Annual / Quarterly Financial Statement • Jul 27, 2021
Annual / Quarterly Financial Statement
Open in ViewerOpens in native device viewer
Οι εταιρείες του Συνκροτήματος και οι υπάλληλοι τους συνεισφέρουν στο Κυβερνητικό Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων με βάση τους μισθούς των υπαλλήλων. Επιπρόσθετα το Συγκρότημα και οι υπάλληλοι του Συγκροτήματος συμβάλλουν σε ένα σχέδιο Ταμείου Προνοίας. Οι συνεισφορές των Εταιρειών του Συγκροτήματος αναγνωρίζονται στην περίοδο που σχετίζονται και περιλαμβάνονται στο κόστος προσωπικού. Οι Εταιρείες του Συγκροτήματος δεν έχουν επιπρόσθετες υποχρεώσεις αφού πληρωθούν οι συνεισφορές.
Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις κάθε μιας από τις εταιρείες του Συγκροτήματος αποτιμούνται χρησιμοποιώντας το νόμισμα του κύριου οικονομικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λειτουργεί η κάθε οντότητα ("το νόμισμα λειτουργίας"). Οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζονται σε Ευρώ (€), το οποίο είναι το νόμισμα λειτουργίας και παρουσίασης της Εταιρείας.
Συναλλαγές σε ξένο νόμισμα καταχωρούνται στο νόμισμα λειτουργίας με βάση τις τιμές συναλλάγματος που ισχύουν την ημερομηνία της συναλλαγής ή της εκτίμησης όταν τα στοιχεία επανεκτιμούνται. Συναλλαγματικά κέρδη και ζημιές που προκύπτουν από την εξόφληση τέτοιων συναλλαγών και από τη μετατροπή με τη συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει στο τέλος του έτους χρηματικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που είναι σε ξένα νομίσματα αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές.
Συναλλαγματικά κέρδη και ζημιές που σχετίζονται με δανεισμό παρουσιάζονται στις κερδοζημιές εντός των "χρηματοδοτικών εξόδων". Όλα τα άλλα συναλλαγματικά κέρδη και ζημιές παρουσιάζονται στις κερδοζημιές εντός των "άλλων (ζημιών)/κερδών – καθαρών".
Τα αποτελέσματα και η χρηματοοικονομική κατάσταση όλων των εταιριών του Συγκροτήματος οι οποίες έχουν νόμισμα λειτουργίας διαφορετικό από το νόμισμα παρουσίασης μετατρέπονται στο νόμισμα παρουσίασης ως εξής:
Η χρέωση φορολογίας για την περίοδο περιλαμβάνει την τρέχουσα και αναβαλλόμενη φορολογία. Η φορολογία αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές εκτός στην έκταση όπου σχετίζεται με στοιχεία που αναγνωρίζονται στα άλλα συνολικά εισοδήματα ή απ' ευθείας στα ίδια κεφάλαια. Στην περίπτωση αυτή, η φορολογία αναγνωρίζεται επίσης στα άλλα συνολικά εισοδήματα ή απ' ευθείας στα ίδια κεφάλαια, αντίστοιχα.
Η τρέχουσα χρέωση φορολογίας υπολογίζεται με βάση τη φορολογική νομοθεσία που έχει θεσπιστεί ή ουσιαστικά θεστιιστεί κατά την ημερομηνία του ισολογισμού στη χώρα όπου το Συγκρότημα δραστηριοποιείται και δημιουργεί φορολογητέο εισόδημα. Η Διεύθυνση αξιολογεί περιοδικά τις θέσεις που λαμβάνονται σε φορολογικές δηλώσεις σε σχέση με καταστάσεις όπου η εφαρμοσθείσα φορολογική νομοθεσία υπόκειται σε ερμηνεία. Εάν η εφαρμοσθείσα φορολογική νομοθεσία υπόκειται σε ερμηνεία, καθορίζεται πρόβλεψη όπου είναι κατάλληλο με βάση τα ποσά που υπολογίζεται να πληρωθούν στις φορολογικές αρχές.
Η αναβαλλόμενη φορολογία αναγνωρίζεται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο υποχρέωσης πάνω στις προσωρινές διαφορές που προκύπτουν μεταξύ της φορολογικής βάσης των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων και της λογιστικής τους αξίας στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις. Εντούτοις, η αναβαλλόμενη φορολογία δεν λογίζεται εάν προκύπτει από αρχική αναγνώριση ενός περιουσιακού στοιχείου ή υποχρέωσης σε μια συναλλαγή εκτός από συνένωση επιχειρήσεων, η οποία κατά τη στιγμή της συναλλαγής δεν επηρεάζει ούτε τα λογιστικά ούτε τα φορολογητέα κέρδη ή ζημές. Η αναβαλλόμενη φορολογία υπολόγιζεταιμε βάση τους φορολογικούς συντελεστές και τη φορολογική νομοθεσία που έχουν θεσπιστεί ή ουσιαστικά θεστιστεί μέχρι την ημερομηνία του ισολογισμού και αναμένεται ότι θα ισχύουν όταν το σχετικό αναβαλλόμενο φορολογικό περιουσιακό στοιχείο εκποιηθεί ή όταν η αναβαλλόμενη φορολογική υποχρέωση διακανονιστεί.
Η αναβαλλόμενη φορολογική υποχρέωση που σχετίζεται με επένδυση σε ακίνητα, που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία, προσδιορίζεται υποθέτοντας ότι τα ακίνητα θα ανακτηθούν εξέ ολοκλήρου μέσω πώλησης.
Αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις αναγνωρίζονται στην έκταση που είναι πιθανόν ότι μελλοντικά φορολογητέα κέρδη θα είναι διαθέσιμα έναντι των οποίων οι προσωρινές διαφορές μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις συμψηφίζονται όταν υπάρχει νομικά ισχυρό δικαίωμα συμψηφισμού τρεχόντων φορολογικών απαιτήσεων με τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις και όταν οι αναβαλλόμενοι φόροι σχετίζονται με φόρο εισοδήματος που χρεώνεται από την ίδια φορολογική αρχή στο Συγκρότημα όπου υπάρχει πρόθεση για διακανονισμό των υπολοίπων σε καθαρή βάση.
Οι αβέβαιες φορολογικές θέσεις του Συγκροτήματος επανεκτιμώνται από τη Διεύθυνση του Συγκροτήματος στο τέλος κάθε περιόδου αναφοράς. Υποχρεώσεις αναγνωρίζονται για τις φορολογικές θέσεις που η Διεύθυνση του Συγκροτήματος θεωρεί ότι εάν αμφισβητηθούν από τις φορολογικές αρχές είναι πιο πιθανό παρά όχι να οδηγήσουν στην επιβολή πρόσθετων φόρων. Η εκτίμηση βασίζεται στην ερμηνεία φορολογικών νομοθεσιών που έχουν θεσπιστεί ή ουσιαστικά θεστιστεί μέχρι το τέλος της περιόδου αναφοράς, και τυχόν γνωστών δικαστηριακών ή άλλων αποφάσεων σχετικών με αυτά τα θέματα. Οι υποχρεώσεις για κυρώσεις, τόκους και φόρους, εκτός του φόρου εισοδήματος, αναγνωρίζονται με βάση την καλύτερη εκτίμηση της διοίκησης σχετικά με τα έξοδα που απαιτούνται για την εξόφληση των υποχρεώσεων στο τέλος της περιόδου αναφοράς. Προσαρμογές για αβέβαιες φορολογικές θέσεις, εκτός από τους τόκους και τα πρόστιμα, αναγνωρίζονται στη χρέωση φορολογίας. Οι προσαρμογές για αβέβαιες φορολογικές θέσεις σε σχέση με τους τόκους και τα πρόστιμα αναγνωρίζονται στα "χρηματοδοτικά έξοδα" και "έξοδα διοικητικής λειτουργίας" αντίστοιχα.
Η διανομή μερισμάτων στους μετόχους του Συγκροτήματος αναγνωρίζεται ως υποχρέωση στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του Συγκροτήματος, στο έτος που τα μερίσματα εγκρίνονται και δεν υπόκεινται πλέον στη δικαιοδοσία του Συγκροτήματος. Πιο συγκεκριμένα, τα ενδιάμεσα μερίσματα αναγνωρίζονται ως υποχρέωση στο έτος που εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συγκροτήματος και στην περίπτωση τελικών μερισμάτων, αυτά αναγνωρίζονται στο έτος που εγκρίνονται από τους μετόχους του Συγκροτήματος.
Η γη και τα κτίρια που αποτελούνται κυρίως από καταστήματα, γραφεία και αποθήκες παρουσιάζονται σε δίκαιη αξία, με βάση εκτιμήσεις από την Διεύθυνση και εξωτερικούς ανεξάρτητους εκτιμητές, μείον μεταγενέστερες αποσβέσεις για κτίρια. Οι επανεκτιμήσεις γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα ώστε να εξασφαλιστεί ότι η δίκαιη αξία ενός επανεκτιμημένου περιουσιακού στοιχείου δε διαφέρει σημαντικά από τη λογιστική του αξία. Οι συσσωρευμένες αποσβέσεις την ημερομηνία της επανεκτίμησης διαγράφονται έναντι της μικτής λογιστικής αξίας του περιουσιακού στοιχείου και η καθαρή αξία αναπροσαρμόζεται στην επανεκτιμημένη αξία του περιουσιακού στοιχείου. Όλα τα άλλα στοιχεία ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού παρουσιάζονται σε ιστορικό κόστος μείον αποσβέσεις. Το ιστορικό κόστος περιλαμβάνει δαπάνες που σχετίζονται άμεσα με την απόκτηση στοιχείων ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού.
Αυξήσεις στη λογιστική αξία που προκύπτουν από επανεκτίμηση της γης και των κτιρίων πιστώνονται στα άλλα συνολικά εισοδήματα και παρουσιάζονται στα άλλα αποθεματικά στα ίδια κεφάλαια. Μειώσεις που αντισταθμίζουν προηγούμενες αυξήσεις του ιδίου περιουσιακού στοιχείου χρεώνονται στα άλλα συνολικά εισοδήματα έναντι άλλων αποθεματικών στα ίδια κεφάλαια, όλες οι άλλες μειώσεις χρεώνονται στις κερδοζημιές.
Η γη δεν αποσβένεται. Οι αποσβέσεις για άλλα στοιχεία ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού υπολογίζονται χρησιμοποιώντας τη σταθερή μέθοδο, ώστε να κατανεμηθεί το κόστος ή η επανεκτιμημένη αξία μείον η υπολεμματική τους αξία στο διάστημα της εκτιμημένης ωφέλιμης ζωής τους.
Τα ετήσια ποσοστά απόσβεσης είναι ως εξής:
| 0/0 | |
|---|---|
| - Κτίρια | 3 - 4 |
| - Βελτιώσεις κτιρίων από ενοικίαση (1) | 10 - 14 |
| - Έπιπλα και εξοπλισμός | 10 - 14 |
| - Μηχανήματα και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις | 10 - 14 |
| - Οχήματα | 20 |
| - Ηλεκτρονικοί υπολογιστές | 20 |
(1) Οι βελτιώσεις κτιρίων από ενοικίαση αποσβένονται με τη σταθερή μέθοδο απόσβεσης κατά τη διάρκεια του συντομότερου χρόνου μεταξύ της διάρκειας της μίσθωσης των κτιρίων και της ωφέλιμης ζωής τους.
Η υπολειμματική αξία και οι ωφέλιμες ζωές αναθεωρούνται και προσαρμόζονται σε κάθε ημερομηνία ισολογισμού εάν αυτό θεωρηθεί αναγκαίο.
Η λογιστική αξία ενός στοιχείου ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού μειώνεται αμέσως στο ανακτήσιμο ποσό, εάν η λογιστική αξία υπερβαίνει το υπολογιζόμενο ανακτήσιμο ποσό.
Δαπάνες για επιδιορθώσεις και συντήρηση ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού χρεώνονται στις κερδοζημιές στο έτος που προκύπτουν. Το κόστος σημαντικών ανακαινίσεων και άλλες μεταγενέστερες δαπάνες περιλαμβάνονται στην λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου ή ανάλογα αναγνωρίζονται ως ξεχωριστό περιουσιακό στοιχείο, μόνο όταν είναι πιθανό πως θα προκύψουν μελλοντικά οικονομικά οφέλη στο Συγκρότημα σε σχέση με το περιουσιακό στοιχείο και το κόστος του μπορεί να υπολογιστεί αξιόπιστα.
