
|---|---|
| - Κτίρια | $3 - 4$ |
| - Βελτιώσεις κτιρίων από ενοικίαση (1) | $10 - 14$ |
| - Έπιπλα και εξοπλισμός | $10 - 14$ |
| - Μηχανήματα και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις | $10 - 14$ |
| - Οχήματα | 20 |
| - Ηλεκτρονικοί υπολογιστές | 20 |
(1) Οι βελτιώσεις κτιρίων από ενοικίαση αποσβένονται με τη σταθερή μέθοδο απόσβεσης κατά τη διάρκεια του συντομότερου χρόνου μεταξύ της διάρκειας της μίσθωσης των κτιρίων και της ωφέλιμης ζωής τους.
Η υπολειμματική αξία και οι ωφέλιμες ζωές αναθεωρούνται και προσαρμόζονται σε κάθε ημερομηνία ισολογισμού εάν αυτό θεωρηθεί ανανκαίο.
Η λογιστική αξία ενός στοιχείου ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού μειώνεται αμέσως στο ανακτήσιμο ποσό, εάν η λογιστική αξία υπερβαίνει το υπολογιζόμενο ανακτήσιμο ποσό.
Δαπάνες για επιδιορθώσεις και συντήρηση ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού χρεώνονται στις κερδοζημιές στο έτος που προκύπτουν. Το κόστος σημαντικών ανακαινίσεων και άλλες μεταγενέστερες δαπάνες περιλαμβάνονται στην λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου ή ανάλογα αναγνωρίζονται ως ξεχωριστό περιουσιακό στοιχείο, μόνο όταν είναι πιθανό πως θα προκύψουν μελλοντικά οικονομικά οφέλη στο Συγκρότημα σε σχέση με το περιουσιακό στοιχείο και το κόστος του μπορεί να υπολογιστεί αξιόπιστα.
Κέρδη και ζημιές από διάθεση ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού προσδιορίζονται με τη σύγκριση των εισπράξεων με τη λογιστική αξία και αναγνωρίζονται στα "άλλα κέρδη/(ζημιές) καθαρά" στις κερδοζημιές.
Στην περίπτωση διάθεσης επανεκτιμημένων περιουσιακών στοιχείων, τα ποσά που περιλαμβάνονται στα άλλα αποθεματικά μεταφέρονται στα κέρδη που κρατήθηκαν.
Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2018, οι μισθώσεις ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού ταξινομούνταν ως χρηματοδοτικές μισθώσεις ή λειτουργικές μισθώσεις.
Οι μισθώσεις στις οποίες διατηρήθηκε σημαντικό μέρος των κινδύνων και ανταμοιβών της ιδιοκτησίας από τον εκμισθωτή ταξινομούνταν ως λειτουργικές μισθώσεις. Οι πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο λειτουργικών μισθώσεων (καθαρές από τυχόν κίνητρα που έλαβε ο εκμισθωτής) χρεώνονταν στο λογαριασμό αποτελεσμάτων με τη σταθερή μέθοδο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης.
Από την 1η Ιανουαρίου 2019, οι μισθώσεις αναγνωρίζονται ως περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα μίσθωσης και αντίστοιχη υποχρέωση κατά την ημερομηνία κατά την οποία το μισθωμένο περιουσιακό στοιχείο είναι διαθέσιμο για χρήση από το Συγκρότημα, με περιορισμένες εξαιρέσεις όπως παρατίθενται παρακάτω.
Οι συμβάσεις ενδέχεται να περιλαμβάνουν τόσο στοιχεία μίσθωσης όσο και στοιχεία μη μίσθωσης. Το Συγκρότημα επιμερίζει το αντάλλαγμα της σύμβασης σε κάθε στοιχείο μίσθωσης και μη μίσθωσης με βάση τις σχετικές αυτοτελής τιμές τους.
Τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μίσθωση αρχικά αποτιμώνται βάσει της παρούσας αξίας. Οι υποχρεώσεις από μισθώματα περιλαμβάνουν την καθαρή παρούσα αξία των ακόλουθων πληρωμών μισθωμάτων:
Οι πληρωμές μισθωμάτων όπου θεωρείται μάλλον βέβαιο ότι ο μισθωτής θα ασκήσει το δικαίωμα παράτασης της μίσθωσης περιλαμβάνονται επίσης στην αποτίμηση της υποχρέωσης.
Τα μισθώματα προεξοφλούνται με το τεκμαρτό επιτόκιο της μίσθωσης, εφόσον μπορεί να καθοριστεί εύκολα. Εάν αυτό το επιτόκιο δεν μπορεί να καθοριστεί εύκολα, το Συγκρότημα χρησιμοποιεί το διαφορικό επιτόκιο δανεισμού του μισθωτή, δηλαδή το επιτόκιο που θα έπρεπε να πληρώσει το Συγκρότημα για να δανειστεί τα απαιτούμενα κεφάλαια για να αποκτήσει ένα περιουσιακό στοιχείο παρόμοιας αξίας με το περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα χρήσης σε παρόμοιο οικονομικό περιβάλλον με παρόμοιους όρους, ασφάλεια και συνθήκες.
Για τον προσδιορισμό του διαφορικού επιτοκίου δανεισμού, το Συγκρότημα:
Το Συγκρότημα εκτίθεται σε ενδεχόμενες μελλοντικές αυξήσεις μεταβλητών μισθωτικών πληρωμών με βάση ένα δείκτη ή ένα επιτόκιο που δεν περιλαμβάνονται στην υποχρέωση της μίσθωσης μέχρι να τεθούν σε ισχύ. Όταν οι προσαρμογές των μισθωτικών πληρωμών με βάση ένα δείκτη ή ένα επιτόκιο τίθενται σε ισχύ, η υποχρέωση μίσθωσης επανεκτιμάται και προσαρμόζεται μαζί με το περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα χρήσης.
Οι πληρωμές μισθωμάτων κατανέμονται μεταξύ του κεφαλαίου και του χρεωστικού τόκου. Ο χρεωστικός τόκος χρεώνεται στο λογαριασμό αποτελεσμάτων κατά τη διάρκεια της περιόδου μίσθωσης, ώστε να προκύψει ένα σταθερό περιοδικό επιτόκιο στο υπόλοιπο της υποχρέωσης για κάθε περίοδο.
Τα περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης υπολογίζονται σε κόστος που περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
Οποιαδήποτε αναπροσαρμογή της υποχρέωσης από μίσθωση που προκύπτει εάν οι ταμειακές ροές αλλάξουν με βάση τους αρχικούς όρους και συνθήκες της μίσθωσης, οδηγεί σε αντίστοιχη προσαρμογή του περιουσιακού στοιχείου με δικαίωμα χρήσης. Η προσαρμογή μπορεί να είναι θετική ή αρνητική.
Τα περιουσιακά στοιχεία με δικαιώματα χρήσης αποσβένονται κατά τη διάρκεια της μικρότερης από της ωφέλιμης οικονομικής ζωής του περιουσιακού στοιχείου και της περιόδου με τη σταθερή μέθοδο απόσβεσης. Εάν το Συγκρότημα είναι εύλογα βέβαιο ότι θα ασκήσει δικαίωμα αγοράς, το περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα χρήσης αποσβένεται με βάση την ωφέλιμη ζωή του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου. Ενώ το Συγκρότημα επανεκτιμά τη γη και τα κτίριά του που παρουσιάζονται στα 'ακίνητα, εγκαταστάσεις και εξοπλισμός', έχει επιλέξει να μην το κάνει για τα περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης που σχετίζονται με κτίρια που κατέχονται από το Συγκρότημα.
Κατά τον καθορισμό της διάρκειας μίσθωσης, η διοίκηση του Συγκροτήματος εξετάζει όλα τα γεγονότα και τις περιστάσεις που δημιουργούν οικονομικά κίνητρα για να ασκήσει επιλογές επέκτασης ή να μην ασκήσει επιλογές τερματισμού της μίσθωσης. Οι επιλογές επέκτασης (ή οι περίοδοι μετά τις επιλογές τερματισμού) περιλαμβάνονται μόνο στη μίσθωση, εάν η μίσθωση είναι εύλονα βέβαιη ότι θα παραταθεί (ή δεν θα τερματιστεί). Η περίοδος μίσθωσης επανεκτιμάται αν μια επιλογή ασκείται (ή δεν ασκείται) ή όταν το Συγκρότημα υποχρεούται να ασκήσει (ή να μην ασκήσει) την επιλογή. Η εκτίμηση της εύλογης βεβαιότητας αναθεωρείται μόνο εάν συμβεί κάποιο σημαντικό γεγονός ή σημαντική μεταβολή των συνθηκών, η οποία επηρεάζει την εκτίμηση αυτή και βρίσκεται υπό τον έλεγχο της κάθε οικονομικής οντότητας του Συγκροτήματος.
Τα περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης ελέγχονται για απομείωση σύμφωνα με τη λογιστική πολιτική του Συγκροτήματος για απομείωση μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.
Ως εξαίρεση στα πιο πάνω, οι πληρωμές που σχετίζονται με βραχυπρόθεσμες μισθώσεις και όλες οι μισθώσεις περιουσιακών στοιχείων χαμηλής αξίας αναγνωρίζονται με τη σταθερή μέθοδο ως έξοδο στο λογαριασμό αποτελεσμάτων. Οι βραχυπρόθεσμες μισθώσεις είναι μισθώσεις με περίοδο μίσθωσης δώδεκα μηνών ή λιγότερο.
Τα περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης και οι σχετικές υποχρεώσεις από μίσθωση παρουσιάζονται ως ξεχωριστές γραμμές στην όψη του ισολογισμού.
Το Συνκρότημα είναι ο εκμισθωτής
Τα έσοδα από λειτουργικές μισθώσεις, όταν το Συγκρότημα είναι ο εκμισθωτής, αναγνωρίζονται στα έσοδα με τη σταθερή μέθοδο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης. Τα αρχικά άμεσα κόστη που προκύπτουν από την απόκτηση λειτουργικής μίσθωσης προστίθενται στη λογιστική αξία του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου και αναγνωρίζονται ως έξοδο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης με την ίδια βάση με το εισόδημα από μίσθωση. Τα αντίστοιχα μισθωμένα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται στον ισολογισμό με βάση τη κατηγορία τους. Το Συγκρότημα δεν χρειάζεται να προβεί σε προσαρμογές στη λογιστική των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει ως εκμισθωτής ως αποτέλεσμα της υιοθέτησης του νέου προτύπου μίσθωσης.
Οι συνεισφορές προμηθευτών για διαφήμιση αναγνωρίζονται σε βάθος χρόνου, με αναφορά στο στάδιο συμπλήρωσης της συναλλαγής με βάση τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν ως αναλογία των συνολικών υπηρεσιών που θα προσφερθούν.
Οι επενδύσεις σε ακίνητα, που περιλαμβάνουν κυρίως γη και κτίρια κατέχονται για μακροπρόθεσμες αποδόσεις κεφαλαιουχικής αύξησης και δε χρησιμοποιούνται από το Συνκρότημα. Οι επενδύσεις σε ακίνητα παρουσιάζονται σε δίκαιη αξία, που αντιπροσωπεύει την ελεύθερη ανοραία αξία καθοριζόμενη ετησίως από την Διεύθυνση και εξωτερικούς ανεξάρτητους εκτιμητές. Αλλαγές στις δίκαιες αξίες καταχωρούνται στις κερδοζημιές και περιλαμβάνονται στα "Άλλα κέρδη/(ζημιές) - καθαρά".
Το Συγκρότημα μπορεί να μεταβιβάσει ένα ακίνητο από την κατηγορία επενδύσεις σε ακίνητα σε αποθέματα – ακίνητα για εμπορία μόνο όταν υπάρχει απόδειξη αλλαγής στη χρήση του ακινήτου. Άλλανη χρήσης του ακίνητου από επενδύσεις σε ακίνητα σε αποθέματα – ακίνητα για εμπορία θεωρείται η παυση χρήσης για μακροπρόθεσμες αποδόσεις κεφαλαιουχικής αύξησης και η έναρξη πράξεων με σκοπό την πώληση του ακινήτου. Κατά την ημερομηνία αλλαγής χρήσης το τεκμαρτό κόστος του ακινήτου θεωρείται η εύλογη αξία του.