Κέρδη και ζημιές από διάθεση ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού προσδιορίζονται με τη σύγκριση των εισπράξεων με τη λογιστική αξία και αναγνωρίζονται στα "άλλα κέρδη(ζημές) καθαρά" στις κερδοζημιές.
Στην περίπτωση διάθεσης επανεκτιμημένων περιουσιακών στοιχείων, τα ποσά που περιλαμβάνονται στα άλλα αποθεματικά μεταφέρονται στα κέρδη που κρατήθηκαν.
Οι μισθώσεις αναγνωρίζονται ως περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα μίσθωσης και αντίστοιχη υποχρέωση κατά την ημερομηνία κατά την οποία το μισθωμένο περιουσιακό στοιχείο είναι διαθέσιμο για χρήση από το Συγκρότημα, με περιορισμένες εξαιρέσεις όπως παρατίθενται παρακάτω.
Οι συμβάσεις ενδέχεται να περιλαμβάνουν τόσο στοιχεία μίσθωσης όσο και στοιχεία μη μίσθωσης. Το Συγκρότημα έχει επιλέξει να μην διαχωρίζει τα στοιχεία μίσθωσης και μη μίσθωσης και αντιθέτως τα χειρίζεται λογιστικά ως ένα και μόνο στοιχείο μίσθωσης.
Τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μίσθωση αρχικά αποτιμώνται βάσει της παρούσας αξίας. Οι υποχρεώσεις από μισθώματα περιλαμβάνουν την καθαρή παρούσα αξία των ακόλουθων μισθωμάτων:
Οι πληρωμές μισθωμάτων όπου θεωρείται εύλογα βέβαιο ότι ο μισθωτής θα ασκήσει το δικαίωμα παράτασης της μίσθωσης περιλαμβάνονται στην αποτίμηση της υποχρέωσης.
Τα μισθώματα προεξοφλούνται με το τεκμαρτό επιτόκιο της μίσθωσης, εφόσον μπορεί να καθοριστεί εύκολα. Εάν αυτό το επιτόκιο δεν μπορεί να καθοριστεί εύκολα, το Συγκρότημα χρησιμοποιεί το διαφορικό επιτόκιο δανεισμού του μισθωτή, δηλαδή το επιτόκιο που θα έπρεπε να πληρώσει το Συγκρότημα για να δανειστεί τα απαιτούμενα κεφάλαια για να αποκτήσει ένα περιουσιακό στοιχείο παρόμοιας αξίας με το περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα χρήσης σε παρόμοιο οικονομικό περιβάλλον με παρόμοιους όρους, ασφάλεια και συνθήκες.
Για τον προσδιορισμό του διαφορικού επιτοκίου δανεισμού, το Συγκρότημα:
Το Συγκρότημα εκτίθεται σε ενδεχόμενες μελλοντικές αυξήσεις μεταβλητών μισθωτικών πληρωμών με βάση ένα δείκτη ή ένα επιτόκιο που δεν περιλαμβάνονται στην υποχρέωση της μίσθωσης μέχρι να τεθούν σε ισχύ. Όταν οι προσαρμογές των μισθωτικών πληρωμών με βάση ένα δείκτη ή ένα επιτόκιο τίθενται σε ισχύ, η υποχρέωση μίσθωσης επανεκτιμάται και προσαρμόζεται μαζί με το περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα χρήσης.
Οι πληρωμές μισθωμάτων κατανέμονται μεταξύ του κεφαλαίου και του χρεωστικού τόκου. Ο χρεωστικός τόκος χρεώνεται στο λογαριασμό αποτελεσμάτων κατά τη διάρκεια της περιόδου μίσθωσης, ώστε να προκύψει ένα σταθερό περιοδικό επιτόκιο στο υπόλοιπο της υποχρέωσης για κάθε περίοδο.
Τα περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης υπολογίζονται σε κόστος που περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
Οποιαδήποτε αναπροσαρμογή της υποχρέωσης από μίσθωση που προκύπτει εάν οι ταμειακές ροές αλλάξουν με βάση τους αρχικούς όρους και συνθήκες της μίσθωσης, οδηγεί σε αντίστοιχη προσαρμογή του περιουσιακού στοιχείου με δικαίωμα χρήσης. Η προσαρμογή μπορεί να είναι θετική ή αρνητική.
Τα περιουσιακά στοιχεία με δικαιώματα χρήσης αποσβένονται κατά τη διάρκεια της μικρότερης από της ωφέλιμης οικονομικής ζωής του περιουσιακού στοιχείου και της περιόδου με τη σταθερή μέθοδο απόσβεσης. Εάν το Συγκρότημα είναι εύλογα βέβαιο ότι θα ασκήσει δικαίωμα αγοράς, το περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα χρήσης αποσβένεται με βάση την ωφέλιμη ζωή του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου. Ενώ το Συγκρότημα επανεκτιμά τη γη και τα κτίριά του που παρουσιάζονται στα 'ακίνητα, εγκαταστάσεις και εξοπλισμός', έχει επιλέξει να μην το κάνει για τα περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης που σχετίζονται με κτίρια που κατέχονται από το Συγκρότημα.
Κατά τον καθορισμό της διάρκειας μίσθωσης, η διοίκηση του Συγκροτήματος εξετάζει όλα τα γεγονότα και τις περιστάσεις που δημιουργούν οικονομικά κίνητρα για να ασκήσει επιλογές επέκτασης ή να μην ασκήσει επιλογές τερματισμού της μίσθωσης. Οι επιλογές επέκτασης (ή οι περίοδοι μετά τις επιλογές τερματισμού) περιλαμβάνονται μόνο στη μίσθωση, εάν η μίσθωση είναι εύλογα βέβαιη ότι θα παραταθεί (ή δεν θα τερματιστεί). Η περίοδος μίσθωσης επανεκτημάται αν μια επιλογή ασκείται (ή δεν ασκείται) ή όταν το Συγκρότημα υποχρεούται να ασκήσει (ή να μην ασκήσει) την επιλογή. Η εκτίμηση της εύλογης βεβαιότητας αναθεωρείται μόνο εάν συμβεί κάποιο σημαντικό γεγονός ή σημαντική μεταβολή των συνθηκών, η οποία επηρεάζει την εκτίμηση αυτή και βρίσκεται υπό τον έλεγχο της κάθε οικονομικής οντότητας του Συγκροτήματος.
Τα περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης ελέγχονται για απομείωση σύμφωνα με τη λογιστική πολιτική του Συγκροτήματος για απομείωση μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.
Ως εξαίρεση στα πιο πάνω, οι πληρωμές που σχετίζονται με βραχυπρόθεσμες μισθώσεις και όλες οι μισθώσεις περιουσιακών στοιχείων χαμηλής αξίας αναγνωρίζονται με τη σταθερή μέθοδο ως έξοδο στο λογαριασμό αποτελεσμάτων. Οι βραχυπρόθεσμες μισθώσεις με περίοδο μίσθωσης δώδεκα μηνών ή λιγότερο.
Τα περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης και οι σχετικές υποχρεώσεις από μίσθωση παρουσιάζονται ως ξεχωριστές γραμμές στην όψη του ισολογισμού.
Όταν το Συγκρότημα είναι εκμισθωτής σε μίσθωση που δεν εκχωρεί ουσιαστικά όλους τους κινδύνους και τις ανταμοιβές που συνδέονται με την κυριότητα του μισθωτή (δηλαδή λειτουργική μίσθωση), τα έσοδα από τη μίσθωση αναγνωρίζονται στα «Άλλα έσοα» με τη σταθερή μέθοδο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης. Τα αρχικά άμεσα κόστη που προκύπτουν από την απόκτηση λειτουργικής μίσθωσης προστίθενται στη λογιστική αξία του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου και αναγνωρίζονται ως έξοδο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης με την ίδια βάση με το εισόδημα από μίσθωση. Τα αντίστοιχα μισθωμένα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται στον ισολογισμό με βάση τη κατηγορία τους.
Η τροποίηση των λειτουργικών μισθώσεων αναγνωρίζεται λογιστικά από το Συγκρότημα ως νέα μίσθωση από την ημερομηνία της τροποποίησης με τυχόν προπληρωμένα ή δεδουλευμένα μισθώματα που αφορούν την αρχική μίσθωση να θεωρούνται μέρος των πληρωμών μισθωμάτων για τη νεά μίσθωση.
Οι συνεισφορές προμηθευτών για διαφήμιση αναγνωρίζονται σε βάθος χρόνου, με αναφορά στο στάδιο συμπλήρωσης της συναλλαγής με βάση τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν ως αναλογία των συνολικών υπηρεσιών που θα προσφερθούν.
Οι επενδύσεις σε ακίνητα, που περιλαμβάνουν κυρίως γή και κτίρια κατέχονται για μακρόπρεθεσμες αποδόσεις ενοικίου και μακροπρόθεσμες αποδόσεις κεφαλαιουχικής αύξησης και δε χρησιμοποιούνται από το Συγκρότημα. Οι επενδύσεις σε ακίνητα παρουσιάζονται σε δίκαιη αξία, που αντιπροσωπεύει την ελεύθερη αγοραία αξία καθοριζόμενη επησίως από την Διεύθυνση και εξωτερικούς ανεξάρτητους εκτιμητές. Αλλαγές στις δίκαιες αξίες καταχωρούνται στις κερδοζημιές και περιλαμβάνονται στα "Άλλα κέρδη/(ζημιές) - καθαρά".
Το Συγκρότημα μπορεί να μεταβιβάσει ένα ακίνητο από την κατηγορία επενδύσεις σε ακίνητα σε αποθέματα – ακίνητα για εμπορία μόνο όταν υπάρχει απόδειξη αλλαγής στη χρήση του ακινήτου. Αλλαγή χρήσης του ακίνητου από επενδύσεις σε ακίνητα σε αποθέματα - ακίνητα για εμπορία θεωρείται η παυση χρήσης για μακροπρόθεσμες αποδόσεις ενοικίου μακροπρόθεσμες αποδόσεις κεφαλαιουχικής αύξησης και η έναρξη πράξεων με σκοπό την πώληση του ακινήτου. Κατά την ημερομηνία αλλαγής χρήσης το τεκμαρτό κόστος του ακινήτου θεωρείται η εύλογη αξία TOU.
Τα αποθέματα για τα έτοιμα προϊόντα και τα ακίνητα για εμπορία και ανάπτυξη εμφανίζονται στην τιμή κόστους ή στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία, όποια από τις δύο είναι χαμηλότερη. Το κόστος αγοράς των αποθεμάτων καθορίζεται μετά την αφαίρεση επιστροφών και εκπτώσεων. Η τιμή κόστους για τα έτοιμα προϊόντα καθορίζεται με τη μέθοδο του μέσου σταθμικού κόστους. Η τιμή κόστους για τα ακίνητα για εμπορία και ανάπτυξη καθορίζεται από την αξία απόκτησης τους ή δίκαιη αξία κατά την μεταφορά τους την ημερομηνία αλλαγής χρήσης τους σε ακίνητα για εμπορία. Τα ακίνητα για εμπορία και ανάπτυξη συμπεριλαμβάνουν ακίνητα για πώληση. Η καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία είναι η υπολογιζόμενη τιμή πώλησης κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών, μείον έξοδα διάθεσης. Πρόβλεψη για ελαπωματικά, άχρηστα και αργοκίνητα αποθέματα γίνεται όπου χρειάζεται και η ζημιά αναγνωρίζεται στις κερδοζημιές.
Τα δικαιώματα αντιπροσώπευσης και λειτουργίας καταστημάτων κεφαλαιοποιούνται και παρουσιάζονται σε ιστορικό κόστος μείον αποσβέσεις. Οι αποσβέσεις υπολογίζονται χρησιμοποιώντας τη σταθερή μέθοδο, ώστε να κατανεμηθεί το κόστος στο διάστημα της εκτιμημένης ωφέλιμης ζωής τους, η οποία έχει εκτιμηθεί ότι είναι επτά έτη.