Τα αποθέματα για τα έτοιμα προϊόντα και τα ακίνητα για εμπορία και ανάπτυξη εμφανίζονται στην τιμή κόστους ή στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία, όποια από τις δύο είναι χαμηλότερη. Το κόστος ανοράς των αποθεμάτων καθορίζεται μετά την αφαίρεση επιστροφών και εκπτώσεων. Η τιμή κόστους για τα έτοιμα προϊόντα καθορίζεται με τη μέθοδο του μέσου σταθμικού κόστους. Η τιμή κόστους για τα ακίνητα για εμπορία και ανάπτυξη καθορίζεται από την αξία απόκτησης τους ή δίκαιη αξία κατά την μεταφορά τους την ημερομηνία αλλαγής χρήσης τους σε ακίνητα για εμπορία. Τα ακίνητα για εμπορία και ανάπτυξη συμπεριλαμβάνουν ακίνητα για πώληση. Η καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία είναι η υπολογιζόμενη τιμή πώλησης κατά τη συνήθη πορεία των ερνασιών, μείον έξοδα διάθεσης. Πρόβλεψη νια ελαττωματικά, άχρηστα και αργοκίνητα αποθέματα γίνεται όπου χρειάζεται και η ζημιά αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές.
Τα δικαιώματα αντιπροσώπευσης και λειτουργίας καταστημάτων κεφαλαιοποιούνται και παρουσιάζονται σε ιστορικό κόστος μείον αποσβέσεις. Οι αποσβέσεις υπολονίζονται χρησιμοποιώντας τη σταθερή μέθοδο, ώστε να κατανεμηθεί το κόστος στο διάστημα της εκτιμημένης ωφέλιμης ζωής τους, η οποία έχει εκτιμηθεί ότι είναι επτά έτη.
Δαπάνες που έχουν άμεση σχέση με αναγνωρίσιμα και ξεχωριστά λογισμικά προγράμματα που ελέγχονται από το Συγκρότημα και που πιθανό να δημιουργήσουν οικονομικά οφέλη που θα υπερβαίνουν τις δαπάνες για περισσότερο από ένα έτος αναγνωρίζονται ως άυλα περιουσιακά στοιχεία. Μετέπειτα τα λονισμικά προνράμματα παρουσιάζονται στο κόστος μείον συσσωρευμένες αποσβέσεις και μείον οποιαδήποτε συσσωρευμένη απομείωση στην αξία. Δαπάνες που βελτιώνουν ή επεκτείνουν την απόδοση των λογισμικών προγραμμάτων πέραν από τις αρχικές προδιαγραφές κεφαλαιοποιούνται. Δαπάνες που σχετίζονται με τη συντήρηση λογισμικών προγραμμάτων χρεώνονται στην κατάσταση λοναριασμού αποτελεσμάτων στο έτος που προκύπτουν. Τα λογισμικά προγράμματα αποσβένονται σύμφωνα με τη σταθερή μέθοδο κατά τη διάρκεια της υπολογιζόμενης ωφέλιμης ζωής τους που είναι πέντε έτη. Η απόσβεση ξεκινά όταν τα λογισμικά προγράμματα είναι διαθέσιμα προς χρήση και περιλαμβάνεται στα έξοδα διοικητικής λειτουργίας και έξοδα πωλήσεως και προώθησης.
Άυλα στοιχεία με απεριόριστη ωφέλιμη ζωή, συμπεριλαμβανομένου υπεραξίας, δεν αποσβένονται, αλλά ελέγχονται κάθε χρόνο για απομείωση στην αξία, ή πιο συχνά εάν τα γεγονότα και αλλαγές στις περιστάσεις δείχνουν ότι μπορεί να έχουν απομειωθεί. Τα περιουσιακά στοιχεία που αποσβένονται ελέγχονται για απομείωση στην αξία, όταν γεγονότα ή αλλαγές στις περιστάσεις δείχνουν πως η λογιστική αξία μπορεί να μην είναι ανακτήσιμη. Ζημιά απομείωσης αναγνωρίζεται για τη διαφορά της λογιστικής αξίας και του ανακτήσιμου ποσού του περιουσιακού στοιχείου. Το ανακτήσιμο ποσό είναι το μεγαλύτερο της δίκαιης αξίας του περιουσιακού στοιχείου μείον έξοδα πωλήσεων και της αξίας λόγω χρήσης. Για σκοπούς προσδιορισμού της απομείωσης, τα περιουσιακά στοιχεία ομαδοποιούνται στα μικρότερα επίπεδα για τα οποία υπάρχουν ξεχωριστές, αναγνωρίσιμες ταμειακές ροές (μονάδες δημιουργίας ταμειακών ροών). Μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, εκτός της υπεραξίας, τα οποία έχουν υποστεί απομείωση ελέγχονται για πιθανή αντιστροφή της απομείωσης σε κάθε ημερομηνία ισολογισμού.
Το Συγκρότημα ταξινομεί τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία στις πιο κάτω κατηγορίες επιμέτρησης:
Η ταξινόμηση και η μετέπειτα επιμέτρηση των χρεωστικών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων εξαρτάται από (i) το επιχειρηματικό μοντέλο του Συγκροτήματος για τη διαχείριση του σχετικού χαρτοφυλακίου χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και (ii) τα χαρακτηριστικά των συμβατικών ταμειακών ροών των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.
Κατά την αρχική αναγνώριση το Συγκρότημα μπορεί να προσδιορίσει αμετάκλητα ένα χρεωστικό χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο που κατά τα άλλα πληροί τις απαιτήσεις για αποτίμηση στο αποσβεσμένο κόστος ή στη δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων ή στη δίκαιη αξία μέσω αποτελεσμάτων εάν αυτό απαλείφει ή μειώνει σημαντικά μια λογιστική αντίστοιχα που διαφορετικά θα προέκυπτε.
Για τα περιουσιακά στοιχεία που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία, τα κέρδη και ζημιές θα αναγνωριστούν είτε στα αποτελέσματα ή στα άλλα συνολικά εισοδήματα. Για επενδύσεις σε μετοχικούς τίτλους που δεν κρατούνται για εμπορία, αυτό θα εξαρτηθεί στο κατά πόσο το Συγκρότημα έκανε μια αμετάκλειτη επιλογή κατά την αρχική αναγνώριση για να λογιστεί η μετοχική επένδυση σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων.
Όλα τα υπόλοιπα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ταξινομούνται σε δίκαιη αξία μέσω αποτελεσμάτων.
Όλες οι αγορές και πωλήσεις χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που απαιτούν παράδοση εντός του χρονικού πλαισίου που ορίζεται από τον κανονισμό ή από τη σύμβαση αγοράς (αγορές και πωλήσεις με βάση «συμβόλαιο κανονικής παράδοσης») αναγνωρίζονται κατά την ημερομηνία της συναλλαγής που είναι η ημερομηνία κατά την οποία το Συγκρότημα δεσμεύεται να παραδώσει ένα χρηματοοικονομικό μέσο. Όλες οι αγορές και πωλήσεις αναγνωρίζονται όταν το Συγκρότημα καταστεί μέρος στις συμβατικές διατάξεις του μέσου.
Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία παύουν να αναγνωρίζονται όταν τα δικαιώματα είσπραξης ταμειακών ροών από τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία έχουν λήξει ή έχουν μεταφερθεί και το Συγκρότημα έχει μεταφέρει ουσιαστικά όλους τους κινδύνους και τα οφέλη της ιδιοκτησίας.
Κατά την αρχική αναγνώριση, το Συγκρότημα επιμετρά ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο σε δίκαιη αξία και επιπλέον, στην περίπτωση ενός χρηματοοικονομικού στοιχείου που δεν επιμετρείται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, το κόστος συναλλαγής που σχετίζεται άμεσα με την απόκτηση του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου. Το κόστος συναλλαγής των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που επιμετρώνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων αναγνωρίζεται ως έξοδο στις κερδοζημιές. Η δίκαιη αξία κατά την αρχική αναγνώριση αποδεικνύεται καλύτερα από την τιμή συναλλαγής. Κέρδος ή ζημιά κατά την αρχική αναγνώριση αναγνωρίζεται μόνο εάν υπάρχει διαφορά μεταξύ της δίκαιης αξίας και της τιμής συναλλαγής η οποία μπορεί να αποδειχθεί από άλλες παρατηρήσιμες τρέχουσες συναλλαγές στην αγορά με το ίδιο μέσο ή από μια τεχνική αποτίμησης της οποίας τα δεδομένα περιλαμβάνουν μόνο στοιχεία από παρατηρήσιμες αγορές.
Η μεταγενέστερη επιμέτρηση των χρεωστικών περιουσιακών στοιχείων εξαρτάται από το επιχειρηματικό μοντέλο του Συγκροτήματος για τη διαχείριση του περιουσιακού στοιχείου και των χαρακτηριστικών των ταμειακών ροών του περιουσιακού στοιχείου. Υπάρχουν τρεις κατηγορίες αποτίμησης στις οποίες το Συγκρότημα ταξινομεί τα χρεωστικά περιουσιακά στοιχεία:
Το Συκγρότημα μετέπειτα επιμετρά όλους τους μετοχικούς τίτλους σε δίκαιη αξία. Όπου η Διεύθυνση του Συγκροτήματος επέλεξε να παρουσιάζει τα κέρδη και ζημιές δίκαιης αξίας σε μετοχικούς τίτλους σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων, δεν υπάρχει μετέπειτα αναταξινόμηση των κερδών ή ζημιών δίκαιης αξίας στις κερδοζημιές ακολούθως της παύσης αναγνώρισης της επένδυσης και όποιαδήποτε σχετικά υπόλοιπα μέσα στο αποθεματικό δίκαιης αξίας μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων αναταξινομούνται στα συσσωρευμένα κέρδη. Η πολιτική του Συγκροτήματος είναι να ταξινομεί τους μετοχικούς τίτλους σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων όταν αυτές οι επενδύσεις κρατούνται για στρατηγικούς σκοπούς και όχι μόνο για την αποκλειστική δημιουργία επενδυτικών αποδόσεων. Μερίσματα από τέτοιες επενδύσεις συνεχίζουν να αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές ως «άλλα έσοδα» όταν καθοριστεί το δικαίωμα του Συγκροτήματος να τα εισπράξει.
Οι αλλαγές στη δίκαιη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων αναγνωρίζονται στα «άλλα κέρδη/ (ζημιές)» στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων, όπως αρμόζει. Οι ζημιές απομείωσης (και η αντιστροφή των ζημιών απομείωσης) σε μετοχικούς τίτλους επιμετρώνται σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων και δεν παρουσιάζονται ξεχωριστά από άλλες αλλαγές στη δίκαιη αξία.
Το Συγκρότημα αξιολογεί σε μελλοντική βάση τις αναμενόμενες πιστωτικές ζημιές για χρεωστικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρώνται σε αποσβεσμένο κόστος και για πιστωτικές εκθέσεις που προκύπτουν από δάνεια, δεσμεύσεις και συμβόλαια χρηματοοικονομικής εγγύησης. Το Συγκρότημα επιμετρά την ΑΠΖ και αναγνωρίζει πρόβλεψη για πιστωτική ζημιά σε κάθε ημερομηνία αναφοράς. Η αποτίμηση των ΑΠΖ αντικατοπτρίζει: (i) ένα αμερόληπτα καθορισμένο και σταθμισμένο βάσει πιθανοτήτων ποσό που καθορίζεται από την αξιολόγηση μιας σειράς πιθανών εκβάσεων, (ii) τη διαχρονική αξία του χρήματος και (iii) λογικές και βάσιμες πληροφορίες οι οποίες είναι διαθέσιμες κατά την ημερομηνία αναφοράς χωρίς αδικαιολόγητο κόστος ή προσπάθεια και αφορούν παρελθοντικά γεγονότα, τρέχουσες συνθήκες και προβλέψεις των μελλοντικών οικονομικών συνθηκών.
Η λογιστική αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων μειώνεται μέσω της χρήσης ενός λογαριασμού πρόβλεψης, και το πόσο της ζημιάς αναγνωρίζεται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων στις «καθαρές ζημιές απομείωσης σε χρηματορικονομικά περιουσιακά στοιχεία». Μετέπειτα ανακτήσεις των ποσών για τα οποία είχε προηγουμένως αναγνωριστεί πιστωτική ζημιά πιστώνονται στο ίδιο σημείο της κατάστασης λογαριασμού αποτελεσμάτων.
Τα χρεωστικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος παρουσιάζονται στον ισολογισμό καθαρά από την πρόβλεψη για ΑΠΖ.