Δαπάνες που έχουν άμεση σχέση με αναγνωρίσιμα και ξεχωριστά λογισμικά προγράμματα που ελέγχονται από το Συγκρότημα και που πιθανό να δημιουργήσουν οικονομικά οφέλη που θα υπερβαίνουν τις δαπάνες για περισσότερο από ένα έτος αναγνωρίζονται ως άυλα περιουσιακά στοιχεία. Μετέπειτα τα λογισμικά προγράμματα παρουσιάζονται στο κόστος μείον συσσωρευμένες αποσβέσεις και μείον οποιαδήποτε συσσωρευμένη απομείωση στην αξία. Δαπάνες που βελτιώνουν ή επεκτείνουν την απόδοση των λογισμικών προγραμμάτων πέραν από τις αρχικές προδιαγραφές κεφαλαιοποιούνται. Δαπάνες που σχετίζονται με τη συντήρηση λογισμικών προγραμμάτων χρεώνονται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων στο έτος που προκύπτουν. Τα λογισμικά προγράμματα αποσβένονται σύμφωνα με τη σταθερή μέθοδο κατά τη διάρκεια της υπολογιζόμενης ωφέλιμης ζωής τους που είναι πέντε έτη. Η απόσβεση ξεκινά όταν τα λογισμικά προγράμματα είναι διαθέσιμα προς χρήση και περιλαμβάνεται στα έξοδα διοικητικής λειτουργίας και έξοδα πωλήσεως και προώθησης.
Άυλα στοιχεία με απεριόριστη ωφέλιμη ζωή, συμπεριλαμβανομένου υπεραξίας, δεν αποσβένονται, αλλά ελέγχονται κάθε χρόνο για απομείωση στην αξία, ή πιο συχνά εάν τα γεγονότα και αλλαγές στις περιστάσεις δείχνουν ότι μπορεί να έχουν απομειωθεί. Τα περιουσιακά στοιχεία που αποσβένονται ελέγχονται για απομείωση στην αξία, όταν γεγονότα ή αλλαγές στις περιστάσεις δείχνουν πως η λογιστική αξία μπορεί να μην είναι ανακτήσιμη. Ζημιά απομείωσης αναγνωρίζεται για τη διαφορά της λογιστικής αξίας και του ανακτήσιμου ποσού του περιουσιακού στοιχείου. Το ανακτήσιμο ποσό είναι το μεγαλύτερο της δίκαιης αξίας του περιουσιακού στοιχείου μείον έξοδα πωλήσεων και της αξίας λόγω χρήσης. Για σκοπούς προσδιορισμού της απομείωσης, τα περιουσιακά στοιχεία ομαδοποιούνται στα μικρότερα επίπεδα για τα οποία υπάρχουν ξεχωριστές, αναγνωρίσιμες ταμειακές ροές (μονάδες δημιουργίας ταμειακών ροών). Μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, εκτός της υπεραξίας, τα οποία έχουν υποστεί απομείωση ελέγχονται για πιθανή αντιστροφή της απομείωσης σε κάθε ημερομηνία ισολογισμού.
Το Συγκρότημα ταξινομεί τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία στις πιο κάτω κατηγορίες επιμέτρησης:
Η ταξινόμηση και η μετέπειτα επιμέτρηση των χρεωστικών χρηματοοικονομικών στοιχείων εξαρτάται από (ί) το επιχειρηματικό μοντέλο του Συγκροτήματος για τη διαχείριση του σχετικού χαρτοφυλακίου χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και (ii) τα χαρακτηριστικά των συμβατικών ταμειακών ροών των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.
Κατά την αρχική αναγνώριση το Συγκρότημα μπορεί να προσδιορίσει αμετάκλητα ένα χρεωστικό χρηματοοκονομικό περιουσιακό στοιχείο που κατά τα άλλα πληροί τις απαιτήσεις για αποτίμηση στο αποσβεσμένο κόστος ή στη δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων ή στη δίκαιη αξία μέσω αποτελεσμάτων εάν αυτό απαλείφει ή μειώνει σημαντικά μια λογιστική αναντιστοιχία που διαφορετικά θα προέκυπτε.
Για τα περιουσιακά στοιχεία που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία, τα κέρδη και ζημιές θα αναγνωριστούν είτε στα αποτελέσματα ή στα άλλα συνολικά εισοδήματα. Για επενδύσεις σε μετοχικούς τίτλους που δεν κρατούνται για εμπορία, αυτό θα εξαρτηθεί στο κατά πόσο το Συγκρότημα έκανε μια αμετάκλειτη επιλογή κατά την αρχική αναγνώριση για να λογιστεί η μετοχική επένδυση σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων.
Όλα τα υπόλοιπα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ταξινομούνται σε δίκαιη αξία μέσω αποτελεσμάτων.
Όλες οι αγορές και πωλήσεις χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που απαιτούν παράδοση εντός του χρονικού πλαισίου που ορίζεται από τον κανονισμό ή από τη σύμβαση αγοράς (αγορές και πωλήσεις με βάση «συμβόλαιο κανονικής παράδοσης») αναγνωρίζονται κατά την ημερομηνία της συναλλαγής που είναι η ημερομηνία κατά την οποία το Συγκρότημα δεσμεύεται να παραδώσει ένα χρηματοοικονομικό μέσο. Όλες οι αγορές και πωλήσεις αναγνωρίζονται όταν το Συγκρότημα καταστεί μέρος στις συμβατικές διατάξεις του μέσου.
Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία παύουν να αναγνωρίζονται όταν τα δικαιώματα είσπραξης ταμειακών ροών από τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία έχουν λήξει ή έχουν μεταφερθεί και το Συγκρότημα έχει μεταφέρει ουσιαστικά όλους τους κινδύνους και τα οφέλη της ιδιοκτησίας.
Κατά την αρχική αναγνώριση, το Συγκρότημα επιμετρά ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο σε δίκαιη αξία και επιπλέον, στην περίπτωση ενός χρηματοοικονομικού στοιχείου που δεν επιμετρείται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, τα κόστη συναλλαγής που σχετίζεται άμεσα με την απόκτηση του χρηματοοικονομικού στοιχείου. Τα κόστη συναλλαγής των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που επιμετρώνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων αναγνωρίζονται ως ΄ξεοδα στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων. Η δίκαιη αξία κατά την αρχική αναγνώριση αποδεικνύεται καλύτερα από την τιμή συναλλαγής. Κέρδος ή ζημιά κατά την αρχική αναγνώριση αναγνωρίζεται μόνο εάν υπάρχει διαφορά μεταξύ της δίκαιης αξίας και της τιμής συναλλαγής η οποία μπορεί να αποδειχθεί από άλλες παρατηρήσιμες τρέχουσες συναλλαγές στην αγορά με το ίδιο μέσο ή από μια τεχνική αποτίμησης της οποίας τα δεδομένα περιλαμβάνουν μόνο στοιχεία από παρατηρήσιμες αγορές.
Η μεταγενέστερη επιμέτρηση των χρεωστικών περιουσιακών στοιχείων εξαρτάται από το επιχειρηματικό μοντέλο του Συγκροτήματος για τη διαχείριση του περιουσιακού στοιχείου και των χαρακτηριστικών των ταμειακών ροών του περιουσιακού στοιχείου. Υπάρχουν τρεις κατηγορίες αποτίμησης στις οποίες το Συγκρότημα ταξινομεί τα χρεωστικά περιουσιακά στοιχεία:
Δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων: Τα περιουσιακά στοιχεία που δεν πληρούν τα κριτήρια για αποσβεσμένο κόστος ή δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων επιμετρώνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων. Τα κέρδη ή ζημιές από χρεωστικά περιουσιακά στοιχεία που μετέπειτα επιμετρώνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων αναγνωρίζονται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων και παρουσιάζονται καθαρά μέσα στα «άλλες (ζημιές)/κέρδη - καθαρά» στην περίοδο κατά την οποία προκύπτουν.
Το Συκγρότημα μετέπειτα επιμετρά όλους τους μετοχικούς τίτλους σε δίκαιη αξία. Όπου η Διεύθυνση του Συγκροτήματος επέλεξε να παρουσιάζει τα κέρδη και ζημιές δίκαιης αξίας σε μετοχικούς τίτλους σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων, δεν υπάρχει μετέπειτα αναταξινόμηση των κερδών ή ζημιών δίκαιης αξίας στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων ακολούθως της παύσης αναγνώρισης της επένδυσης και όποιαδήποτε σχετικά υπόλοιπα μέσα στο αποθεματικό δίκαιης αξίας μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων αναταξινομούνται στα συσσωρευμένα κέρδη. Η πολιτική του Συγκροτήματος είναι να ταξινομεί τους μετοχικούς τίτλους σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων όταν αυτές οι επενδύσεις κρατούνται για στρατηγικούς σκοπούς και όχι μόνο για την αποκλειστική δημιουργία επενδυτικών αποδόσεων. Μερίσματα από τέτοιες επενδύσεις συνεχίζουν να αναγνωρίζονται στις κερδοζημιές ως «άλλα έσοδα» όταν καθοριστεί το δικαίωμα του Συγκροτήματος να τα εισπράξει.
Οι αλλαγές στη δίκαιη αξία των χρηματοοικονομικών στοιχείων σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων αναγνωρίζονται στα «άλλες (ζημιές)/κέρδη - καθαρά» στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων, όπως αρμόζει. Οι ζημιές απομείωσης (και η αντιστροφή των ζημιών απομείωσης) σε μετοχικούς τίτλους επιμετρώνται σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων και δεν παρουσιάζονται ξεχωριστά από άλλες αλλαγές στη δίκαιη αξία.
Το Συγκρότημα αξιολογεί σε μελλοντική βάση τις αναμενόμενες πιστωτικές ζημιές για χρεωστικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρώνται σε αποσβεσμένο κόστος και για πιστωτικές εκθέσεις που προκύπτουν από δάνεια, δεσμεύσεις και συμβόλαια χρηματοοικονομικής εγγύησης. Το Συγκρότημα επιμετρά την ΑΠΖ και αναγνωρίζει πρόβλεψη για πιστωτική ζημιά σε κάθε ημερομηνία αναφοράς. Η αποτίμηση των ΑΠΖ αντικατοπτρίζει: (i) ένα αμερόληπτα καθορισμένο και σταθμισμένο βάσει πιθανοτήτων ποσό που καθορίζεται από την αξιολόγηση μιας σειράς πιθανών εκβάσεων, (ii) τη διαχρονική αξία του χρήματος και (iii) λογικές και βάσιμες πληροφορίες οι οποίες είναι διαθέσιμες κατά την ημερομηνία αναφοράς χωρίς αδικαιολόγητο κόστος ή προσπάθεια και αφορούν παρελθοντικά γεγονότα, τρέχουσες συνθήκες και προβλέψεις των μελλοντικών οικονομικών συνθηκών.
Η λογιστική αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων μειώνεται μέσω της χρήσης ενός λογαριασμού πρόβλεψης, και το πόσο της ζημιάς αναγνωρίζεται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων στις «καθαρές ζημιές απομείωσης σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία». Μετέπειτα ανακτήσεις των ποσών για τα οποία είχε προηγουμένως αναγνωριστεί πιστωτική ζημιά πιστώνονται στο ίδιο σημείο της κατάστασης λογαριασμού αποτελεσμάτων.
Τα χρεωστικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος παρουσιάζονται στον ισολογισμό καθαρά από την πρόβλεψη για ΑΠΖ.
Η μεθοδολογία απομείωσης που εφαρμόζει το Συγκρότημα για τον υπολογισμό των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών εξαρτάται από τον χρηματοοκονομικού στοιχείου που εκτιμάται για απομείωση. Ανατρέξτε στη Σημείωση 6, παράγραφο πιστωτικού κινδύνου για περιγραφή της μεθοδολογίας απομείωσης που εφαρμόζει το Συγκρότημα για τον υπολογισμό των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών για τα χρηματαοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε απομείωση σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία επαναταξινομούνται μόνο όταν το Συγκρότημα τροποποιεί το επιχειρηματικό μοντέλο για τη διαχείριση αυτών των περιουσιακών στοιχείων... Η επαναταξινόμηση έχει μελλοντική επίδραση και ξεκινά από την πρώτη περίοδο αναφοράς ακολούθως της αλλαγής.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαγράφονται, πλήρως ή εν μέρει, όταν το Συγκρότημα έχει εξαντλήσει όλες τις πρακτικές μεθόδους ανάκτησης και έχει αποφασίσει ότι δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης. Η διαγραφή αντιπροσωπεύει ένα γεγονός παύσης αναγνώρισης.
Ενδείξεις ότι δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης περιλαμβάνουν την αποτυχία ενός χρεώστη να αποπληρώσει την οφειλή. Το Συγκρότημα μπορεί να διαγράψει χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που εξακολουθούν να υπόκεινται σε δραστηριότητες ανάκτησης όταν το Συγκρότημα επιδιώκει την ανάκτηση συμβατικών οφειλών, ωστόσο δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης.
Το Συγκρότημα μερικές φορές επαναδιαπραγματεύεται ή τροποποιεί τις συμβατικές ταμειακές ροές των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Το Συγκρότημα αξιολογεί κατά πόσο η τροποποίση των συμβατικών ταμειακών ροών είναι σημαντική, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων τους ακόλουθους παράγοντες: όποιουσδήποτε νέους συμβατικούς όρους που επηρεάζουν σημαντικά το προφίλ κινδύνου του περιουσιακού στοιχείου ( της μερίδιο κέρδους ή απόδοση με βάση το μετοχικό κεφάλαιο), σημαντική αλλαγή στο επιτόκιο, αλλαγή νομίσματος, νέα εξασφάλιση ή πιστωτική ενίσχυση που επηρεάζει σημαντικά τον πιστωτικό κίνδυνο που συνδέεται με το περιουσιακό στοιχείο ή σημαντική παράταση δανείου όταν ο οφειλέτης δεν έχει οικονομικές δυσκολίες.
Εάν οι τροποποιημένοι όροι διαφέρουν σημαντικά, τα δικαιώματα από τις ταμειακές ροές από το αρχικό περιουσιακό στοιχείο λήγουν και το Συγκρότημα διαγράφει το αρχικό χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο και αναγνωρίζει ένα νέο περιουσιακό στοιχείο σε δίκαιη αξία. Η ημερομηνία επαναδιαπραγμάτευσης θεωρείται ως η ημερομηνία αρχικής αναγνώρισης για σκοπούς υπολογισμού μεταγενέστερης απομείωσης, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού κατά πόσο έχει συμβεί σημαντική αύξηση στον πιστωτικό κίνδυνο («ΣΑΠΚ»). Το Συγκρότημα επίσης αξιολογεί κατά πόσο ένα νέο δάνειο ή χρεωστικό περιουσιακό στοιχείο πληρεί το κριτήριο ΑΠΚΤ. Όποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας του αρχικού περιουσιακού στοιχείου που διαγράφηκε και της δίκαιης αξίας του νέου σημαντικά τροποποιημένου περιουσιακού στοιχείου αναγνωρίζεται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων, εκτός εάν η ουσία της τροποιήσης αποδίδεται σε κεφαλαιουχικές συναλλαγές με τους ιδιοκτήτες.
Εάν η επαναδιαπραγμάτευση οφειλόταν σε οικονομικές δυσκολίες του αντισυμβαλλομένου και σε αδυναμία εκτέλεσης των αρχικά συμφωνημένων πληρωμών, το Συγκρότημα συγκρίνει τις αρχικές και αναθεωρημένες αναμενόμενες ταμειακές ροές για να αξιολογήσει κατά πόσο οι κίνδυνοι και τα οφέλη του περιουσιακού στοιχείου έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά ως αποτέλεσμα της συμβατικής τροποποίησης. Εάν οι κίνδυνοι και τα οφέλη δεν αλλάξουν, το τροποποιημένο περιουσιακό στοιχείο δεν διαφέρει ουσιαστικά από το αρχικό περιουσιακό στοιχείο και η τροποποίηση δεν οδηγεί σε διαγραφή. Το Συγκρότημα υπολογίζει εκ νέου την μεικτή λογιστική αξία προεξοφλώντας τις τροποποιημένες συμβατικές ταμειακές ροές με το αρχικό πραγματικό επιτόκιο και αναγνωρίζει το κέρδος ή ζημία τροποποίησης στα αποτελέσματα.
Στην κατάσταση ταμειακών ροών, τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα περιλαμβάνουν μετρητά στο ταμείο, καταθέσεις σε τράπεζες με αρχική ημερομηνία λήξης τριών μηνών ή λιγότερο οι οποίες είναι άμεσα μετατρέψιμες σε γνωστά ποσά μετρητών και οι οποίες υπόκεινται σε ασήμαντο κίνδυνο αλλαγών στην αξία τους και τραπεζικά παρατραβήγματα. Στον ισολογισμό, τα τραπεζικά παρατραβήγματα περιλαμβάνονται στο δανεισμό στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις. Τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα αναγνωρίζονται σε αποσβεσμένο κόστος επειδή: (ί) κατέχονται για είσπραξη συμβατικών ταμειακών ροών και οι ταμειακές αυτές ροές αντιπροσωπεύουν ΑΠΚΤ, και (ii) δεν ταξινομούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Αυτά τα ποσά γενικά προκύπτουν από συναλλαγές εκτός των συνήθων λειτουργικών εργασιών του Συγκροτήματος. Αυτά κρατούνται με σκοπό να συλλεχθούν οι συμβατικές ταμειακές ροές τους και οι ταμειακές ροές τους αντιπροσωπεύουν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων. Κατά συνέπεια, αυτά επιμετρώνται στο αποσβεσμένο κόστος χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου, μείον την πρόβλεψη για απομείωση. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος ταξινομούνται ως κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία, εάν αυτά οφείλονται μέσα σε ένα έτος ή λιγότερο (ή κατά τη συνήθη πορεία του κύκλου εργασιών της ετιχείρησης, εάν είναι μεγαλύτερος). Αν όχι, παρουσιάζονται ως μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία.
Τα εμπορικά εισπρακτέα είναι ποσά που οφείλονται από πελάτες για πώληση εμπορευμάτων ή παροχή υπηρεσιών κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών. Εάν η είσπραξη αναμένεται σε ένα χρόνο ή λιγότερο (ή κατά τη συνήθη πορεία του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, εάν είναι μεγαλύτερος), ταξινομούνται ως κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία. Αν όχι, παρουσιάζονται ως μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία. Τα εμπορικά εισπρακτέα αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία και μετέπειτα παρουσιάζονται σε αποσβεσμένο κόστος, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου, μείον πρόβλεψη ζημιάς.
Τα εμπορικά εισπρακτέα αναγνωρίζονται αρχικά στο ποσό της άνευ όρων αντιπαροχής εκτός και αν περιλαμβάνουν σημαντικό σκέλος χρηματοδότησης, στην οποία περίπτωση αναγνωρίζονται σε δίκαιη αξία. Το Συγκρότημα κατέχει τα εμπορικά εισπρακτέα με σκοπό να συλλέξει τις συμβατικές ταμειακές ροές και επομένως τα επιμετρά σε μεταγενέστερο στάδιο σε αποσβεσμένο κόστος χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου.
Τα εμπορικά εισπρακτέα εναπόκεινται επίσης στις απαιτήσεις απομείωσης του ΔΠΧΑ 9. Το Συγκρότημα αξιολογεί σε ατομική βάση την έκθεση της σε πιστωτικό κίνδυνο που απορρέει από εμπορικά εισπρακτέα. Ανατρέξτε στην Σημείωση 6 Πιστωτικός Κίνδυνος.
Τα εμπορικά εισπρακτέα διαγράφονται όταν δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία είσπραξης. Οι ενδείξεις ότι δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία είσπραξης περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την αποτυχία ενός οφειλέτη να συμμετάσχει σε σχέδιο αποπληρωμής με το Συγκρότημα και την αποτυχία να καταβάλει συμβατικές πληρωμές για περίοδο μεγαλύτερη του ενάμιση χρόνου από την ημερομηνία πληρωμής.
Οι πιστωτικοί τόκοι από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων περιλαμβάνονται στις «άλλες (ζημιές)/κέρδη - καθαρά». Οι πιστωτικοί τόκοι σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος και χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε δίκαιη αξία μέσων άλλων συνολικών εισοδημάτων που υπολογίζονται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου αναγνωρίζονται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων ως « Άλλα έσοδα». Οι πιστωτικοί τόκοι υπολογίζονται εφαρμόζοντας το πραγματικό επιτόκιο στη μεικτή λογιστική αξία ενός χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου με εξαίρεση τα χρηματοοικονομικά στοιχεία που μετέπειτα καθιστώνται πιστωτικά απομειωμένα. Για τα πιστωτικά απομειωμένα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία – Στάδιο 3, το πραγματικό επιτόκιο εφαρμόζεται στη καθαρή λογιστική αξία του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου (μετά από αφαίρεση της πρόβλεψης ζημιάς).
Τα μερίσματα εισπράττονται από χρηματοοικονομικά στοιχεία που επιμετρώνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων. Τα μερίσματα αναγνωρίζονται ως «άλλα έσοδα» στα αποτελέσματα όταν αποδειχθεί το δικαίωμα του Συγκροτήματος να τα εισπράξει. Αυτό ισχύει ακόμα και όταν πληρώνονται από τα κέρδη προ-εξαγοράς , εκτός και αν το μέρισμα αντιπροσωπεύει καθαρά ανάκτηση μέρους του κόστους μιας επένδυσης. Σε αυτή την περίπτωση, το μέρισμα αναγγωρίζεται στα άλλα συνολικά εισοδήματα εάν σχετίζεται με μια επένδυση που επιμετράται σε δίκαιη αξία μέσω των άλλων συνολικών εισοδημάτων.
Οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία και ταξινομούνται μετέπειτα στην κατηγορία αποσβεσμένου κόστους, εκτός από (i) χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις σε δίκαιη αξία μέσω αποτελεσμάτων: αυτή η ταξινόμηση ισχυεί για παράγωγα, χρηματοοκονομικές υποχρεώσεις που κρατούνται για εμπορία (π.χ. βραχυπρόθεσμες θέσεις σε τίτλους), ενδεχόμενες αντιπαροχές που αναγνωρίζονται από ένα αγορασή σε μια συνένωση επιχειρήσεων και άλλες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που καθορίζονται ως τέτοιες κατά την αρχική αναγνώριση και (ϊ) συμβόλαια χρηματοοικονομικής εγγύησης και δανειακές δεσμεύσεις.
Ο δανεισμός αναγνωρίζεται αρχικά σε δίκαιη αξία μετά την αφαίρεση του κόστους συναλλαγής. Ο δανεισμός παρουσιάζεται μετέπειτα σε αποσβεσμένο κόστος. Οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των εισπράξεων (μετά την αφαίρεση του κόστους συναλλαγής) και της αξίας εξόφλησης αναγνωρίζεται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων κατά τη διάρκεια του δανείου, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου, εκτός εάν είναι άμεσα αποδοτέα στην αγορά, κατασκευή ή παραγωγή περιουσιακού στοιχείου που πληροί τα κριτήρια, στην οποία περίπτωση κεφαλαιοποιούνται ως μέρος του κόστους του περιουσιακού στοιχείου. Ο δανεισμός ταξινομείται ως βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, εκτός αν το Συγκρότημα έχει δικαίωμα άνευ όρων να αναβάλει την εξόφληση της υποχρέωσης για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία του ισολογισμού.
Αμοιβές που πληρώνονται για τη δημιουργία διευκολύνσεων δανεισμού αναγνωρίζονται ως κόστη συναλλαγής του δανείου στην έκταση όπου είναι πιθανόν ότι μέρος ή ολόκληρη η διευκόλυνση θα χρησιμοποιηθεί. Στην περίπτωση αυτή, η αμοιβή αναβάλλεται μέχρι την ανάληψη του δανείου. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι είναι πιθανό ένα μέρος ή ολόκληρη η διευκόλυνση θα χρησιμοποιηθεί, η αμοιβή κεφαλαιοποιείται ως προπληρωμή (για υπηρεσίες ρευστότητας) και αποσβένεται κατά τη διάρκεια της περιόδου της διευκόλυνσης με την οποία σχετίζεται.
Ο δανεισμός αφαιρείται από τον ισολογισμό όταν η υποχρέωση που καθορίζεται στο συμβόλαιο απαλείφεται (π.χ όταν η υποχρέωση που καθορίζεται στο συμβόλαιο εκπληρώνεται, ακυρώνεται ή λήγει). Η διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας της χρηματοοικονομικής υποχρέωσης που έχει εξοφληθεί ή μεταβιβαστεί σε ένα άλλο μέρος και το καταβληθέν τίμημα, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε μη χρηματικών περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν ή υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν, αναγνωρίζεται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων στα αποτελέσματα ως «άλλα έσοδα» ή «χρηματοοικονομικά έξοδα».