Η μεθοδολογία απομείωσης που εφαρμόζει το Συγκρότημα για τον υπολογισμό των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών εξαρτάται από τον τύπο του χρηματορικονομικού στοιχείου που εκτιμάται για απομείωση. Πιο συγκεκριμένα:
Για εμπορικά εισπρακτέα συμπεριλαμβανομένων εμπορικών εισπρακτέων που περιλαμβάνουν σημαντικό σκέλος χρηματοδότησης το Συγκρότημα εφαρμόζει την απλοποιημένη μέθοδο που επιτρέπεται από το ΔΠΧΑ 9, η οποία επιβάλλει την αναγνώριση των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών καθ' όλη τη διάρκεια ζωής του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου κατά την αρχική του αναγνώριση.
Για όλα τα άλλα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε απομείωση με βάση το ΔΠΧΑ 9, το Συγκρότημα εφαρμόζει την γενική προσέγγιση- το μοντέλο απομείωσης τριών σταδίων. Το Συγκρότημα εφαρμόζει το μοντέλο απομείωσης τριών σταδίων, με βάση τις αλλαγές στον πιστωτικό κίνδυνο από την αρχική αναγνώριση. Ένα χρηματοοικονομικό μέσο που δεν είναι πιστωτικά απομειωμένο κατά την αρχική αναγνώριση ταξινομείται στο Στάδιο 1. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία στο Στάδιο 1 αναγνωρίζουν τις ΑΠΖ τους σε ένα ποσό ίσο με το ποσοστό των ΑΠΖ κατά τη διάρκεια ζωής που προκύπτει από τυχόν γεγονότα αθέτησης πληρωμής μέσα στους επόμενους 12 μήνες ή μέχρι τη λήξη της σύμβασης, εάν είναι πιο νωρίς («ΑΠΖ 12 μηνών»). Εάν το Συγκρότημα παρατηρήσει σημαντική αύξηση στον πιστωτικό κίνδυνο («ΣΑΠΚ») από την αρχική αναγνώριση, το χρηματοοικονομικό στοιχείο μεταφέρεται στο Στάδιο 2 και οι ΑΠΖ επιμετρώνται με βάση τις ΑΠΖ καθ' όλη τη διάρκεια ζωής του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου, δηλαδή μέχρι τη λήξη της σύμβασης αλλά λαμβάνοντας υπόψη τις αναμενόμενες προπληρωμές, εάν υπάρχουν («ΑΠΖ κατά τη διάρκεια ζωής), Ανατρέξτε στη Σημείωση 6, στην παράγραφο Πιστωτικού κινδύνου, για την περιγραφή του πώς το Συγκρότημα καθορίζει το πότε έχει συμβεί μια ΣΑΠΚ. Εάν το Συγκρότημα καθορίσει ότι ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο είναι πιστωτικά απομειωμένο, το περιουσιακό στοιχείο μεταφέρεται στο Στάδιο 3 και οι ΑΠΖ επιμετρείται ως ΑΠΖ καθ' όλη τη διάρκεια ζωής. Ο ορισμός του Συγκροτήματος για τα πιστωτικά απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία και ο ορισμός αθέτησης υποχρεώσεων επεξηγείται στη Σημείωση 6, παράγραφος Πιστωτικού κινδύνου.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία επαναταξινομούνται μόνο όταν το Συγκρότημα τροποποιεί το επιχειρηματικό μοντέλο για τη διαχείριση αυτών των περιουσιακών στοιχείων. Η επαναταξινόμηση έχει μελλοντική επίδραση και ξεκινά από την πρώτη περίοδο αναφοράς ακολούθως της αλλαγής.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαγράφονται, πλήρως ή εν μέρει, όταν το Συγκρότημα έχει εξαντλήσει όλες τις πρακτικές μεθόδους ανάκτησης και έχει αποφασίσει ότι δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης. Η διαγραφή αντιπροσωπεύει ένα γεγονός παύσης αναγνώρισης.
Ενδείξεις ότι δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης περιλαμβάνουν την αποτυχία ενός χρεώστη να αποπληρώσει την οφειλή. Το Συγκρότημα μπορεί να διαγράψει χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που εξακολουθούν να υπόκεινται σε δραστηριότητες ανάκτησης όταν το Συγκρότημα επιδιώκει την ανάκτηση συμβατικών οφειλών, ωστόσο δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης.
Το Συγκρότημα μερικές φορές επαναδιαπραγματεύεται ή τροποποιεί τις συμβατικές ταμειακές ροές των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Το Συγκρότημα αξιολογεί κατά πόσο η τροποποίση των συμβατικών ταμειακών ροών είναι σημαντική, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων τους ακόλουθους παράγοντες: όποιουσδήποτε νέους συμβατικούς όρους που επηρεάζουν σημαντικά το προφίλ κινδύνου του περιουσιακού στοιχείου ( πχ μερίδιο κέρδους ή απόδοση με βάση το μετοχικό κεφάλαιο), σημαντική αλλαγή στο επιτόκιο, αλλαγή νομίσματος, νέα εξασφάλιση ή πιστωτική ενίσχυση που επηρεάζει σημαντικά τον πιστωτικό κίνδυνο που συνδέεται με το περιουσιακό στοιχείο ή σημαντική παράταση δανείου όταν ο οφειλέτης δεν έχει οικονομικές δυσκολίες.
Εάν οι τροποποιημένοι όροι διαφέρουν σημαντικά, τα δικαιώματα από τις ταμειακές ροές από το αρχικό περιουσιακό στοιχείο λήγουν και το Συγκρότημα διαγράφει το αρχικό χρηματορικονομικό περιουσιακό στοιχείο και αναγνωρίζει ένα νέο περιουσιακό στοιχείο σε δίκαιη αξία. Η ημερομηνία επαναδιαπραγμάτευσης θεωρείται ως η ημερομηνία αρχικής αναγνώρισης για σκοπούς υπολογισμού μεταγενέστερης απομείωσης, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού κατά πόσο έχει συμβεί ΣΑΠΚ. Το Συγκρότημα επίσης αξιολογεί κατά πόσο ένα νέο δάνειο ή χρεωστικό περιουσιακό στοιχείο πληρεί το κριτήριο ΣΑΠΚ. Όποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας του αρχικού περιουσιακού στοιχείου που διαγράφηκε και της δίκαιης αξίας του νέου σημαντικά τροποποιημένου περιουσιακού στοιχείου αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές, εκτός εάν η ουσία της τροποποιήσης αποδίδεται σε κεφαλαιουχικές συναλλανές με τους ιδιοκτήτες.
Εάν η επαναδιαπραγμάτευση οφειλόταν σε οικονομικές δυσκολίες του αντισυμβαλλομένου και σε αδυναμία εκτέλεσης των αρχικά συμφωνημένων πληρωμών, το Συγκρότημα συγκρίνει τις αρχικές και αναθεωρημένες αναμενόμενες ταμειακές ροές για να αξιολογήσει κατά πόσο οι κίνδυνοι και τα οφέλη του περιουσιακού στοιχείου έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά ως αποτέλεσμα της συμβατικής τροποποίησης. Εάν οι κίνδυνοι και τα οφέλη δεν αλλάξουν, το τροποποιημένο περιουσιακό στοιχείο δεν διαφέρει ουσιαστικά από το αρχικό περιουσιακό στοιχείο και η τροποποίηση δεν οδηγεί σε διαγραφή. Το Συγκρότημα υπολογίζει εκ νέου την μεικτή λογιστική αξία προεξοφλώντας τις τροποποιημένες συμβατικές ταμειακές ροές με το αρχικό πρανματικό επιτόκιο και αναγνωρίζει το κέρδος ή ζημία τροποποίησης στα αποτελέσματα.
Στην κατάσταση ταμειακών ροών, τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα περιλαμβάνουν μετρητά στο ταμείο, καταθέσεις σε τράπεζες με αρχική ημερομηνία λήξης τριών μηνών ή λιγότερο οι οποίες είναι άμεσα μετατρέψιμες σε γνωστά ποσά μετρητών και οι οποίες υπόκεινται σε ασήμαντο κίνδυνο αλλαγών στην αξία τους και τραπεζικά παρατραβήγματα. Στον ισολογισμό, τα τραπεζικά παρατραβήγματα περιλαμβάνονται στο δανεισμό στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις. Τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα αναγνωρίζονται σε αποσβεσμένο κόστος επειδή; (i) κατέχονται για είσπραξη συμβατικών ταμειακών ροών και οι ταμειακές αυτές ροές αντιπροσωπεύουν ΑΠΚΤ, και (ii) δεν ταξινομούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Αυτά τα ποσά γενικά προκύπτουν από συναλλαγές εκτός των συνήθων λειτουργικών εργασιών του Συγκροτήματος. Αυτά κρατούνται με σκοπό να συλλεχθούν οι συμβατικές ταμειακές ροές τους και οι ταμειακές ροές τους αντιπροσωπεύουν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων. Κατά συνέπεια, αυτά επιμετρώνται στο αποσβεσμένο κόστος χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου, μείον την πρόβλεψη για απομείωση. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος ταξινομούνται ως κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία, εάν αυτά οφείλονται μέσα σε ένα έτος ή λιγότερο (ή κατά τη συνήθη πορεία του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, εάν είναι μεγαλύτερος). Αν όχι, παρουσιάζονται ως μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία.
Τα εμπορικά εισπρακτέα είναι ποσά που οφείλονται από πελάτες για πώληση εμπορευμάτων ή παροχή υπηρεσιών κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών. Εάν η είσπραξη αναμένεται σε ένα χρόνο ή λιγότερο (ή κατά τη συνήθη πορεία του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, εάν είναι μεγαλύτερος), ταξινομούνται ως κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία. Αν όχι, παρουσιάζονται ως μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία. Τα εμπορικά εισπρακτέα αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία και μετέπειτα παρουσιάζονται σε αποσβεσμένο κόστος, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου, μείον πρόβλεψη ζημιάς.
Τα εμπορικά εισπρακτέα αναγνωρίζονται αρχικά στο ποσό της άνευ όρων αντιπαροχής εκτός και αν περιλαμβάνουν σημαντικό σκέλος χρηματοδότησης, στην οποία περίπτωση αναγνωρίζονται σε δίκαιη αξία. Το Συγκρότημα κατέχει τα εμπορικά εισπρακτέα με σκοπό να συλλέξει τις συμβατικές ταμειακές ροές και επομένως τα επιμετρά σε μεταγενέστερο στάδιο σε αποσβεσμένο κόστος χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου.
Τα εμπορικά εισπρακτέα εναπόκεινται επίσης στις απαιτήσεις απομείωσης του ΔΠΧΑ 9. Το Συγκρότημα εφαρμόζει την απλοποιημένη μέθοδο του ΔΠΧΑ 9 για την αποτίμηση των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών η οποία απαιτεί όπως οι αναμενόμενες ζημιές να αναγνωρίζονται κατά τη διάρκεια ζωής των εμπορικών εισπρακτεών. Ανατρέξτε στην Σημείωση 6 Πιστωτικός Κίνδυνος.
Τα εμπορικά εισπρακτέα διαγράφονται όταν δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης. Οι ενδείξεις ότι δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία είσπραξης περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την αποτυχία ενός οφειλέτη να συμμετάσχει σε σχέδιο αποπληρωμής με το Συγκρότημα και την αποτυχία να καταβάλει συμβατικές πληρωμές για περίοδο μεγαλύτερη των 180 ημερών από την ημερομηνία πληρωμής.
Οι πιστωτικοί τόκοι από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων περιλαμβάνονται στα άλλα κέρδη/ (ζημιές)- καθαρά. Οι πιστωτικοί τόκοι σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος και χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε δίκαιη αξία μέσων άλλων συνολικών εισοδημάτων που υπολογίζονται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου αναγνωρίζονται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων ως « Άλλα έσοδα». Οι πιστωτικοί τόκοι υπολογίζονται εφαρμόζοντας το πραγματικό επιτόκιο στη μεικτή λογιστική αξία ενός χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου με εξαίρεση τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που μετέπειτα καθιστώνται πιστωτικά απομειωμένα. Για τα πιστωτικά απομειωμένα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία – Στάδιο 3, το πραγματικό επιτόκιο εφαρμόζεται στη καθαρή λογιστική αξία του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου (μετά από αφαίρεση της πρόβλεψης ζημιάς).
Τα μερίσματα εισπράττονται από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρώνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων. Τα μερίσματα αναγνωρίζονται ως «άλλα έσοδα» στα αποτελέσματα όταν αποδειχθεί το δικαίωμα του Συγκροτήματος να τα εισπράξει. Αυτό ισχύει ακόμα και όταν πληρώνονται από τα κέρδη προ-εξαγοράς, εκτός και αν το μέρισμα αντιπροσωπεύει καθαρά ανάκτηση μέρους του κόστους μιας επένδυσης. Σε αυτή την περίπτωση, το μέρισμα αναγνωρίζεται στα άλλα συνολικά εισοδήματα εάν σχετίζεται με μια επένδυση που επιμετράται σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων.
Οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία και ταξινομούνται μετέπειτα στην κατηγορία αποσβεσμένου κόστους, εκτός από συμβόλαια χρηματοοικονομικής εγγύησης και δανειακές δεσμεύσεις.
Ο δανεισμός αναγνωρίζεται αρχικά σε δίκαιη αξία μετά την αφαίρεση του κόστους συναλλαγής. Ο δανεισμός παρουσιάζεται μετέπειτα σε αποσβεσμένο κόστος. Οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των εισπράξεων (μετά την αφαίρεση του κόστους συναλλαγής) και της αξίας εξόφλησης αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές κατά τη διάρκεια του δανείου, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου, εκτός εάν είναι άμεσα αποδοτέα στην αγορά, κατασκευή ή παραγωγή περιουσιακού στοιχείου που πληροί τα κριτήρια, στην οποία περίπτωση κεφαλαιοποιούνται ως μέρος του κόστους του περιουσιακού στοιχείου. Ο δανεισμός ταξινομείται ως βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, εκτός αν το Συγκρότημα έχει δικαίωμα άνευ όρων να αναβάλει την εξόφληση της υποχρέωσης για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία του ισολογισμού.
Αμοιβές που πληρώνονται νια τη δημιουρνία διευκολύνσεων δανεισμού αναννωρίζονται ως κόστη συναλλαγής του δανείου στην έκταση όπου είναι πιθανόν ότι μέρος ή ολόκληρη η διευκόλυνση θα χρησιμοποιηθεί. Στην περίπτωση αυτή, η αμοιβή αναβάλλεται μέχρι την ανάληψη του δανείου. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν στοιχεία ότι είναι πιθανό ένα μέρος ή ολόκληρη η διευκόλυνση θα χρησιμοποιηθεί, η αμοιβή κεφαλαιοποιείται ως προπληρωμή (για υπηρεσίες ρευστότητας) και αποσβένεται κατά τη διάρκεια της περιόδου της διευκόλυνσης με την οποία σχετίζεται.
Ο δανεισμός αφαιρείται από τον ισολογισμό όταν η υποχρέωση που καθορίζεται στο συμβόλαιο απαλείφεται (π.χ όταν η υποχρέωση που καθορίζεται στο συμβόλαιο εκπληρώνεται, ακυρώνεται ή λήγει). Η διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας της χρηματοοικονομικής υποχρέωσης που έχει εξοφληθεί ή μεταβιβαστεί σε ένα άλλο μέρος και το καταβληθέν τίμημα, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε μη χρηματικών περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν ή υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν, αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα ως άλλα έσοδα ή χρηματοοικονομικά έξοδα.
Οι εμπορικοί και άλλοι πιστωτές είναι υποχρεώσεις για πληρωμή αγαθών ή υπηρεσιών που έχουν αποκτηθεί κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών του Συγκροτήματος, από προμηθευτές. Οι εμπορικοί και άλλοι πιστωτές ταξινομούνται ως βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, εάν η πληρωμή οφείλεται εντός ενός έτους ή λιγότερο (ή κατά το συνήθη κύκλο εργασιών του Συγκροτήματος εάν είναι μεγαλύτερος). Αν όχι, παρουσιάζονται στις μη βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις. Οι εμπορικοί και άλλοι πιστωτές αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία και μετέπειτα παρουσιάζονται σε αποσβεσμένο κόστος, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου.
Μια ανταλλαγή μεταξύ του Συγκροτήματος και των αρχικών δανειστών των χρεωστικών μέσων με ουσιαστικά διαφορετικούς όρους, καθώς επίσης και ουσιώδεις τροποποιήσεις των όρων και των συνθηκών των υφιστάμενων χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, λογίζονται ως τερματισμός της αρχικής χρηματοοικονομικής υποχρέωσης και αναγνώριση μιας νέας χρηματοοικονομικής υποχρέωσης. Οι όροι θεωρούνται ουσιαστικά διαφορετικοί, αν η προεξοφλημένη παρούσα αξία των ταμειακών ροών, βάσει των νέων όρων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν τελών που καταβλήθηκαν μετά την αφαίρεση τυχόν αμοιβών που εισπράχθηκαν και προεξοφλήθηκαν με το αρχικό πραγματικό επιτόκιο, είναι τουλάχιστον 10% διαφορετική από την προεξοφλημένη παρούσα αξία των ταμειακών ροών που απομένουν από την αρχική χρηματοοικονομική υποχρέωση. Επιπρόσθετα, άλλοι παράγοντες όπως το νόμισμα του χρεωστικού μέσου. μεταβολές του τύπου του επιτοκίου, νέα χαρακτηριστικά μετατροπής που επισυνάπτονται στο μέσο και αλλαγή στις συμφωνίες δανείου λαμβάνονται υπόψη.
Εάν μια ανταλλαγή των χρεωστικών μέσων ή τροποποίηση των όρων λονίζεται ως εξόφληση. οποιοδήποτε κόστος ή αμοιβή αναγνωρίζεται ως μέρος του κέρδους ή της ζημίας από την εξόφληση. Αν η ανταλλαγή ή η τροποποίηση δεν λογίζεται ως εξόφληση, οποιοδήποτε κόστος ή αμοιβή προκύψει αναπροσαρμόζει τη λογιστική αξία της υποχρέωσης και αποσβένεται καθ΄όλη την υπόλοιπη διάρκεια της τροποποιημένης υποχρέωσης.
Οι τροποποιήσεις των υποχρεώσεων που δεν έχουν ως αποτέλεσμα την εξόφληση αναγνωρίζονται ως μεταβολή της εκτίμησης χρησιμοποιώντας τη συσσωρευτική μέθοδο κάλυψης, με οποιοδήποτε κέρδος ή ζημία να αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα, εκτός εάν η οικονομική ουσία της διαφοράς στις λογιστικές αξίες αποδίδεται σε συναλλαγές με τους ιδιοκτήτες και αναγνωρίζεται απευθείας στα ίδια κεφάλαια.
Τα κόστη δανεισμού αποτελούν τόκο και άλλα έξοδα με τα οποία επιβαρύνεται το Συγκρότημα σε σχέση με το δανεισμό κεφαλαίων, περιλαμβανομένου τόκου δανεισμού, απόσβεση εκπτώσεων ή επιμίσθιου που σχετίζονται με δανεισμό, απόσβεση επιπλέον κόστους που σχετίζεται με τη διευθέτηση δανεισμού, χρεώσεις χρηματοδοτικών μισθώσεων και συναλλαγματικές διαφορές που προκύπτουν από δανεισμό σε ξένο νόμισμα σε περίπτωση που θεωρούνται ως μια προσαρμογή στους χρεωστικούς τόκους.
Τα κόστη δανεισμού που σχετίζονται άμεσα με την αγορά, κατασκευή ή παραγωγή περιουσιακού στοιχείου που πληροί τα κριτήρια, που είναι ένα περιουσιακό στοιχείο που υποχρεωτικά καταλαμβάνει σημαντικό χρονικό διάστημα για να ετοιμαστεί για την προτιθέμενη χρήση ή πώληση του, κεφαλαιοποιούνται ως μέρος του κόστους του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου, όταν είναι πιθανόν ότι θα επιφέρουν μελλοντικά οικονομικά οφέλη στο Συγκρότημα και τα κόστη μπορούν να υπολογιστούν αξιόπιστα.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις συμψηφίζονται και το καθαρό ποσό αναφέρεται στον ισολογισμό όταν υπάρχει νόμιμα εκτελεστό δικαίωμα για συμψηφισμό των ποσών που αναγνωρίστηκαν και όταν υπάρχει πρόθεση να εξοφληθεί σε καθαρή βάση ή να ρευστοποιηθεί το περιουσιακό στοιχείο και να εξοφληθεί η υποχρέωση ταυτοχρόνως. Το νόμιμα εκτελεστό δικαίωμα δεν πρέπει να βασίζεται σε μελλοντικά γεγονότα και πρέπει να είναι εκτελεστό κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών και σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων αφερεγγυότητας ή χρεοκοπίας του Συγκροτήματος ή του αντισυμβαλλόμενου.
Οι συνήθεις μετοχές ταξινομούνται ως ίδια κεφάλαια.
Το υπέρ το άρτιο είναι η διαφορά μεταξύ της δίκαιης αξίας του τμήματος που απαιτείται για την έκδοση των μετοχών και την ονομαστική αξία των μετοχών. Ο λογαριασμός αποθεματικό υπέρ το άρτιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν την χρησιμοποίηση του για διανομή μερισμάτων, και υπόκειται στις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου της Κύπρου σχετικά με τη μείωση μετοχικού κεφαλαίου.
Οι προβλέψεις αναγνωρίζονται όταν το Συγκρότημα έχει μια παρούσα νομική ή τεκμαρτή υποχρέωση που προκύπτει από γεγονότα που έχουν προηγηθεί, είναι πιθανό να υπάρξει ροή περιουσιακών στοιχείων για εξόφληση αυτής της υποχρέωσης, και το ποσό της υποχρέωσης έχει υπολονιστεί αξιόπιστα. Δεν αναγνωρίζονται προβλέψεις για μελλοντικές ζημιές.
Οι προβλέψεις υπολογίζονται ως η τρέχουσα αξία των εξόδων που αναμένεται να απαιτηθούν για την εξόφληση της υποχρέωσης, χρησιμοποιώντας ένα ποσοστό πριν τη φορολογία, το οποίο αποδίδει τρέχουσες αξιολογήσεις αγοράς της αξίας του χρήματος διαχρονικά και τους κινδύνους που σχετίζονται με την υποχρέωση. Η αύξηση στην πρόβλεψη λόγω της παρέλευσης χρόνου αναγνωρίζεται ως χρεωστικός τόκος.
Οι προπληρωμές αποτιμώνται σε κόστος μείον προβλέψεις για απομείωση. Μια προπληρωμή ταξινομείται ως μακροπρόθεσμη όταν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που σχετίζονται με την προπληρωμή αναμένονται να αποκτηθούν μετά από ένα έτος ή όταν η προπληρωμή σχετίζεται με ένα περιουσιακό στοιχείο το οποίο θα χαρακτηρισθεί ως μακροπρόθεσμο κατά την αρχική αναγνώριση. Οι προπληρωμές για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων μεταφέρονται στη λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου μόλις το Συγκρότημα αποκτήσει τον έλεγχο του περιουσιακού στοιχείου και είναι πιθανό ότι μελλοντικά οικονομικά οφέλη που σχετίζονται με το περιουσιακό στοιχείο θα εισρεύσουν στην οικονομική οντότητα. Οι λοιπές προπληρωμές αποσβένονται στα αποτελέσματα όταν εισπράττονται τα αναθά ή οι υπηρεσίες που αφορούν τις προπληρωμές. Εάν υπάρχει ένδειξη ότι δεν θα ληφθούν τα περιουσιακά στοιχεία, τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που σχετίζονται με την προπληρωμή, η λογιστική αξία της προπληρωμής διαγράφεται αναλόγως και μια αντίστοιχη ζημία απομείωσης αναγνωρίζεται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων.
Οι λειτουργικοί τομείς παρουσιάζονται με τρόπο που συνάδει με την παρουσίαση που γίνεται εσωτερικά στο ανώτατο όργανο λήψης λειτουργικών αποφάσεων. Το ανώτατο όργανο λήψης λειτουρνικών αποφάσεων που είναι υπεύθυνο νια την κατανομή περιουσιακών στοιχείων και την αποτίμηση της απόδοσης των λειτουργικών τομέων, έχει αναγνωριστεί ως το Διοικητικό Συμβούλιο που παίρνουν τις στρατηνικές αποφάσεις.
Τα συγκριτικά ποσά έχουν αναπροσαρμοστεί για να συνάδουν με αλλαγές στην παρουσίαση του τρέχοντος έτους.