Τα κόστη δανεισμού αποτελούν τόκο και άλλα έξοδα με τα οποία επιβαρύνεται το Συγκρότημα σε σχέση με το δανεισμό κεφαλαίων, περιλαμβανομένου τόκου δανεισμού, απόσβεση εκπτώσεων ή επιμίσθιου που σχετίζονται με δανεισμό, απόσβεση επιπλέον κόστους που σχετίζεται με τη διευθέτηση δανεισμού, χρεώσεις χρηματοδοτικών μισθώσεων και συναλλαγματικές διαφορές που προκύπτουν από δανεισμό σε ξένο νόμισμα σε περίπτωση που θεωρούνται ως μια προσαρμογή στους χρεωστικούς τόκους.
Τα κόστη δανεισμού που σχετίζονται άμεσα με την αγορά, κατασκευή ή παραγωγή περιουσιακού στοιχείου που πληροί τα κριτήρια, που είναι ένα περιουσιακό στοιχείο που υποχρεωτικά καταλαμβάνει σημαντικό χρονικό διάστημα για να ετοιμαστεί για την προτιθέμενη χρήση ή πώληση του, κεφαλαιοποιούνται ως μέρος του κόστους του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου, όταν είναι πιθανόν ότι θα επιφέρουν μελλοντικά οικονομικά οφέλη στο Συγκρότημα και τα κόστη μπορούν να υπολογιστούν αξιόπιστα.
Οι εμπορικοί και άλλοι πιστωτές είναι υποχρεώσεις για πληρωμή αγαθών ή υπηρεσιών που έχουν αποκτηθεί κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών του Συγκροτήματος από προμηθευτές. Οι εμπορικοί και άλλοι πιστωτές ταξινομούνται ως βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, εάν η πληρωμή οφείλεται εντός ενός έτους ή λιγότερο (ή κατά το συνήθη κύκλο εργασιών του Συγκροτήματος εάν είναι μεγαλύτερος). Αν όχι, παρουσιάζονται στις μη βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις. Οι εμπορικοί και άλλοι πιστωτές αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία και μετέπειτα παρουσιάζονται σε αποσβεσμένο κόστος, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου.
Μια ανταλλαγή μεταξύ του Συγκροτήματος και των αρχικών δανειστών των χρεωστικών μέσων με ουσιαστικά διαφορετικούς όρους, καθώς επίσης και ουσιώδεις τροποποιήσεις των όρων και των συνθηκών των υφιστάμενων χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, λογίζονται ως τερματισμός της αρχικής χρηματοοικονομικής υποχρέωσης και αναγνώριση μιας νέας χρηματοοικονομικής υποχρέωσης. Οι όροι θεωρούνται ουσιαστικά διαφορετικοί, αν η προεξοφλημένη παρούσα αξία των ταμειακών ροών, βάσει των νέων όρων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν τελών που καταβλήθηκαν μετά την αφαίρεση τυχόν αμοιβών που εισπράχθηκαν και προεξοφλήθηκαν με το αρχικό πραγματικό επιτόκιο, είναι τουλάχιστον 10% διαφορετική από την προεξοφλημένη παρούσα αξία των ταμειακών ροών που απομένουν από την αρχική χρηματοοικονομική υποχρέωση. Επιπρόσθετα, άλλοι παράγοντες όπως το νόμισμα του χρεωστικού μέσου, μεταβολές του τύπου του επιτοκίου, νέα χαρακτηριστικά μετατροπής που επισυνάπτονται στο μέσο και αλλαγή στις συμφωνίες δανείου λαμβάνονται υπόψη.
Εάν μια ανταλλαγή των χρεωστικών μέσων ή τροποποίηση των όρων λογίζεται ως εξόφληση, οποιοδήποτε κόστος ή αμοιβή αναγνωρίζεται ως μέρος του κέρδους ή της ζημίας από την εξόφληση. Αν η ανταλλαγή ή η τροποποίηση δεν λογίζεται ως εξόφληση, οποιοδήποτε κόστος ή αμοιβή προκύψει αναπροσαρμόζει τη λογιστική αξία της υποχρέωσης και αποσβένεται καθ΄όλη την υπόλοιπη διάρκεια της τροποποιημένης υποχρέωσης.
Οι τροποποιήσεις των υποχρεώσεων που δεν έχουν ως αποτέλεσμα την εξόφληση αναγνωρίζονται ως μεταβολή της εκτίμησης χρησιμοποιώντας τη συσσωρευτική μέθοδο κάλυψης, με οποιοδήποτε κέρδος ή ζημία να αναγνωρίζεται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων, εκτός εάν η οικονομική ουσία της διαφοράς στις λογιστικές αξίες αποδίδεται σε συναλλαγές με τους ιδιοκτήτες και αναγνωρίζεται απευθείας στα ίδια κεφάλαια.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις συμψηφίζονται και το καθαρό ποσό αναφέρεται στον ισολογισμό όταν υπάρχει νόμιμα εκτελεστό δικαίωμα για συμψηφισμό των ποσών που αναγνωρίστηκαν και όταν υπάρχει πρόθεση να εξοφληθεί σε καθαρή βάση ή να ρευστοποιηθεί το περιουσιακό στοιχείο και να εξοφληθεί η υποχρέωση ταυτοχρόνως. Το νόμια εκτελεστό δικαίωμα δεν πρέπει να βασίζεται σε μελλοντικά γεγονότα και πρέπει να είναι εκτελεστό κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών και σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων αφερεγγυότητας ή χρεοκοπίας του Συγκροτήματος ή του αντισυμβαλλόμενου.
Οι συνήθεις μετοχές ταξινομούνται ως ίδια κεφάλαια.
Το υπέρ το άρτιο είναι η διαφορά μεταξύ της δίκαιης αξίας του τμήματος που απαιτείται για την έκδοση των μετοχών και την ονομαστική αξία των μετοχών. Ο λογαριασμός αποθεματικό υπέρ το άρτιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν την χρησιμοποίηση του για διανομή μερισμάτων, και υπόκειται στις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου της Κύπρου σχετικά με τη μείωση μετοχικού κεφαλαίου.
Οι προβλέψεις αναγνωρίζονται όταν το Συγκρότημα έχει μια παρούσα νομική ή τεκμαρτή υποχρέωση που προκύπτει από γεγονότα που έχουν προηγηθεί, έναι πιθανό να υπάρξει ροή περιουσιακών στοιχείων για εξόφληση αυτής της υποχρέωσης, και το ποσό της υποχρέωσης έχει υπολογιστεί αξιόπιστα. Δεν αναγνωρίζονται προβλέψεις για μελλοντικές ζημιές.
Οι προβλέψεις υπολογίζονται ως η τρέχουσα αξία των εξόδων που αναμένεται να απαιτηθούν για την εξόφληση της υποχρέωσης, χρησιμοποιώντας ένα ποσοστό πριν τη φορολογία, το οποίο αποδίδει τρέχουσες αξιολογήσεις αγοράς της αξίας του χρήματος διαχρονικά και τους κινδύνους που σχετίζονται με την υποχρέωση. Η αύξηση στην πρόβλεψη λόγω της παρέλευσης χρόνου αναγνωρίζεται ως χρεωστικός τόκος.
Οι προπληρωμές αποτιμώνται σε κόστος μείον προβλέψεις για απομείωση. Μια προπληρωμή ταξινομείται ως μακροπρόθεσμη όταν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που σχετίζονται με την προπληρωμή αναμένονται να αποκτηθούν μετά από ένα έτος ή όταν η προπληρωμή σχετίζεται με ένα περιουσιακό στοιχείο το οποίο θα χαρακτηρισθεί ως μακροπρόθεσμο κατά την αρχική αναγνώριση. Οι προπληρωμές για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων μεταφέρονται στη λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου μόλις το Συγκρότημα αποκτήσει τον έλεγχο του περιουσιακού στοιχείου και είναι πιθανό ότι μελλοντικά οφέλη που σχετίζονται με το περιουσιακό στοιχείο θα εισρεύσουν στην οικονομική οντότητα. Οι λοιπές προπληρωμές αποσβένονται στα αποτελέσματα όταν εισπράπονται τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που αφορούν τις προπληρωμές. Εάν υπάρχει ένδειξη ότι δεν θα ληφθούν τα περιουσιακά στοιχεία, τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που σχετίζονται με την προπληρωμή, η λογιστική αξία της προπληρωμής διαγράφεται αναλόγως και μια αντίστοιχη ζημία απομείωσης αναγνωρίζεται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων.
Οι λειτουργικοί τομείς παρουσιάζονται με τρόπο που συνάδει με την παρουσίαση που γίνεται εσωτερικά στο ανώτατο όργανο λήψης λειτουργικών αποφάσεων. Το ανώτατο όργανο λήψης λειτουργικών αποφάσεων που είναι υπεύθυνο για την κατανομή περιουσιακών στοιχείων και την αποτίμηση της απόδοσης των λειτουργικών τομέων, έχει αναγνωριστεί ως το Διοικητικό Συμβούλιο που παίρνουν τις στρατηγικές αποφάσεις.
Οι κρατικές επιχορηγήσεις αναγνωρίζονται σε δίκαιη αξία όταν υπάρχει εύλογη βεβαιότητα ότι το Συγκρότημα θα συμμορφωθεί με τους όρους που τις διέπουν και ότι οι επιχορηγήσεις θα εισπραχθούν. Οι κρατικές επιχορηγήσεις που αφορούν αποζημειώσεις για ζημές που προκλήθηκαν από τους περιορισμούς που επέβαλε η κυβέρνηση για να περιορίσει την εξάπλωση και τις επιπτώσεις του COVID-19 αναβάλλονται και αναγνωρίζονται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων ως «άλλα έσοδα» κατά την περίοδο που προκλήθηκαν οι ζημιές. Άλλες κρατικές επιχορηγήσεις που αφορούν έξοδα συμψηφίζονται με τα έξοδα με τα οποία σχετίζονται.
Τα συγκριτικά ποσά έχουν αναπροσαρμοστεί για να συνάδουν με αλλαγές στην παρουσίαση του τρέχοντος έτους.
Κατά την ημερομηνία έγκρισης αυτών των οικονομικών καταστάσεων μια σειρά από νέα πρότυπα και τροποιήσεις προτύπων και διερμηνείες ισχύουν για λογιστικές περιόδους που αρχίζουν μετά την 1 Ιανουαρίου 2020, και δεν έχουν εφαρμοστεί στην κατάρτιση αυτών των οικονομικών καταστάσεων. Κανένα από αυτά δεν αναμένεται να έχει σημαντική επίδραση στις οικονομικές καταστάσεις του Συγκροτήματος, με εξαίρεση τα ακόλουθα:
*Δηλώνει πρότυπα, διερμηνείες και τροποποιήσεις που δεν έχουν ακόμη υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι εργασίες του Συγκροτήματος το εκθέτουν σε ποικίλους χρηματοοικονομικούς κινδύνους: κίνδυνο αγοράς (περιλαμβανομένου συναλλαγματικού κινδύνου, κινδύνου επιτοκίου που αφορά τις ταμειακές ροές και κινδύνου τιμής αγοράς), πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο ρευστότητας.
Το πρόγραμμα διαχείρισης κινδύνου του Συγκροτήματος επικεντρώνεται στη μη προβλεψιμότητα των χρηματαγορών και αποσκοπεί στη μείωση των πιθανών αρνητικών επιπτώσεων στην οικονομική επίδοση του Συγκροτήματος. Η διαχείριση κινδύνου διενεργείται από τον Οικονομικό Διευθυντή του Συγκροτήματος σύμφωνα με αρχές που εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Ο Οικονομικός Διευθυντής αναγνωρίζει και αξιολογεί τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συγκροτήματος είναι υπεύθυνο για την όλη διαχείριση κινδύνου και για να παρακολουθεί τις διακυμάνσεις και να ενεργεί ανάλογα.
Συναλλαγματικός κίνδυνος
Το Συγκρότημα εισάγει προϊόντα από το εξωτερικό και υπόκειται σε συναλλαγματικό κίνδυνο που προκύπτει από διάφορες συναλλαγές και υπόλοιπα, κυρίως σε Δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών. Ο συναλλαγματικός κίνδυνος προκύπτει από μελλοντικές εμπορικές συναλλαγές και αναγνωρισμένα περιουσιακά στοιχεία που αποτιμούνται σε νόμισμα το οποίο δεν είναι το νόμισμα λειτουργίας του Συγκροτήματος.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2020, εάν το Ευρώ αποδυναμωνόταν / ενδυναμωνόταν κατά 5% (2019: 5%) σε σχέση με το Δολάριο ΗΠΑ με όλες τις άλλες παραμέτρους να παραμένουν σταθερές, το κέρδος για το έτος μετά τη φορολογία θα ήταν €21.788 (2019: €12.336) ψηλότερη/ χαμηλότερη κυρίως ως αποτέλεσμα συναλλαγματικών κερδών/ζημιών στη μετατροπή υπολοίπων για εμπορικά εισπρακτέα αποτιμημένα σε Δολάρια ΗΠΑ.
Η Διεύθυνση δεν εφαρμόζει πολιτική αντιστάθμισης της έκθεσης του Συγκροτήματος σε συναλλαγματικό κίνδυνο που προκύπτει από μελλοντικές συναλλαγές και αναγνωρισμένα περιουσιακά στοιχεία. Η Διεύθυνση παρακολουθεί τις διακυμάνσεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες σε συνεχή βάση και ενεργεί ανάλογα.
Το Συγκρότημα εκτίθεται σε κίνδυνο τιμής αγοράς μετοχικών τίτλων λόγω επενδύσεων που κατέχονται από το Συγκρότημα και ταξινομούνται στον ενοποιημένο ισολογισμό που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων. Το Συγκρότημα δεν εκτίθεται σε κίνδυνο τιμών αγαθών.
Οι επενδύσεις του Συγκροτήματος σε μετοχικούς τίτλους οι οποίες εμπορεύονται δημόσια περιλαμβάνονται στο Γενικό Δείκτη του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου.
Ο πιο κάτω πίνακας παρουσιάζει περιληπτικά την επίδραση αυξήσεων/μειώσεων του γενικού δείκτη του ΧΑΚ στο κέρδος για το έτος μετά τη φορολογία του Συγκροτήματος. Η ανάλυση βασίζεται στην υπόθεση ότι οι δείκτες μετοχικών τίτλων αυξήθηκαν/μειώθηκαν σύμφωνα με την αλλαγή του γενικού δείκτη του ΧΑΚ κατά 7% (2019: 3%) με όλες τις άλλες μεταβλητές να παραμένουν σταθερές και ότι οι μετοχικοί τίτλοι του Συγκροτήματος κινήθηκαν σύμφωνα με την ιστορική συσχέτιση τους με το δείκτη:
| Επίδραση στο κέρδος μετά τη φορολογία σε € |
||
|---|---|---|
| 20220 | 2019 | |
| Δείκτης Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου - Γενικός Δείκτης |
8.551 | 3.507 |
o Διαχείριση χρηματοοικονομικού κινδύνου (συνέχεια)
Κίνδυνος αγοράς (συνέχεια)
Το κέρδος για το έτος μετά τη φορολογία θα αυξανόταν/μειωνόταν ως αποτέλεσμα κερδών/ζημιών σε μετοχικούς τίτλους που ταξινομούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Το Συγκρότημα δεν διαχειρίζεται τον κίνδυνο τιμής αγοράς στον οποίο εκτίθεται καθώς η αξία των μετοχικών τίτλων που κατέχει δεν είναι σημαντική.
Ο κίνδυνος επιτοκίου του Συγκροτήματος προέρχεται από περιουσιακά στοιχεία που φέρουν τόκο και από δανεισμό. Τα περιουσιακά στοιχεία που φέρουν τόκο και ο δανεισμός που εκδόθηκαν σε κυμαινόμενα επιτόκια εκθέτουν το Συγκρότημα σε κίνδυνο επιτοκίου που αφορά τις ταμειακές ροές.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2020, εάν τα επιτόκια σε τραπεζικές καταθέσεις που αποτιμούνται σε Ευρώ ήταν κατά 1% (2019: 1%) ψηλότερα/χαμηλότερα, με όλες τις άλλες παραμέτρους να παραμένουν σταθερές, το κέρδος για το έτος μετά τη φορολογία θα ήταν €19.752 (2019: €15.413) χαμηλότερη/ ψηλότερη, κυρίως ως αποτέλεσμα των ψηλότερων/χαμηλότερων πιστωτικών τόκων σε τραπεζικές καταθέσεις.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2020, εάν τα επιτόκια σε δανεισμό ήταν κατά 1% (2019: 1%) ψηλότερα/χαμηλότερα, με όλες τις άλλες παραμέτρους να παραμένουν σταθερές, το κέρδος για το έτος μετά τη φορολογία θα ήταν €115.579 (2019: €93.179) ψηλότερη/ χαμηλότερη, κυρίως ως αποτέλεσμα των ψηλότερων/χαμηλότερων χρεωστικών τόκων σε δανεισμό σε κυμαινόμενα επιτόκια.
Η Διεύθυνση του Συγκροτήματος παρακολουθεί τις διακυμάνσεις στα επιτόκια σε συνεχή βάση και ενεργεί ανάλογα.
Ο πιστωτικός κίνδυνος είναι ο κίνδυνος ένα μέρος σε ένα χρηματοπιστωτικό μέσο να προκαλέσει οικονομική ζημιά στο άλλο μέρος επειδή δεν εκπληρώνει κάποια υποχρέωση. Ο πιστωτικός κίνδυνος προκύπτει από ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα, συμβατικές ταμειακές ροές από χρεωστικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά σε αποσβεσμένο κόστος, καταθέσεις σε τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και από έκθεση σε πιστώσεις προς πελάτες χονδρικής πώλησης, περιλαμβανομένων εκκρεμών εισπρακτέων.
Διαχείριση κινδύνων (1)
Ο πιστωτικός κίνδυνος διαχειρίζεται σε ξεχωριστή βάση για όλες τις εταιρείες του Συγκροτήματος.
Για τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μόνο οργανισμοί που αξιολογούνται θετικά υπό τις περιστάσεις από το Διοικητικό Συμβούλιο γίνονται αποδεκτοί λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Η Διεύθυνση εκτιμά την πιστωτική ποιότητα πελατών χονδρικού εμπορίου, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική τους κατάσταση, προηγούμενες εμπειρίες και την διάρκεια της περιόδου όπου τα εισπρακτέα από πελάτες χονδρικού εμπορίου εκκρεμούν. Ξεχωριστά πιστωτικά όρια και πιστωτικοί όροι ορίζονται με βάση την πιστωτική ποιότητα του πελάτη σύμφωνα με όρια που καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Η χρήση των πιστωτικών ορίων παρακολουθείται σε συνεχή βάση.
Οι πωλήσεις σε πελάτες λιανικού εμπορίου διευθετούνται σε μετρητά ή χρησιμοποιώντας πιστωτικές κάρτες.
Απομείωση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (ii)
Το Συγκρότημα διαθέτει τρία είδη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται στο μοντέλο της αναμενόμενης πιστωτικής ζημίας:
Η μεθοδολογία απομείωσης που εφαρμόζει το Συγκρότημα για τον υπολογισμό των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών εξαρτάται από τον τύπο του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου που εκτιμάται για απομείωση. Πιο συγκεκριμένα:
απομείωση με βάση το ΔΠΧΑ 9, το Συγκρότημα εφαρμόζει την γενική προσέγγιση το μοντέλο απομείωσης τριών σταδίων. Το Συγκρότημα εφαρμόζει το μοντέλο απομείωσης τριών σταδίων, με βάση τις αλλαγές στον πιστωτικό κίνδυνο από την αρχική αναγνώριση. Ένα χρηματοοικονομικό μέσο που δεν είναι πιστωτικά απομειωμένο κατά την αρχική αναγνώριση ταξινομείται στο Στάδιο 1. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία στο Στάδιο 1 αναγνωρίζουν τις ΑΠΖ τους σε ένα ποσό ίσο με το ποσοστό των ΑΠΖ κατά τη διάρκεια ζωής που προκύπτει από τυχόν γεγονότα αθέτησης πληρωμής μέσα στους επόμενους 12 μήνες ή μέχρι τη λήξη της σύμβασης, εάν είναι πιο νωρίς («ΑΠΖ 12 μηνών»). Εάν το Συγκρότημα παρατηρήσει μία σημαντική αύξηση στον πιστωτικό κίνδυνο («ΣΑΠΚ») από την αρχική αναγνώριση, το περιουσιακό στοιχείο μεταφέρεται στο Στάδιο 2 και οι ΑΠΖ επιμετρώνται με βάση τις ΑΠΖ καθ΄ όλη τη διάρκεια ζωής του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου, δηλαδή μέχρι τη λήξη της σύμβασης αλλά λαμβάνοντας υπόψη τις αναμενόμενες προπληρωμές, εάν υπάρχουν («ΑΠΖ καθ' όλη τη διάρκεια ζωής). Εάν το Συγκρότημα καθορίσει ότι ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο είναι πιστωτικά απομειωμένο, το περιουσιακό στοιχείο μεταφέρεται στο Στάδιο 3 και η ΑΠΖ επιμετρείται ως ΑΠΖ καθ' όλη τη διάρκεια ζωής.
Διαχείριση χρηματοοικονομικού κινδύνου (συνέχεια) 6
Οι ζημιές απομείωσης παρουσιάζονται ως καθαρές ζημίες απομείωσης χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων στα κέρδη εργασιών. Οι επακόλουθες ανακτήσεις ποσών που είχαν προηγουμένως διαγραφεί πιστώνονται στο ίδιο στοιχείο όπου είχαν αρχικά παρουσιαστεί.
Σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου: Το Συγκρότημα εξετάζει την πιθανότητα αθέτησης της υποχρέωσης κατά την αρχική αναγνώριση του περιουσιακού στοιχείου και κατά πόσο υπήρξε σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου σε συνεχή βάση καθ' όλη την περίοδο αναφοράς. Για να εκτιμηθεί κατά πόσον υπάρχει σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου, το Συγκρότημα συγκρίνει τον κίνδυνο αθέτησης την ημερομηνία αναφοράς με τον κίνδυνο αθέτησης κατά την ημερομηνία της αρχικής αναγνώρισης. Η εκτίμηση λαμβάνει υπόψη τις διαθέσημες λογικές και υποστηρικτικές πληροφορίες που αφορούν το μέλλον. Συγκεκριμένα ενσωματώνονται οι ακόλουθοι δείκτες:
Μακροοικονομικές πληροφορίες (όπως τα επιτόκια της αγοράς ή οι ρυθμοί ανάπτυξης) ενσωματώνονται ως μέρος του εσωτερικού μοντέλου αξιολόγησης. Τα ιστορικά ποσοστά ζημιών προσαρμόζονται ώστε να αντικατοπτρίζουν τρέχουσες και μελλοντικές πληροφορίες για τους μακροοικονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα των πελατών να αποπληρώνουν τις απαιτήσεις. Δεν σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στις τεχνικές εκτιμήσεις ή στις παραδοχές κατά την περίοδο αναφοράς.
Ανεξάρτητα από την πιο πάνω ανάλυση, θεωρείται σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου τεκμηριώνεται εάν ο οφειλέτης είναι σε καθυστέρηση άνω των 30 ημερών για την καταβολή της συμβατικής πληρωμής.
Αθέτηση εξόφλησης. Η αθέτηση εξόφλησης ενός χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου είναι όταν ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει προβεί σε συμβατικές πληρωμές εντός 90 ημερών από την ημερομηνία λήξης της οφειλής ή μετά που θα ζητηθεί.
Διαγραφή: Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαγράφονται όταν δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ανάκτησης, για παράδειγμα αν ο οφειλέτης δεν έχει συνάψει σχέδιο αποπληρωμής με το Συγκρότημα. Το Συγκρότημα κατηγοριοποιεί ένα χρεωστικό χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο για διαγραφή όταν ο οφειλέτης δεν έχει καταβάλει συμβατικές πληρωμές για περίοδο μεγαλύτερη από 180 μέρες καθυστέρησης. Σε περίπτωση διαγραφής χρεωστικών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, το Συγκρότημα συνεχίζει να ακολουθεί νομικές διαδικασίες ανάκτησης της απαιτούμενες απαίτησης. Όταν οι ανακτήσεις πραγματοποιηθούν, αυτές αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα.
Το Συγκρότημα δεν έχει σημαντικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που να υπόκεινται στις απαιτήσεις απομείωσης του ΔΠΧΑ 9 και που οι συμβατικές ταμειακές τους ροές να έχουν τροποποιηθεί.