Κατά την ημερομηνία έγκρισης αυτών των οικονομικών καταστάσεων μια σειρά από νέα πρότυπα και τροποποιήσεις προτύπων και διερμηνείες ισχύουν για λογιστικές περιόδους που αρχίζουν μετά την 1 Ιανουαρίου 2019, και δεν έχουν εφαρμοστεί στην κατάρτιση αυτών των οικονομικών καταστάσεων. Κανένα από αυτά δεν αναμένεται να έχει σημαντική επίδραση στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του Συγκροτήματος, με εξαίρεση τα ακόλουθα:
Τροποποιήσεις στις Αναφορές στο Εννοιολογικό Πλαίσιο των προτύπων ΔΠΧΑ (εκδόθηκε 29 Μαρτίου 2018 και ισχύει για ετήσιες περιόδους που αρχίζουν την ή μετά την 1 Ιανουαρίου 2020). Το αναθεωρημένο Εννοιολογικό Πλαίσιο περιλαμβάνει: ένα νέο κεφάλαιο για την επιμέτρηση, καθοδήγηση σχετικά με την αναφορά των οικονομικών επιδόσεων, βελτιωμένους ορισμούς και κατευθυντήριες γραμμές - ειδικότερα στον ορισμό της υποχρέωσης και διευκρινίσεις σε σημαντικούς τομείς, όπως οι ρόλοι της διαχείρισης, της σύνεσης και της επιμέτρησης της αβεβαιότητας στην χρηματοοικονομική αναφορά. Το Συγκρότημα στο παρόν στάδιο αξιολογεί την επίδραση των τροποποιήσεων στις ενοποιημένες οικονομικές της καταστάσεις και κατά την ημερομηνία έγκρισης αυτώ των οικονομικών καταστάσεών η επίδραση των τροποποιήσεων δεν είναι γνωστή.
Τροποποιήσεις στο ΔΠΛ 1 και ΔΠΛ 8: Ορισμός της σημαντικότητας (εκδόθηκε στις 31 $\bullet$ Οκτωβρίου 2018 και ισχύει για ετήσιες περιόδους που αρχίζουν από ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2020). Οι τροποποιήσεις αποσαφηνίζουν τον ορισμό του σημαντικού και τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εφαρμοστεί, συμπεριλαμβάνοντας στον ορισμό καθοδήνηση που μέχρι τώρα περιέχεται αλλού στα ΔΠΧΑ. Επιπλέον, βελτιώθηκαν οι εξηγήσεις που συνοδεύουν τον ορισμό. Τέλος, οι τροποποιήσεις διασφαλίζουν ότι ο ορισμός του υλικού είναι συνεπής σε όλα τα πρότυπα των ΔΠΧΑ. Οι πληροφορίες είναι σημαντικές αν παραλείψουμε, παραθέσουμε ή αποκρύψουμε ότι θα μπορούσε ευλόγως να αναμένεται να επηρεάσει τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι κύριοι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων γενικής χρήσης με βάση τις οικονομικές καταστάσεις που παρέχουν οικονομικές πληροφορίες για μια συγκεκριμένη οικονομική μονάδα. Το Συγκρότημα στο παρόν στάδιο αξιολογεί την επίδραση των τροποποιήσεων στις ενοποιημένες οικονομικές της καταστάσεις και κατά την ημερομηνία έγκρισης αυτώ των οικονομικών καταστάσεών η επίδραση των τροποποιήσεων δεν είναι εύλογα γνωστή.
Οι εργασίες του Συγκροτήματος το εκθέτουν σε ποικίλους χρηματοοικονομικούς κινδύνους: κίνδυνο αγοράς (περιλαμβανομένου συναλλαγματικού κινδύνου, κινδύνου τιμής αγοράς και κινδύνου επιτοκίου που αφορά τις ταμειακές ροές), πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο ρευστότητας.
Το πρόγραμμα διαχείρισης κινδύνου του Συγκροτήματος επικεντρώνεται στη μη προβλεψιμότητα των χρηματαγορών και αποσκοπεί στη μείωση των πιθανών αρνητικών επιπτώσεων στην οικονομική επίδοση του Συγκροτήματος. Η διαχείριση κινδύνου διενεργείται από το λογιστήριο του Συγκροτήματος σύμφωνα με αρχές που εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Το λογιστήριο αναγνωρίζει, αξιολογεί και αντισταθμίζει τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους σε στενή συνεργασία με τις λειτουργικές μονάδες του Συγκροτήματος. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συγκροτήματος είναι υπεύθυνο για την όλη διαχείριση κινδύνου και για να παρακολουθεί τις διακυμάνσεις και να ενεργεί ανάλογα.
Το Συνκρότημα εισάνει προϊόντα από το εξωτερικό και υπόκειται σε συναλλαγματικό κίνδυνο που προκύπτει από διάφορες συναλλαγές και υπόλοιπα, κυρίως σε Δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών. Ο συναλλαγματικός κίνδυνος προκύπτει από μελλοντικές εμπορικές συναλλαγές και αναγνωρισμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που αποτιμούνται σε νόμισμα το οποίο δεν είναι το νόμισμα λειτουργίας του Συγκροτήματος.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2019, εάν το Ευρώ αποδυναμωνόταν / ενδυναμωνόταν κατά 5% (2018: 5%) σε σχέση με το Δολάριο ΗΠΑ με όλες τις άλλες παραμέτρους να παραμένουν σταθερές, το κέρδος για το έτος μετά τη φορολογία θα ήταν €12.336 (2018: €27.283) ψηλότερη/ χαμηλότερη κυρίως ως αποτέλεσμα συναλλαγματικών κερδών/ζημιών στη μετατροπή υπολοίπων για εμπορικά εισπρακτέα αποτιμημένα σε Δολάρια ΗΠΑ.
Η Διεύθυνση δεν εφαρμόζει πολιτική αντιστάθμισης της έκθεσης του Συγκροτήματος σε συναλλαγματικό κίνδυνο που προκύπτει από μελλοντικές εμπορικές συναλλαγές και αναγνωρισμένα περιουσιακά στοιχεία. Η Διεύθυνση παρακολουθεί τις διακυμάνσεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες σε συνεχή βάση και ενεργεί ανάλογα.
Το Συγκρότημα εκτίθεται σε κίνδυνο τιμής αγοράς μετοχικών τίτλων λόγω επενδύσεων που κατέχονται από το Συγκρότημα και ταξινομούνται στον ενοποιημένο ισολονισμό που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων. Το Συγκρότημα δεν εκτίθεται σε κίνδυνο τιμών αναθών.
Οι επενδύσεις του Συγκροτήματος σε μετοχικούς τίτλους οι οποίες εμπορεύονται δημόσια περιλαμβάνονται στο Γενικό Δείκτη του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου.
Ο πιο κάτω πίνακας παρουσιάζει περιληπτικά την επίδραση αυξήσεων/μειώσεων του γενικού δείκτη του ΧΑΚ στο κέρδος για το έτος μετά τη φορολογία του Συγκροτήματος. Η ανάλυση βασίζεται στην υπόθεση ότι οι δείκτες μετοχικών τίτλων αυξήθηκαν/μειώθηκαν σύμφωνα με την αλλαγή του γενικού δείκτη του ΧΑΚ κατά 3% (2018: 4%) με όλες τις άλλες μεταβλητές να παραμένουν σταθερές και ότι οι μετοχικοί τίτλοι του Συγκροτήματος κινήθηκαν σύμφωνα με την ιστορική συσχέτιση τους με το δείκτη:
| Επίδραση στο κέρδος μετά τη | ||
|---|---|---|
| φορολογία σε € | ||
| 2019 | 2018 | |
| Δείκτης | ||
| Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου – Γενικός Δείκτης | 3.507 | 4.915 |
Το κέρδος για το έτος μετά τη φορολογία θα αυξανόταν/μειωνόταν ως αποτέλεσμα κερδών/ζημιών σε μετοχικούς τίτλους που ταξινομούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Το Συγκρότημα δεν διαχειρίζεται τον κίνδυνο τιμής αγοράς στον οποίο εκτίθεται καθώς η αξία των μετοχικών τίτλων που κατέχει δεν είναι σημαντική.
Ο κίνδυνος επιτοκίου του Συγκροτήματος προέρχεται από περιουσιακά στοιχεία που φέρουν τόκο και από δανεισμό. Τα περιουσιακά στοιχεία που φέρουν τόκο και ο δανεισμός που εκδόθηκαν σε κυμαινόμενα επιτόκια εκθέτουν το Συγκρότημα σε κίνδυνο επιτοκίου που αφορά τις ταμειακές ροές.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2019, εάν τα επιτόκια σε τραπεζικές καταθέσεις που αποτιμούνται σε Ευρώ ήταν κατά 1% (2018: 1%) ψηλότερα/χαμηλότερα, με όλες τις άλλες παραμέτρους να παραμένουν σταθερές, το κέρδος για το έτος μετά τη φορολογία θα ήταν €15.413 (2018: €7.649) χαμηλότερη/ ψηλότερη, κυρίως ως αποτέλεσμα των ψηλότερων/χαμηλότερων πιστωτικών τόκων σε τραπεζικές καταθέσεις.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2019, εάν τα επιτόκια σε δανεισμό ήταν κατά 1% (2018: 1%) ψηλότερα/χαμηλότερα, με όλες τις άλλες παραμέτρους να παραμένουν σταθερές, το κέρδος για το έτος μετά τη φορολογία θα ήταν €93.179 (2018: €110.618) ψηλότερη/ χαμηλότερη, κυρίως ως αποτέλεσμα των ψηλότερων/χαμηλότερων χρεωστικών τόκων σε δανεισμό σε κυμαινόμενα επιτόκια.
Η Διεύθυνση του Συγκροτήματος παρακολουθεί τις διακυμάνσεις στα επιτόκια σε συνεχή βάση και ενεργεί ανάλογα.
Ο πιστωτικός κίνδυνος είναι ο κίνδυνος ένα μέρος σε ένα χρηματοπιστωτικό μέσο να προκαλέσει οικονομική ζημιά στο άλλο μέρος επειδή δεν εκπληρώνει κάποια υποχρέωση. Ο πιστωτικός κίνδυνος προκύπτει από ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα, συμβατικές ταμειακές ροές από χρεωστικά περιουσιακά χρηματοοικονομικά στοιχεία που μεταφέρονται σε αποσβεσμένο κόστος, καταθέσεις σε τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και από έκθεση σε πιστώσεις προς πελάτες χονδρικής πώλησης, περιλαμβανομένων εκκρεμών εισπρακτέων και δεσμευτικών συναλλανών.
Ο πιστωτικός κίνδυνος διαχειρίζεται σε ξεχωριστή βάση για όλες τις εταιρείες του Συγκροτήματος.
Για τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μόνο οργανισμοί που αξιολογούνται θετικά υπό τις περιστάσεις από το Διοικητικό Συμβούλιο γίνονται αποδεκτοί λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Εάν πελάτες χονδρικού εμπορίου είναι αξιολογημένοι από ανεξάρτητο μέρος, τότε το Συγκρότημα χρησιμοποιεί αυτές τις αξιολογήσεις. Διαφορετικά, εάν δεν υπάρχει ανεξάρτητη αξιολόγηση, η Διεύθυνση εκτιμά την πιστωτική ποιότητα του πελάτη, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική του κατάσταση, προηγούμενες εμπειρίες και άλλους παράγοντες. Ξεχωριστά πιστωτικά όρια και πιστωτικοί όροι ορίζονται με βάση την πιστωτική ποιότητα του πελάτη σύμφωνα με όρια που καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Η χρήση των πιστωτικών ορίων παρακολουθείται σε συνεχή βάση.
Οι πωλήσεις σε πελάτες λιανικού εμπορίου διευθετούνται σε μετρητά ή χρησιμοποιώντας πιστωτικές κάρτες.
Το Συγκρότημα διαθέτει τρία είδη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται στο μοντέλο της αναμενόμενης πιστωτικής ζημίας:
Η μεθοδολογία απομείωσης που εφαρμόζει το Συγκρότημα για τον υπολογισμό των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών εξαρτάται από τον τύπο του χρηματορικονομικού περιουσιακού στοιχείου που εκτιμάται για απομείωση. Πιο συγκεκριμένα:
Για εμπορικά εισπρακτέα, το Συγκρότημα εφαρμόζει την απλοποιημένη μέθοδο που επιτρέπεται από το ΔΠΧΑ 9, η οποία επιβάλλει την αναγνώριση των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών καθ' όλη τη διάρκεια ζωής του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου κατά την αρχική του αναγνώριση.
Για όλα τα άλλα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε απομείωση με βάση το ΔΠΧΑ 9, το Συγκρότημα εφαρμόζει την γενική προσέγγιση - το μοντέλο απομείωσης τριών σταδίων. Το Συγκρότημα εφαρμόζει το μοντέλο απομείωσης τριών σταδίων, με βάση τις αλλαγές στον πιστωτικό κίνδυνο από την αρχική αναγνώριση. Ένα χρηματοοικονομικό μέσο που δεν είναι πιστωτικά απομειωμένο κατά την αρχική αναγνώριση ταξινομείται στο Στάδιο 1. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία στο Στάδιο 1 αναγνωρίζουν τις ΑΠΖ τους σε ένα ποσό ίσο με το ποσοστό των ΑΠΖ κατά τη διάρκεια ζωής που προκύπτει από τυχόν γεγονότα αθέτησης πληρωμής μέσα στους επόμενους 12 μήνες ή μέχρι τη λήξη της σύμβασης, εάν είναι πιο νωρίς («ΑΠΖ 12 μηνών»). Εάν το Συγκρότημα παρατηρήσει μία σημαντική αύξηση στον πιστωτικό κίνδυνο («ΣΑΠΚ») από την αρχική αναγνώριση, το περιουσιακό στοιχείο μεταφέρεται στο Στάδιο 2 και οι ΑΠΖ επιμετρώνται με βάση τις ΑΠΖ καθ' όλη τη διάρκεια ζωής του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου, δηλαδή μέχρι τη λήξη της σύμβασης αλλά λαμβάνοντας υπόψη τις αναμενόμενες προπληρωμές, εάν υπάρχουν («ΑΠΖ καθ' όλη τη διάρκεια ζωής). Εάν το Συγκρότημα καθορίσει ότι ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο είναι πιστωτικά απομειωμένο, το περιουσιακό στοιχείο μεταφέρεται στο Στάδιο 3 και η ΑΠΖ επιμετρείται ως ΑΠΖ καθ' όλη τη διάρκεια ζωής.
Οι ζημιές απομείωσης παρουσιάζονται ως καθαρές ζημίες απομείωσης χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων στα κέρδη εργασιών. Οι επακόλουθες ανακτήσεις ποσών που είχαν προηγουμένως διαγραφεί πιστώνονται στο ίδιο στοιχείο όπου είχαν αρχικά παρουσιαστεί.
Σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου: Το Συγκρότημα εξετάζει την πιθανότητα αθέτησης της υποχρέωσης κατά την αρχική αναννώριση του περιουσιακού στοιχείου και κατά πόσο υπήρξε σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου σε συνεχή βάση καθ' όλη την περίοδο αναφοράς. Για να εκτιμηθεί κατά πόσον υπάρχει σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου, το Συγκρότημα συγκρίνει τον κίνδυνο αθέτησης την ημερομηνία αναφοράς με τον κίνδυνο αθέτησης κατά την ημερομηνία της αρχικής αναγνώρισης. Η εκτίμηση λαμβάνει υπόψη τις διαθέσιμες λογικές και υποστηρικτικές πληροφορίες που αφορούν το μέλλον. Συγκεκριμένα ενσωματώνονται οι ακόλουθοι δείκτες:
Μακροοικονομικές πληροφορίες (όπως τα επιτόκια της ανοράς ή οι ρυθμοί ανάπτυξης) ενσωματώνονται ως μέρος του εσωτερικού μοντέλου αξιολόγησης. Τα ιστορικά ποσοστά ζημιών προσαρμόζονται ώστε να αντικατοπτρίζουν τρέχουσες και μελλοντικές πληροφορίες για τους μακροοικονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα των πελατών να αποπληρώνουν τις απαιτήσεις. Δεν σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στις τεχνικές εκτιμήσεις ή στις παραδοχές κατά την περίοδο αναφοράς.
Ανεξάρτητα από την πιο πάνω ανάλυση, θεωρείται σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου τεκμηριώνεται εάν ο οφειλέτης είναι σε καθυστέρηση άνω των 30 ημερών για την καταβολή της συμβατικής πληρωμής.
Αθέτηση εξόφλησης. Η αθέτηση εξόφλησης ενός χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου είναι όταν ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει προβεί σε συμβατικές πληρωμές εντός 90 ημερών από την ημερομηνία λήξης της οφειλής ή μετά που θα ζητηθεί.
Διανραφή: Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαγράφονται όταν δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης, για παράδειγμα αν ο οφειλέτης δεν έχει συνάψει σχέδιο αποπληρωμής με το Συγκρότημα. Το Συγκρότημα κατηγοριοποιεί ένα χρεωστικό χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο για διαγραφή όταν ο οφειλέτης δεν έχει καταβάλει συμβατικές πληρωμές για περίοδο μεναλύτερη από 180 μέρες καθυστέρησης. Σε περίπτωση διαγραφής χρεωστικών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, το Συγκρότημα συνεχίζει να ακολουθεί νομικές διαδικασίες ανάκτησης της απαιτούμενες απαίτησης. Όταν οι ανακτήσεις πραγματοποιηθούν, αυτές αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα.
Η Εταιρεία δεν έχει σημαντικά χρεωστικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που να υπόκεινται στις απαιτήσεις απομείωσης του ΔΠΧΑ 9 και που οι συμβατικές ταμειακές τους ροές να έχουν τροποποιηθεί.
Η έκθεση της Εταιρείας σε πιστωτικό κίνδυνο για κάθε κατηγορία περιουσιακού στοιχείου που υπόκειται στο αναμενόμενο μοντέλο πιστωτικής ζημίας ορίζεται παρακάτω:
Το Συγκρότημα εφαρμόζει την απλοποιημένη προσέγγιση του ΔΠΧΑ 9 για τον υπολογισμό των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών, η οποία απαιτεί την αναγνώριση αναμενόμενης ζημίας καθ' όλη τη διάρκεια ζωής για όλα τα εμπορικά εισπρακτέα.
Για τον υπολογισμό των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών, τα εμπορικά εισπρακτέα έχουν ομαδοποιηθεί με βάση τα κοινά χαρακτηριστικά του πιστωτικού κινδύνου και τις ημέρες καθυστέρησης.
Τα αναμενόμενα ποσοστά ζημιάς βασίζονται στα προφίλ πληρωμών των πωλήσεων νια την περίοδο 12 μηνών πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2019 ή την 1η Ιανουαρίου 2019 αντίστοιχα και στις αντίστοιχες ιστορικές ζημιές που σημειώθηκαν κατά την περίοδο αυτή. Τα ιστορικά ποσοστά ζημιών προσαρμόζονται ώστε να αντικατοπτρίζουν τρέχουσες και μελλοντικές πληροφορίες για τους μακροοικονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα των πελατών να διακανονίζουν τα εισπρακτέα.
Με βάση τα πιο πάνω, το ποσό πρόβλεψης ζημιάς στις 31 Δεκεμβρίου 2019 και 31 Δεκεμβρίου 2018 καθορίστηκε ως εξής για τα εμπορικά εισπρακτέα:
| 31 Δεκεμβρίου 2019 |
Κυκλοφορούντα | 1 - 30 ημέρες καθυστέρηση |
$31 - 60$ ημέρες καθυστέρηση |
61 - 90 ημέρες καθυστέρηση |
Πάνω από 90 ημέρες καθυστέρηση |
Σύνολο |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Міктή λογιστική αξία $-\epsilon$ μπορικά εισπρακτέα |
52.311 | 24.818 | 24.863 | 66.205 | 168.370 | 336.565 |
| Ποσό πρόβλεψης ζημιάς |
$\blacksquare$ | ۰ | ٠ | (77.465) | (77.465) |
$(i)$ Παράγοντες χρηματοοικονομικού κινδύνου (συνέχεια)
Απομείωση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (συνέχεια) $(ii)$
| 31 Δεκεμβρίου 2018 MIKTÓ |
Κυκλοφορούντα | $1 - 30$ ημέρες καθυστέρηση |
$31 - 60$ ημέρες καθυστέρηση |
$61 - 90$ ημέρες καθυστέρηση |
Πάνω από 90 ημέρες καθυστέρηση |
Σύνολο |
|---|---|---|---|---|---|---|
| λογιστική αξία – εμπορικά εισπρακτέα Ποσό |
78.492 | 56.595 | 29.708 | 6.007 | 188.681 | 359.483 |
| πρόβλεψης ζημιάς |
٠ | ۰ | ٠ | ۰ | (78.335) | (78.335) |
Οι ακαθάριστες λογιστικές αξίες, όπως προαναφέρθηκαν, αντιπροσωπεύουν τη μέγιστη έκθεση του Συνκροτήματος σε πιστωτικό κίνδυνο σε αυτά τα στοιχεία ενεργητικού στις 31 Δεκεμβρίου 2019 και στις 31 Δεκεμβρίου 2018, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τυχόν εξασφαλίσεις. Το Συγκρότημα δεν κατέχει εξασφαλίσεις ως εγγύηση για τα υπόλοιπα εμπορικών εισπρακτέων. Δεν υπήρχαν σημαντικά εμπορικά εισπρακτέα που διαγράφηκαν κατά τα έτη 2019 και 2018 που υπόκεινται σε δραστηριότητες εκτέλεσης.
Οι προβλέψεις ζημιάς για εμπορικά εισπρακτέα κατά την 31η Δεκεμβρίου 2018 και 31 Δεκέμβριου 2019 ήταν ως εξής:
| Εμπορικά Εισπρακτέα |
||
|---|---|---|
| € 2019 |
2018 | |
| Αρχική πρόβλεψη ζημιάς την 1 Ιανουαρίου | 78.335 | 92.100 |
| Αύξηση της πρόβλεψης ζημιάς που αναγνωρίστηκε στα αποτελέσματα κατά τη διάρκεια του έτους |
142 | |
| Αχρησιμοποίητο ποσό που αντιστρέφεται | (870) | (13.907) |
| Τελική πρόβλεψη ζημιάς στις 31 Δεκεμβρίου | 77.465 | 78.335 |
Όλες οι επενδύσεις σε χρεωστικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος θεωρείται ότι έχουν χαμηλό πιστωτικό κίνδυνο και η πρόβλεψη ζημίας που αναγνωρίστηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου περιορίστηκε συνεπώς στις αναμενόμενες ζημίες 12 μηνών. Ανατρέξτε στην παραπάνω ενότητα για την περιγραφή του τρόπου με τον οποίο το Συγκρότημα προσδιορίζει τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία χαμηλού πιστωτικού κινδύνου.
Δεν υπήρχαν σημαντικές επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος που διαγράφηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου που υπόκεινται σε δραστηριότητες εκτέλεσης.
Το Συγκρότημα δεν κατέχει καμία εγγύηση ως ασφάλεια για οποιαδήποτε χρηματορικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος.
Το Συγκρότημα αξιολογεί, σε ατομική βάση, την έκθεσή της σε πιστωτικό κίνδυνο που προκύπτει από τα μετρητά στην τράπεζα. Η αξιολόνηση αυτή λαμβάνει υπόψη τις αξιολονήσεις από εξωτερικά ιδρύματα αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και τις εσωτερικές αξιολογήσεις εάν δεν είναι διαθέσιμες εξωτερικές αξιολογήσεις.
Τα μικτά λογιστικά ποσά που ακολουθούν αντιπροσωπεύουν τη μέγιστη έκθεση του Συνκροτήματος σε πιστωτικό κίνδυνο νια τα εν λόνω στοιχεία ενερνητικού στις 31 Δεκεμβρίου 2019 και 31 Δεκεμβρίου 2018:
| Εξωτερική πιστοληπτική ικανότητα |
2019 | 2018 | |
|---|---|---|---|
| Moody's | B 3 | 1.753.701 | |
| Moody's | Caa1 | 868,668 | |
| Άλλοι εκδότες χωρίς εξωτερική αξιολόγηση – ικανοποιητική πιστοληπτική ικανότητα (εξυπηρετούμενο) |
8.210 | 5.549 | |
| Σύνολο μετρητών στην τράπεζα (1) | 1.761.911 | 874.217 |
(1) Το υπόλοιπο ποσό στα «μετρητά και καταθέσεις στην τράπεζα» στον ισολογισμό είναι μετρητά.
Η εκτιμώμενη πρόβλεψη ζημιάς στα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα στις 31 Δεκεμβρίου 2019 και 31 Δεκεμβρίου 2018 ήταν ασήμαντη. Όλα τα μετρητά στην τράπεζα ήταν εξυπηρετούμενα (Στάδιο 1) στις 31 Δεκεμβρίου 2019 και 31 Δεκεμβρίου 2018.