Η έκθεση της Εταιρείας σε πιστωτικό κίνδυνο για κάθε κατηγορία περιουσιακού στοιχείου που υπόκειται στο αναμενόμενο μοντέλο πιστωτικής ζημίας ορίζεται παρακάτω:
Το Συγκρότημα αξιολογεί σε ατομική βάση την έκθεση της σε πιστωτικό κινδυνο που απορρέει από εμπορικά εισπρακτέα. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στο πιστωτικό ιστορικό των πελατών με το Συγκρότημα, στην οικονομική κατάσταση τους καθώς και στην περίοδο κατά την οποία το εμπορικό εισπρακτέο είναι ληξιπρόθεσμο. Τα ιστορικά ποσοστά ζημιών προσαρμόζονται ώστε να αντικατοπτρίζουν τις τρέχουσες και μελλοντικές πληροφορίες σχετικά με τους μακροοικονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα των πελατών να διακανονίζουν τις απαιτήσεις
Με βάση τα πιο πάνω, το ποσό πρόβλεψης ζημιάς στις 31 Δεκεμβρίου 2020 και 31 Δεκεμβρίου 2019 καθορίστηκε ως εξής για τα εμπορικά εισπρακτέα:
| 31 Δεκεμβρίου 2020 Μικτή λογιστική αξία - εμπορικά |
Κυκλοφορούντα | 1 - 30 ημέρες καθυστέρηση |
31 - 60 ημέρες καθυστέρηση |
61 - 90 ημέρες καθυστέρηση |
Πάνω από 90 ημέρες καθυστέρηση |
Σύνολο |
|---|---|---|---|---|---|---|
| εισπρακτέα Ποσό πρόβλεψης |
100.898 | 111.440 | 65.631 | 4.643 | 86.156 | 368.768 |
| ζημιάς | (77.465) | (77.465) | ||||
| 31 Δεκεμβρίου 2019 Μικτή λογιστική |
Κυκλοφορούντα | 1 - 30 ημέρες καθυστέρηση |
31 - 60 ημέρες καθυστέρηση |
61 - 90 ημέρες καθυστέρηση |
Πάνω από 90 ημέρες καθυστέρηση |
Σύνολο |
| αξία - εμπορικά ΣΙΟΤΙΣΟΚΤΈα Hooo |
52.310 | 24.817 | 24 863 | 66.205 | 168.370 | 336.565 |
| πρόβλεψης ζημιάς |
(77.465) | (77.465) |
Οι ακαθάριστες λογιστικές αξίες, όπως προαναφέρθηκαν, αντιπροσωπεύουν τη μέγιστη έκθεση του Συγκροτήματος σε πιστωτικό κίνδυνο σε αυτά τα στοιχεία ενεργητικού στις 31 Δεκεμβρίου 2020 και στις 31 Δεκεμβρίου 2019, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τυχόν εξασφαλίσεις. Το Συγκρότημα δεν κατέχει εξασφαλίσεις ως εγγύηση για τα υπόλοιπα εμπορικών εισπρακτέων. Δεν υπήρχαν σημαντικά εμπορικά εισπρακτέα που διαγράφηκαν κατά τα έτη 2020 και 2019 που υπόκεινται σε δραστηριότητες εκτέλεσης.
Οι προβλέψεις ζημιάς για εμπορικά εισπρακτέα κατά την 31η Δεκεμβρίου συγκρίνονται με τις αρχικές προβλέψεις ζημιάς ως εξής:
| Εμπορικά Εισπρακτέα | ||
|---|---|---|
| 13 2020 |
는 2019 |
|
| Αρχική πρόβλεψη ζημιάς την 1 Ιανουαρίου | 774465 | 78.335 |
| Αύξηση της πρόβλεψης ζημιάς που αναγνωρίστηκε στα αποτελέσματα κατά τη διάρκεια του έτους |
||
| Αχρησιμοποίητο ποσό που αντιστρέφεται | (870) | |
| Τελική πρόβλεψη ζημιάς στις 31 Δεκεμβρίου | 77.465 | 77.465 |
Το Συγκρότημα αξιολογεί, σε ατομική βάση, την έκθεση του σε πιστωτικό κίνδυνο που προκύπτει από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε αποσβεσμένο κόστος. Η αξιολόγηση αυτή λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, την περίοδο κατά την οποία το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο σε αποσβεσμένο κόστος είναι ληξιπρόθεσμο (σε ημέρες) και το ιστορικό αθετήσεων στο παρελθόν, προσαμροσμένο για μεελοντικές πληροφορίες. Το Συγκρότημα χρησιμοποιεί τρεις κατηγορίες για άλλα εισπρακτέα και προκαταβολές που αντικατοπτρίζουν τον πιστωτικό τους κίνδυνο και τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται η πρόβλεψη για ζημιά για καθεμιά από αυτές τις κατηγορίες.
Μια σύνοψη των υποθέσεων που υποστηρίζουν το αναμενόμενο μοντέλο της πιστωτικής ζημίας του Συγκροτήματος έχει ως εξής:
| Κατηγορία | Ορισμός της Εταιρείας ανά κατηγορία |
Βάση για την αναγνώριση της αναμενόμενης πρόβλεψης για πιστωτικές ζημιές |
Βάση υπολογισμού των εισοδημάτων από τόκους |
|---|---|---|---|
| Εξυπηρετούμενο | Αντισυμβαλλόμενα μέρη για τα οποία ο πιστωτικός κίνδυνος συνάδει με τις αρχικές προβλέψεις |
Στάδιο 1: 12 μήνες αναμενόμενες ζημιές. Όταν ο αναμενόμενος χρόνος ζωής ενός περιουσιακού στοιχείου είναι μικρότερος από 12 μήνες, οι αναμενόμενες ζημίες επιμετρώνται στην αναμενόμενη διάρκεια ζωής του. |
Μικτή λογιστική αξία |
| Υπό- εξυπηρετούμενο |
Αντισυμβαλλόμενα μέρη για τα οποία σημειώθηκε σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου σε σύγκριση με τις αρχικές προσδοκίες. Ως σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου θεωρείται εάν οι τόκοι ή / και οι αποπληρωμές κεφαλαίου είναι 30 ημέρες σε καθυστέρηση (βλέπετε πιο πάνω λεπτομέρειες) |
Στάδιο 2: Αναμενόμενες ζημιές καθ' όλη τη διάρκεια ζωής |
Μικτή λογιστική αξία |
| Mn εξυπηρετούμενο |
Οι αποπληρωμές τόκων και / ή κεφαλαίου είναι σε 90 ημέρες καθυστέρηση ή γίνεται πιθανό ότι ο πελάτης θα εισέλθει σε πτωχευση |
Στάδιο 3: Αναμενόμενες ζημιές καθ' όλη τη διάρκεια ζωής |
Αποσβεσμένη λογιστική αξία (καθαρή από πρόβλεψη) |
Η μέγιστη έκθεση του Συγκροτήματος σε πιστωτικό κίνδυνο στα άλλα εισπρακτέα ανέρχεται σε €79.417 (2019: €120.219) και στις προκαταβολές σε €427.679 (2019: €361.706).
Το Συγκρότημα αξιολογεί, σε ατομική βάση, την έκθεσή της σε πιστωτικό κίνδυνο που προκύπτει από τα μετρητά στην τράπεζα. Η αξιολόγηση αυτή λαμβάνει υπόψη τις αξιολογήσεις από εξωτερικά ιδρύματα αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας.
Τα μικτά λογιστικά ποσά που ακολουθούν αντιπροσωπεύουν τη μέγιστη έκθεση του Συγκροτήματος σε πιστωτικό κίνδυνο για τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού στις 31 Δεκεμβρίου 2020 και 31 Δεκεμβρίου 2019:
| Εξωτερική πιστοληπτική ικανότητα |
2020 | 2019 | |
|---|---|---|---|
| Moody's | B3 | 2.247.855 | 1.753.701 |
| Άλλοι εκδότες χωρίς εξωτερική αξιολόγηση - ικανοποιητική τιστοληπτική ικανότητα (εξυπηρετούμενο) |
9.474 | 8.210 | |
| Σύνολο μετρητών στην τράπεζα (1) | 2.257.329 | 1.761.911 |
(1) Το υπόλοιπο ποσό στα «μετρητά και καταθέσεις στην τράπεζα» στον ισολογισμό είναι μετρητά.
Το Συγκρότημα δεν κατέχει καμία εγγύηση ως ασφάλεια για οποιαδήποτε από τα μετρητά στην τράπεζα.
Η εκτιμώμενη πρόβλεψη ζημιάς στα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα στις 31 Δεκεμβρίου 2020 και 31 Δεκεμβρίου 2019 ήταν ασήμαντη. Όλα τα μετρητά στην τράπεζα ήταν εξυπηρετούμενα (Στάδιο 1) στις 31 Δεκεμβρίου 2020 και 31 Δεκεμβρίου 2019.
Ο πιο κάτω πίνακας αναλύει τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του Συγκροτήματος σε σχετικές κατηγορίες λήξεων, με βάση την εναπομένουσα περίοδο κατά την ημερομηνία του ισολογισμού μέχρι την ημερομηνία λήξης του συμβολαίου. Τα ποσά που παρουσιάζονται στον πίνακα είναι οι συμβατικές μη προεξοφλημένες ταμειακές ροές. Υπόλοιπα με λήξη εντός 12 μηνών (με εξαίρεση τον δανεισμό) ισούνται με τις λογιστικές τους αξίες, αφού η επίδραση της προεξόφλησης δεν είναι σημαντική.
| Λιγότερο από 1 χρόνο 는 |
Από 1 μέχρι 2 χρόνια C |
Από 2 μέχρι 5 χρόνια ਵ |
Πάνω από 5 χρόνια (= |
|
|---|---|---|---|---|
| Στις 31 Δεκεμβρίου 2019 | ||||
| Δανεισμός | 4.195.031 | 946.151 | 2.488.899 | 4.201.689 |
| Εμπορικοί και άλλοι πιστωτές | 5.407.333 | |||
| Υποχρεώσεις μισθώσεων | 2.421.229 | 1.984.479 | 3.355.719 | 1.261.359 |
| 12.023 593 | 2.930.630 | 5.844.618 | 5.463.048 | |
| Λιγότερο από 1 χρόνο |
Από 1 μέχρι 2 χρόνια (S |
Από 2 μέχρι 5 χρόνια 15 |
Πάνω από 5 χρόνια 는 |
|
| ਦ | ||||
| Στις 31 Δεκεμβρίου 2020 Δανεισμός |
3.228.641 | 1.514.961 | 3.935.118 | 6.014.817 |
| Εμπορικοί και άλλοι πιστωτές | 4.936.070 | |||
| Υποχρεώσεις μισθώσεων | 2.602.814 | 2.379.305 | 5.173.974 | 1.412.519 |
| 10.767.525 | 3 894.266 | 9.109.092 | 7.427.336 |
Η Διεύθυνση παρακολουθεί τις σχέσεις μεταξύ βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων, μετρητών και άμεσα ρευστοποιήσιμων στοιχείων του ενεργητικού σε συνεχή βάση και ενεργεί ανάλογα για τη συνετή διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας.
Οι επιδιώξεις του Συγκροτήματος όταν διαχειρίζεται κεφάλαια είναι η διασφάλιση της ικανότητας του Συγκροτήματος να συνεχίσει ως δρώσα λειτουργική μονάδα με σκοπό την παροχή αποδόσεων για τους μετόχους και ωφελήματα για άλλα πρόσωπα που έχουν συμφέροντα στο Συγκρότημα και να διατηρήσει την καταλληλότερη κεφαλαιουχική δομή για να μειώσει το κόστος κεφαλαίου.
Με σκοπό να διατηρήσει ή να μεταβάλει την κεφαλαιουχική του δομή, το Συγκρότημα μπορεί να μεταβάλει το ποσό των μερισμάτων που πληρώνονται στους μετόχους, να επιστρέψει κεφάλαιο στους μετόχους, να εκδώσει νέες μετοχές ή να πουλήσει περιουσιακά στοιχεία για να μειώσει το δανεισμό του.