Ο πιο κάτω πίνακας αναλύει τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του Συγκροτήματος σε σχετικές κατηγορίες λήξεων, με βάση την εναπομένουσα περίοδο κατά την ημερομηνία του ισολογισμού μέχρι την ημερομηνία λήξης του συμβολαίου. Τα ποσά που παρουσιάζονται στον πίνακα είναι οι συμβατικές μη προεξοφλημένες ταμειακές ροές. Υπόλοιπα με λήξη εντός 12 μηνών (με εξαίρεση τον δανεισμό) ισούνται με τις λογιστικές τους αξίες, αφού η επίδραση της προεξόφλησης δεν είναι σημαντική.
| Λιγότερο από 1 χρόνο € |
Από 1 μέχρι 2 χρόνια € |
Από 2 μέχρι 5 χρόνια € |
Πάνω από 5 χρόνια |
|
|---|---|---|---|---|
| Στις 31 Δεκεμβρίου 2018 | ||||
| Δανεισμός | 5.369.638 | 1.592.155 | 2.995.513 | 3.543.763 |
| Εμπορικοί και άλλοι πιστωτές | 5.201.569 | $\overline{\phantom{0}}$ | ||
| 10.571.207 | 1.592.155 | 2.995.513 | 3.543.763 |
| Λινότερο από 1 χρόνο |
Από 1 μέχρι 2 χρόνια € |
Από 2 μέχρι 5 χρόνια € |
Πάνω από 5 χρόνια € |
|
|---|---|---|---|---|
| Στις 31 Δεκεμβρίου 2019 | ||||
| Δανεισμός | 4.195.031 | 946.151 | 2.488.899 | 4.201.689 |
| Εμπορικοί και άλλοι πιστωτές | 5.407.333 | |||
| Υποχρεώσεις μισθώσεων | 2.421.229 | 1.984.479 | 3.355.719 | 1.261.359 |
| 12.023.593 | 2.930.630 | 5.844.618 | 5.463.048 |
Η Διεύθυνση παρακολουθεί τις σχέσεις μεταξύ βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων. μετρητών και άμεσα ρευστοποιήσιμων στοιχείων του ενεργητικού σε συνεχή βάση και ενεργεί ανάλογα για τη συνετή διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας.
Οι επιδιώξεις του Συγκροτήματος όταν διαχειρίζεται κεφάλαια είναι η διασφάλιση της ικανότητας του Συγκροτήματος να συνεχίσει ως δρώσα λειτουργική μονάδα με σκοπό την παροχή αποδόσεων για τους μετόχους και ωφελήματα για άλλα πρόσωπα που έχουν συμφέροντα στο Συγκρότημα και να διατηρήσει την καταλληλότερη κεφαλαιουχική δομή για να μειώσει το κόστος κεφαλαίου.
Με σκοπό να διατηρήσει ή να μεταβάλει την κεφαλαιουχική του δομή, το Συγκρότημα μπορεί να μεταβάλει το ποσό των μερισμάτων που πληρώνονται στους μετόχους, να επιστρέψει κεφάλαιο στους μετόχους, να εκδώσει νέες μετοχές ή να πουλήσει περιουσιακά στοιχεία για να μειώσει το δανεισμό του.
Σύμφωνα με άλλους στον τομέα λιανικού εμπορίου, το Συνκρότημα παρακολουθεί το κεφάλαιο στη βάση της σχέσης του δανεισμού ως προς το σύνολο των απασχολούμενων κεφαλαίων. Η σχέση αυτή υπολογίζεται ως ο καθαρός δανεισμός διαιρούμενος με το συνολικό κεφάλαιο. Ο καθαρός δανεισμός υπολογίζεται ως το σύνολο δανεισμού (περιλαμβανομένου 'βραχυπρόθεσμου και μη βραχυπρόθεσμου δανεισμού' όπως παρουσιάζεται στον ισολογισμό) μείον ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα. Το συνολικό κεφάλαιο υπολονίζεται ως 'ίδια κεφάλαια' όπως παρουσιάζονται στον ισολονισμό. προσθέτοντας τον καθαρό δανεισμό.
Η σχέση δανεισμού προς το σύνολο απασχολούμενων κεφαλαίων στις 31 Δεκεμβρίου 2019 και 2018 ήταν ως εξής:
| 2019 € |
2018 € |
|
|---|---|---|
| Σύνολο δανεισμού (Σημ. 29) Μείον: Μετρητά και καταθέσεις στην τράπεζα (Σημ. 26) |
10.649.086 (1.858.153) |
12.642.033 (954.529) |
| Καθαρός δανεισμός Σύνολο ιδίων κεφαλαίων |
8.790.933 22.829.102 |
11.687.504 21.643.846 |
| Σύνολο κεφαλαίου όπως καθορίστηκε από τη Διεύθυνση | 31.620.035 | 33.331.350 |
| Σχέση δανεισμού προς το σύνολο απασχολούμενων κεφαλαίων | 28% | 35% |
Η μείωση της σχέσης δανεισμού προς το σύνολο απασχολούμενων κεφαλαίων κατά το 2018 από 35% σε 28% ήταν κυρίως αποτέλεσμα δανεισμού που αποπληρώθηκε κατά τη διάρκεια του έτους και την αύξηση στα μετρητά και καταθέσεις στην τράπεζα.
Ο πιο κάτω πίνακας αναλύει τα χρηματοοικονομικά μέσα που αποτιμούνται στον ισολογισμό σε δίκαιη αξία, με βάση τις μεθόδους εκτίμησης. Τα διάφορα επίπεδα έχουν προσδιοριστεί ως εξής:
Ο πιο κάτω πίνακας παρουσιάζει τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία του Συγκροτήματος τα οποία είναι υπολογισμένα σε δίκαιη αξία στις 31 Δεκεμβρίου 2019.
$\overline{a}$ $\overline{b}$ $\overline{c}$ $\overline{d}$
| ETTITTEOO | |
|---|---|
| 31 Δεκεμβρίου 2019 | |
| Περιουσιακά στοιχεία | |
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων: |
|
| - Μετοχικοί τίτλοι | 133.599 |
| Σύνολο χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων υπολογισμένα σε | |
| δίκαιη αξία | 133.599 |
Ο πιο κάτω πίνακας παρουσιάζει τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία του Συγκροτήματος τα οποία είναι υπολογισμένα σε δίκαιη αξία στις 31 Δεκεμβρίου 2018.
| Επίπεδο 1 | |
|---|---|
| 31 Δεκεμβρίου 2018 | |
| Περιουσιακά στοιχεία | |
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων: |
|
| - Μετοχικοί τίτλοι | 140.429 |
| Σύνολο χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων υπολογισμένα σε | |
| δίκαιη αξία | 140.429 |
Η δίκαιη αξία των χρηματοοικονομικών μέσων που εμπορεύονται σε ενεργείς αγορές βασίζεται στις χρηματιστηριακές τιμές την ημερομηνία του ισολογισμού. Μια αγορά θεωρείται ως ενεργή, εάν οι χρηματιστηριακές τιμές είναι άμεσα και τακτικά διαθέσιμες από ένα χρηματιστήριο, έμπορο, χρηματιστή, βιομηχανικό όμιλο, υπηρεσία εκτίμησης, ή εποπτική υπηρεσία, και εκείνες οι τιμές αντιπροσωπεύουν πραγματικές και συχνές συναλλαγές αγοράς σε καθαρά εμπορική βάση. Η χρηματιστηριακή τιμή που χρησιμοποιείται για τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που κατέχει το Συγκρότημα είναι η τρέχουσα τιμή προσφοράς. Αυτά τα μέσα περιλαμβάνονται στο Επίπεδο 1. Τα μέσα που περιλαμβάνονται στο Επίπεδο 1 περιλαμβάνουν επενδύσεις σε μετοχές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου που ταξινομούνται ως χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που κρατούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Το Συγκρότημα δεν έχει οποιαδήποτε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ή χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που υπόκεινται σε συμψηφισμό, επιβλητή κύρια συμφωνία συμψηφισμού ή οποιεσδήποτε παρόμοιες συμφωνίες.
Η κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων απαιτεί τη χρήση λονιστικών υπολογισμών τα οποία σπανίως ισούνται με τα πραγματικά αποτελέσματα. Η διοίκηση πρέπει επίσης να ασκεί κρίση στην εφαρμογή των λογιστικών πολιτικών του Συγκροτήματος. Οι λογιστικοί υπολογισμοί και εκτιμήσεις αξιολογούνται σε συνεχή βάση και βασίζονται στην ιστορική εμπειρία και σε άλλους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων προσδοκιών σχετικά με μελλοντικά γεγονότα που πιστεύεται ότι είναι λογικά υπό τις περιστάσεις.
Το Συγκρότημα κάνει υπολογισμούς και παραδοχές σε σχέση με το μέλλον. Ως αποτέλεσμα οι λογιστικοί υπολογισμοί σπανίως ισούνται με τα πραγματικά αποτελέσματα. Οι υπολογισμοί και οι παραδοχές που πιθανό να προκαλέσουν ουσιώδεις αναπροσαρμονές στη λονιστική αξία περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων κατά το επόμενο οικονομικό έτος παρουσιάζονται πιο κάτω.
Για τον προσδιορισμό της πρόβλεψης για εταιρικό φόρο απαιτούνται σημαντικές εκτιμήσεις. Για συγκεκριμένες συναλλαγές και υπολογισμούς, ο προσδιορισμός της τελικής φορολογίας είναι αβέβαιος. Το Συγκρότημα αναγνωρίζει υποχρεώσεις για προβλεπόμενα φορολογικά ζητήματα με βάση υπολογισμούς για το κατά πόσο θα προκύψει επιπρόσθετη φορολογία. Όπου το τελικό φορολογικό αποτέλεσμα αυτών των ζητημάτων διαφέρει από το ποσό που έχει αρχικά αναγνωριστεί οι διαφορές επηρεάζουν τις τρέχουσες και αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις στην περίοδο που έγινε ο προσδιορισμός.
Η δίκαιη αξία των ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού και επενδύσεων σε ακίνητα προσδιορίζεται με βάση την αγοραία αξία, η οποία είναι η αξία στην ελεύθερη αγορά. Τα αποθέματα - ακίνητα για εμπορία εμφανίζονται στην τιμή κόστους ή στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία, όποια από τις δύο είναι χαμηλότερη. Η δίκαιη αξία των πιο πάνω είναι βασισμένη σε εκτιμήσεις από το Διοικητικό Συμβούλιο και ανεξάρτητους εκτιμητές. Το Διοικητικό Συμβούλιο ασκεί κρίση για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας και της καθαρής ρευστοποιήσιμης αξίας και κάνει υποθέσεις, οι οποίες βασίζονται κυρίως στην κατάσταση της αγοράς ακινήτων σε κάθε ημερομηνία ισολογισμού και λαμβάνοντας υπόψη εκτιμήσεις από ανεξάρτητους εγκεκριμένους εκτιμητές.
Δίκαιη αξία ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού και επενδύσεων σε ä ακίνητα και καθαρής ρευστοποιήσιμης αξίας των αποθεμάτων σε ακίνητα για εμπορία (συνέχεια)
Αν η δίκαιη αξία των ακινήτων ενκαταστάσεων και εξοπλισμού είχε διαφορά 5% από τους υπολογισμούς της Διεύθυνσης και των ανεξάρτητων εκτιμητών στις 31 Δεκεμβρίου 2019 τότε τα άλλα αποθεματικά του Συγκροτήματος θα έπρεπε να αυξηθούν/μειωθούν κατά €318.894 (2018: €319.275) με αντίστοιχη αύξηση/μείωση στην αναβαλλόμενη φορολογία κατά €62.738 (2018: €62.775).
Αν η δίκαιη αξία των επενδύσεων σε ακίνητα είχε διαφορά 5% από τους υπολογισμούς της Διεύθυνσης και των ανεξάρτητων εκτιμητών στις 31 Δεκεμβρίου 2019 τότε η ζημιά του Συγκροτήματος θα έπρεπε να αυξηθεί/μειωθεί κατά €821.147 (2018: €926.088) με αντίστοιχη αύξηση/μείωση στην αναβαλλόμενη φορολονία κατά €102.643 (2018: €115.761). Το καθαρό κέρδος μετά την φορολογία για το Συγκρότημα θα έπρεπε να αυξηθεί/μειωθεί κατά €718.503 (2018: $€810.327$ ).
Αν η δίκαιη αξία των αποθεμάτων – ακίνητα για εμπορία ήταν 5% χαμηλότερη από τους υπολογισμούς της Διεύθυνσης και των ανεξάρτητων εκτιμητών στις 31 Δεκεμβρίου 2019 τότε το κέρδος του Συγκροτήματος θα έπρεπε να μειωθεί κατά €245.396 (2018: €164.569) με αντίστοιχη μείωση στην αναβαλλόμενη φορολογία κατά €30.675 (2018: €20.571). Το καθαρό κέρδος μετά την φορολογία για το Συγκρότημα θα έπρεπε να μειωθεί κατά €187.882 (2018: €125.998).
Κατά τον καθορισμό της διάρκειας μίσθωσης, η Διεύθυνση εξετάζει όλα τα γεγονότα και τις περιστάσεις που δημιουργούν ένα οικονομικό κίνητρο για να ασκήσει μια επιλογή επέκτασης ή να μην ασκήσει μια επιλογή τερματισμού. Οι επιλογές επέκτασης (ή οι περίοδοι μετά τις επιλογές τερματισμού) περιλαμβάνονται στη μίσθωση, εάν η μίσθωση είναι εύλογα βέβαιη ότι θα παραταθεί (ή δεν θα τερματιστεί).
Για τις μισθώσεις των καταστημάτων λιανικής πώλησης, αποθηκών και γραφείων τα πιο κάτω αποτελούν συνήθως τους πιο σημαντικούς παράγοντες:
$(ii)$ Σημαντικές εκτιμήσεις στην εφαρμογή των λογιστικών πολιτικών της Εταιρείας (συνέχεια)
Οι δυνατότητες επέκτασης και μίσθωσης που αφορούν καταστήματα λιανικής πώλησης έχουν συμπεριληφθεί στην υποχρέωση μίσθωσης με γνώμονα τις εκτιμήσεις της Διεύθυνσης του Συγκροτήματος.
Η περίοδος μίσθωσης επανεκτιμάται αν μια επιλονή ασκείται (ή δεν ασκείται) ή το Συγκρότημα υποχρεούται να ασκήσει (ή να μην ασκήσει) την επιλογή. Η εκτίμηση της εύλογης βεβαιότητας αναθεωρείται μόνο εάν συμβεί ένα σημαντικό συμβάν ή μια σημαντική μεταβολή των συνθηκών, η οποία επηρεάζει την εκτίμηση αυτή και βρίσκεται υπό τον έλεγχο του μισθωτή.
Οι πληρωμές μισθωμάτων προεξοφλούνται χρησιμοποιώντας το επιτόκιο που εμπεριέχεται στη μίσθωση. Εάν ο συντελεστής αυτός δεν μπορεί να προσδιοριστεί εύκολα, πράγμα που ισχύει γενικά για μισθώσεις του Συγκροτήματος, χρησιμοποιείται το επιτόκιο δανεισμού του μισθωτή, που είναι το ποσοστό αυτό που ο μισθωτής θα πρέπει να πληρώσει για να δανειστεί τα αναγκαία κεφάλαια για να αποκτήσει ένα περιουσιακό στοιχείο παρόμοιας αξίας με το περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα χρήσης σε παρόμοιο οικονομικό περιβάλλον με παρόμοιους όρους, ασφάλεια και συνθήκες.
Για τον προσδιορισμό του αυξητικού χρεωστικού επιτοκίου, το Συγκρότημα:
Το ΔΠΧΑ 8 προνοεί ότι οι λειτουργικοί τομείς πρέπει να προσδιορίζονται βάσει εσωτερικών αναφορών για τους λειτουργικούς τομείς του Συγκροτήματος οι οποίες αξιολογούνται από το ανώτατο όργανο λήψης λειτουργικών αποφάσεων για την κατανομή των πόρων στους διάφορους τομείς, και να αξιολογούν τις επιδόσεις τους.
Ως το ανώτατο όργανο λήψης λειτουργικών αποφάσεων αναγνωρίστηκε το Διοικητικό Συμβούλιο του Συγκροτήματος οι οποίοι αξιολογούν τακτικά την απόδοση του κάθε λειτουργικού τομέα σε σχέση με την κερδοφορία τους.
Οι λειτουργικοί τομείς του Συγκροτήματος διαχωρίζονται με βάση ομαδοποίησης των προϊόντων πώλησης. Το Διοικητικό Συμβούλιο καθόρισαν αυτό το διαχωρισμό βάση των αναλύσεων που χρησιμοποιούν για να αξιολογούν την χρηματοοικονομική επίδοση του Συγκροτήματος και για να διαμορφώνουν τις στρατηγικές τους αποφάσεις.
Οι λειτουργικοί τομείς του Συγκροτήματος περιλαμβάνουν:
Το Διοικητικό Συμβούλιο αξιολογεί τον κάθε λειτουργικό τομέα με βάση το κέρδος πριν τα χρηματοδοτικά έξοδα, φορολογία, αποσβέσεις και χρεώσεις απομείωσης και μετά την αφαίρεση των πληρωμών μισθώσεων (ΕΒΙΤDΑ). Το Διοικητικό Συμβούλιο παρακολουθεί επίσης τα εισοδήματα και το μικτό κέρδος των τμημάτων.
Τα αποτελέσματα κατά λειτουργικό τομέα για τα έτη που έληξαν στις 31 Δεκεμβρίου 2019 και 31 Δεκεμβρίου 2018 είναι ως ακολούθως:
| Τομέας δορυφορικών συστημάτων, ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών € |
Τομέας ειδών ένδυσης και υπόδησης € |
Τομέας δώρων. σχολικών ειδών και αξεσουάρ μόδας € |
Τομέας οικιακού εξοπλισμού και άλλων ειδών € |
Τομέας επενδύσεων εμπορίας και ανάπτυξης ακινήτων(1) € |
Ολικό € |
|
|---|---|---|---|---|---|---|
| 2019 | ||||||
| Εισόδημα Κόστος πωλήσεων |
566.219 (393.199) |
32.789.319 (18.335.119) |
909.222 (610.932) |
10.226.898 (7.023.774) |
10.447 (1.662) |
44.502.105 (26.364.686) |
| Μικτό κέρδος | 173.020 | 14.454.200 | 298.290 | 3.203.124 | 8.785 | 18.137.419 |
| EBITDA Κέρδος/(ζημιά) πριν |
22.445 | 9.348.835 | 99.200 | 2.078.562 | (2.135.899) | 9.413.143 |
| την φορολογία | 10.911 | 2.760.207 | 21.497 | 1.514.447 | (2.775.685) | 1.531.377 |
| Κόστος προσωπικού Έξοδα διαφήμισης |
135.234 | 4.257.172 | 157.573 | 677.407 | 2.315.121 | 7.542.507 |
| και προώθησης | 311 | 797.005 | 13.235 | 250.097 | 60.752 | 1.121.400 |
| Κοινόχρηστα Λειτουργικές |
539.175 | 4.676 | 17 | 543.868 | ||
| μισθώσεις | 2.812.794 | 30.295 | 222.891 | 98.165 | 3.164.145 | |
| Σύνολο περιουσιακών στοιχείων (2) |
52.062.272 | |||||
| Σύνολο υποχρεώσεων |
29.232.868 |
| Τομέας δορυφορικών συστημάτων, ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών |
Τομέας ειδών ένδυσης και υπόδησης |
Τομέας δώρων, σχολικών ειδών και αξεσουάρ μόδας |
Τομέας οικιακού εξοπλισμού και άλλων ειδών |
Τομέας επενδύσεων εμπορίας και ανάπτυξης ακινήτων(1) |
Ολικό | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| € | € | € | € | € | € | |
| 2018 | ||||||
| Εισόδημα Κόστος πωλήσεων |
678.267 (480.382) |
29.964.532 (16.477.991) |
822.728 (520.957) |
10.504.925 (7.074.965) |
132.637 (99.316) |
42.103.089 (24.653.611) |
| Μικτό κέρδος | 197.885 | 13.486.541 | 301.771 | 3.429.960 | 33.321 | 17.449.478 |
| EBITDA Κέρδος/(ζημιά) πριν |
40.314 | 2.145.299 | 109.868 | 1.881.116 | (822.499) | 3.354.098 |
| την φορολογία | 28.234 | 1.119.964 | 92.576 | 1.766.073 | (1.211.433) | 1.795.414 |
| Κόστος προσωπικού Έξοδα διαφήμισης |
138.897 | 4.398.914 | 124.259 | 565.783 | 1.926.682 | 7.154.535 |
| και προώθησης | 254 | 673.925 | 17.953 | 232.339 | 59.088 | 983.559 |
| Κοινόχρηστα Λειτουργικές |
444.670 | 2.202 | 446.872 | |||
| μισθώσεις | 2.442.297 | 29.745 | 118.615 | 100.387 | 2.691.044 | |
| Σύνολο περιουσιακών |
||||||
| στοιχείων (2) | 42.316.524 | |||||
| Σύνολο | ||||||
| υποχρεώσεων | $\overline{\phantom{a}}$ | 20.672.678 |
Το εισόδημα αυτού του τομέα προέρχεται από υπηρεσίες διαχείρισης ακινήτων και έσοδα από ενοίκια. $(1)$
$(2)$ Σημαντικά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις του Συγκροτήματος χρησιμοποιούνται για όλους τους τομείς λειτουργίας χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος διαχωρισμός μεταξύ τους και έτσι δεν είναι εφικτό να δοθεί δίκαιη ανάλυση κατά τομέα λειτουργίας.
| 2019 | 2018 € |
|
|---|---|---|
| Πωλήσεις χονδρικού εμπορίου που αναγνωρίζονται σε ένα χρονικό | ||
| σημείο | 2.134.921 | 2.485.294 |
| Πωλήσεις λιανικού εμπορίου που αναγνωρίζονται σε ένα χρονικό σημείο | 42.355.978 | 39.483.625 |
| Πωλήσεις υπηρεσιών αναγνωρισμένες με την πάροδο του χρόνου | 11.206 | 134.170 |
| Συνολικά έσοδα από συμβάσεις με πελάτες | 44.502.105 | 42.103.089 |
Για την εκτίμηση του ποσού επιστροφών η Διοίκηση του Συγκροτήματος βασίζεται στην εμπειρία και σε προηγούμενες αναλύσεις για να καταλήξει στην συνολική αξία της εκτίμησης. Επειδή ο αριθμός των προϊόντων που επιστρέφονται είναι σε σταθερά επίπεδα τα τελευταία χρόνια, δεν αναμένεται να υπάρξει σημαντική αναστροφή του εισοδήματος. Η εγκυρότητα αυτής της παραδοχής επαναξιολογείται στο τέλος κάθε χρόνου από τη Διοίκηση.
Το Συγκρότημα έχει αναγνωρίσει τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που σχετίζονται με συμβάσεις με πελάτες:
| 31 Δεκεμβρίου 2019 | 31 Δεκεμβρίου 2018 | |
|---|---|---|
| Συμβατικές υποχρεώσεις | ||
| Κυκλοφορούντες συμβατικές υποχρεώσεις - Δωροκουπόνια | 72.720 | 55.885 |
Η συμβατική υποχρέωση για τα δωροκουπόνια που έχουν πωληθεί αναγνωρίζεται κατά τη στιγμή της πώλησης. Τα έσοδα αναγνωρίζονται όταν τα δωροκουπόνια εξαργυρώνονται.
Οι συμβατικές υποχρεώσεις σχετικά με τα δωροκουπόνια του Συγκροτήματος έχουν αυξηθεί κατά €18.070 κυρίως ως αποτέλεσμα της αύξησης των πωλήσεων των δωροκουπονιών.
Ο ακόλουθος πίνακας δείχνει το μέρος των εσόδων που αναγνωρίστηκαν κατά την τρέχουσα περίοδο αναφοράς και συμπεριλαμβανόταν στο υπόλοιπο της συμβατικής υποχρέωσης στην αρχή της περιόδου και το πόσο που σχετίζεται με υποχρεώσεις εκτέλεσης που εκπληρώθηκαν κατά το προηγούμενο έτος:
| 31 Δεκεμβρίου 2019 |
|---|
| € |
Έσοδα που αναγνωρίστηκαν κατά τη διάρκεια του έτους που είχαν προηγουμένως συμπεριληφθεί στο υπόλοιπο της συμβατικής υποχρέωσης
Δωροκουπόνια
| 2019 € |
2018 € |
|
|---|---|---|
| Πιστωτικοί τόκοι: | ||
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος: Τραπεζικά υπόλοιπα |
67 | |
| Σύνολο πιστωτικών τόκων που υπολογίζονται με βάση το πραγματικό επιτόκιο |
67 | |
| Μερίσματα: | ||
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία | ||
| μέσω των αποτελεσμάτων | 9.500 | 9.500 |
| Σύνολο μερισμάτων | 9.500 | 9.500 |
| Συνεισφορές προμηθευτών για διαφήμιση και προώθηση προϊόντων | 298.700 | 213.239 |
| Έσοδα από ενοίκια | 87.084 | 77.580 |
| Άλλα λειτουργικά έσοδα | 141.038 | 94.935 |
| 536.322 | 395.321 |
190.535
Building tools?
Free accounts include 100 API calls/year for testing.
Have a question? We'll get back to you promptly.