Σύμφωνα με άλλους στον τομέα λιανικού εμπορίου, το Συγκρότημα παρακολουθεί το κεφάλαιο στη βάση της σχέσης του δανεισμού ως προς το σύνολο των απασχολούμενων κεφαλαίων. Η σχέση αυτή υπολογίζεται ως ο καθαρός δανεισμός διαιρούμενος με το συνολικό κεφάλαιο. Ο καθαρός δανεισμός υπολογίζεται ως το σύνολο δανεισμού (περιλαμβανομένου 'βραχυπρόθεσμου και μη βραχυπρόθεσμου δανεισμού' όπως παρουσιάζεται στον ισολογισμό) μείον ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα. Το συνολικό κεφάλαιο υπολογίζεται ως ίδια κεφάλαια' όπως παρουσιάζονται στον ισολογισμό, προσθέτοντας τον καθαρό δανεισμό.
Η σχέση δανεισμού προς το σύνολο απασχολούμενων κεφαλαίων στις 31 Δεκεμβρίου 2020 και 2019 ήταν ως εξής:
| 2020 (D |
2019 信 |
|
|---|---|---|
| Σύνολο δανεισμού (Σημ. 29) Μείον: Μετρητά και καταθέσεις στην τράπεζα (Σημ. 26) |
13.209.048 (2.635.316) |
10.649.086 (1.858.153) |
| Καθαρός δανεισμός Σύνολο ιδίων κεφαλαίων |
10.573.732 23.346.965 |
8.790.933 22.829.102 |
| Σύνολο κεφαλαίου όπως καθορίστηκε από τη Διεύθυνση | 33.920.697 | 31.620.035 |
| Σχέση δανεισμού προς το σύνολο απασχολούμενων κεφαλαίων | 31% | 28% |
Η αύξηση της σχέσης δανεισμού προς το σύνολο απασχολούμενων κεφαλαίων κατά το 2020 από 28% σε 31% ήταν κυρίως αποτέλεσμα επιπλέον δανεισμού του Συγκροτήματος για κυρίως χρηματοδότηση αγοράς ακινήτων και ανακαίνιση καινούργιων και υφιστάμενων καταστημάτων.
Ο πιο κάτω πίνακας αναλύει τα χρηματοοικονομικά μέσα που αποτιμούνται στον ισολογισμό σε δίκαιη αξία, με βάση τις μεθόδους εκτίμησης. Τα διάφορα επίπεδα έχουν προσδιοριστεί ως εξής:
Ο πιο κάτω πίνακας παρουσιάζει τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία του Συγκροτήματος τα οποία είναι υπολογισμένα σε δίκαιη αξία στις 31 Δεκεμβρίου 2020.
| Επίπεδο 1 ਵ |
|
|---|---|
| 31 Δεκεμβρίου 2020 | |
| Περιουσιακά στοιχεία | |
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία | |
| μέσω των αποτελεσμάτων: | |
| - Μετοχικοί τίτλοι | 139.615 |
| Σύνολο χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων υπολογισμένα σε δίκαιη αξία |
139-615 |
Ο πιο κάτω πίνακας παρουσιάζει τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία του Συγκροτήματος τα οποία είναι υπολογισμένα σε δίκαιη αξία στις 31 Δεκεμβρίου 2019.
| Επίπεδο 1 ਵ |
|
|---|---|
| 31 Δεκεμβρίου 2019 | |
| Περιουσιακά στοιχεία | |
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αποτιμούνται σε δίκαιη αξία | |
| μέσω των αποτελεσμάτων: | |
| - Μετοχικοί τίτλοι | 133.599 |
| Σύνολο χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων υπολογισμένα σε | |
| δίκαιη αξία | 133.599 |
Η δίκαιη αξία των χρηματοοικονομικών μέσων που εμπορεύονται σε ενεργείς αγορές βασίζεται στις χρηματιστηριακές τιμές την ημερομηνία του ισολογισμού. Μια αγορά θεωρείται ως ενεργή, εάν οι χρηματιστηριακές τιμές είναι άμεσα και τακτικά διαθέσιμες από ένα χρηματιστήριο, έμπορο, χρηματιστή, βιομηχανικό όμιλο, υπηρεσία εκτίμησης, ή εποπτική υπηρεσία, και εκείνες οι τιμές αντιπροσωπεύουν πραγματικές και συχνές συναλλαγές αγοράς σε καθαρά εμπορική βάση. Η χρηματιστηριακή τιμή που χρησιμοποιείται για τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που κατέχει το Συγκρότημα είναι η τρέχουσα τιμή προσφοράς. Αυτά τα μέσα περιλαμβάνονται στο Επίπεδο 1. Τα μέσα που περιλαμβάνονται στο Επίπεδο 1 περιλαμβάνουν επενδύσεις σε μετοχές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου που ταξινομούνται ως χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που κρατούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.
Το Συγκρότημα δεν έχει οποιαδήποτε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ή χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που υπόκεινται σε συμψηφισμό, επιβλητή κύρια συμφωνία συμψηφισμού ή οποιεσδήποτε παρόμοιες συμφωνίες.
Η κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων απαιτεί τη χρήση λογιστικών υπολογισμών τα οποία σπανίως ισούνται με τα πραγματικά αποτελέσματα. Η διοίκηση πρέπει επίσης να ασκεί κρίση στην εφαρμογή των λογιστικών πολιτικών του Συγκροτήματος. Οι λογιστικοί υπολογισμοί και εκτιμήσεις αξιολογούνται σε συνεχή βάση και βασίζονται στην ιστορική εμπειρία και σε άλλους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων προσδοκιών σχετικά με μελλοντικά γεγονότα που πιστεύεται ότι είναι λογικά υπό τις περιστάσεις.
Το Συγκρότημα κάνει υπολογισμούς και παραδοχές σε σχέση με το μέλλον. Ως αποτέλεσμα οι λογιστικοί υπολογισμοί σπανίως ισούνται με τα πραγματικά αποτελέσματα. Οι υπολογισμοί και οι παραδοχές που πιθανό να προκαλέσουν ουσιώδεις αναπροσαρμογές στη λογιστική αξία περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων κατά το επόμενο οικονομικό έτος παρουσιάζονται πιο κάτω.
Για τον προσδιορισμό της πρόβλεψης για εταιρικό φόρο απαιτούνται σημαντικές εκτιμήσεις. Για συγκεκριμένες συναλλαγές και υπολογισμούς, ο προσδιορισμός της τελικής φορολογίας είναι αβέβαιος. Το Συγκρότημα αναγνωρίζει υποχρεώσεις για προβλεπόμενα φορολογικά ζητήματα με βάση υπολογισμούς για το κατά πόσο θα προκύψει επιπρόσθετη φορολογία. Όπου το τελικό φορολογικό αποτέλεσμα αυτών των ζητημάτων διαφέρει από το ποσό που έχει αρχικά αναγνωριστεί οι διαφορές επηρεάζουν τις τρέχουσες και αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις στην περίοδο που έγινε ο προσδιορισμός.
Η δίκαιη αξία των ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού και επενδύσεων σε ακίνητα προσδιορίζεται με βάση την αγοραία αξία, η οποία είναι η αξία στην ελεύθερη αγορά. Τα αποθέματα - ακίνητα για εμπορία εμφανίζονται στην τιμή κόστους ή στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία, όποια από τις δύο είναι χαμηλότερη. Η δίκαιη αξία των πιο πάνω είναι βασισμένη σε εκτιμήσεις από το Διοικητικό Συμβούλιο και ανεξάρτητους εκτιμητές. Η Διεύθυνση ασκεί κρίση για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας και της καθαρής ρευστοποιήσιμης αξίας και κάνει υποθέσεις, οι οποίες βασίζονται κυρίως στην κατάσταση της αγοράς ακινήτων σε κάθε ημερομηνία ισολογισμού και λαμβάνοντας υπόψη εκτιμήσεις από ανεξάρτητους εγκεκριμένους εκτιμητές. Η Διεύθυνση έλαβε υπ'όψιν εκτιμήσεις ανεξάρτητων εκτιμητών για ακίνητα, εγκαταστάσεις και εξοπλισμό αξίας €6.078.600, επενδύσεις σε ακίνητα αξίας €15.917.547 και αποθέματα – ακίνητα για εμπορία αξίας €5.014.857. Η Διεύθυνση για το έτος 2020, υιοθέτησε το 95% της εκτίμησης από ανεξάρτητους εκτιμητές για ακίνητα, εγκαταστάσεις και εξοπλισμό αξίας €5.859.600 και επενδύσεις σε ακίνητα αξίας €8.926.200, λόγω του ότι τα ακίνητα είναι πολύ μεγάλα σε μέγεθος και αξία και σύμφωνα με την εμπειρία της Διεύθυνσης, ακίνητα τέτοιου μεγέθους είναι πιο δύσκολο να πωληθούν. Για τα υπόλοιπα ακίνητα, η Διεύθυνση υιοθέτησε το 100% της εκτίμησης από ανεξάρτητους εκτιμητές. Οι άλλες βασικές παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν στις εκτιμήσεις γνωστοποιούνται στις σημειώσεις 18, 20 και 25.
Οι ανεξάρτητοι εκτιμητές έχουν αναφέρει στις εκθέσεις τους ότι οι εκτιμήσεις των ακινήτων στις 31 Δεκεμβρίου 2020 υπόκεινται σε «ουσιώδη αβεβαιότητα εκτιμήσεων» (material valuation uncertainty). Αυτή η αναφορά υποδεικνύει λιγότερη βεβαιότητα και κατά συνέπεια ψηλότερο βαθμό προσοχής στις εκτιμήσεις των ακινήτων ως αποτέλεσμα της επίδρασης της πανδημίας COVID-19.
Ως εκ τούτου η Διεύθυνση θεωρεί ότι η εκτίμηση της δίκαιης αξίας των ακινήτων, αγκαταστάσεων και εξοπλισμού, επενδυτικών ακινήτων και τις ρευστοποιήσιμης αξίας των αποθεμάτων υπόκεινται σε σημαντικό βαθμό υποκειμενικότητας και σε αυξημένη πιθανότητα η αξία των ακινήτων να είναι διαφορετική.
Αν η τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο ήταν 5% ωηλότερη/χαμηλότερη από τους υπολογισμούς της Διεύθυνσης και των ανεξάρτητων εκτιμητών στις 31 Δεκεμβρίου 2020 τότε η συνολική αξία των ακινήτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού του Συγκροτήματος θα έπρεπε να αυξηθεί κατά €380.973/μειωθεί κατά €381.373 (2019: €318.894) με αντίστοιχη αύξηση/μείωση στα αποθεματικά.
Αν η τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο ήταν 5% χαμηλότερη από τους υπολογισμούς της Διεύθυνσης και των ανεξάρτητων εκτιμητών στις 31 Δεκεμβρίου 2020 τότε η συνολική αξία των αποθεμάτων - ακίνητα για εμπορία θα έπρεπε να μειωθεί κατά €258.243 (2019: €245.396) με αντίστοιχη μείωση στο κέρδος πρίν την φορολογία.
Η ευαισθησία των εκτιμήσεων για τις επενδύσεις σε ακίνητα παρουσιάζεται στη Σημείωση 20.
Η Διεύθυνση του Συγκροτήματος έχει θέσει μια πολιτική η οποία έχει εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο για τον καθορισμό της διάρκειας μίσθωσης.
Για όλες τις υφιστάμενες συμφωνίες για τα καταστήματα που βρίσκονται σε εμπορικά κέντρα, η διάρκεια της μίσθωσης υπολογίζεται μέχρι την λήξη της παρούσας συμφωνίας. Στις περιπτώσεις τις οποίες η συμφωνία θα τερματίζόταν κατά τη διάρκεια του έτους 2019 και η Διοίκηση ήταν εύλογα βέβαιη και έχει επιβεβαιώσει τη χρήση του δικαιώματος ανανέωσης, η διάρκεια μίσθωσης υπολογίζεται σύμφωνα με το χρονικό διάστημα μιας ανανέωσης.
Για όλες τις υφιστάμενες συμφωνίες για τα καταστήματα που βρίσκονται σε εμπορικούς δρόμους, αποθήκες και γραφεία, η διάρκεια της μίσθωσης υπολογίζεται μέχρι την λήξη της παρούσας συμφωνίας ή για τα επόμενα τρία χρόνια από την 1 Ιανουαρίου 2019, δεδομένου ότι η Διεύθυνση είναι εύλογα βέβαιη ότι οι συμφωνίες θα παραμείνουν σε ισχύ. Το ίδιο ισχύει και για όλες τις συμφωνίες που έχουν επίσημα λήξει και ανανεωθεί προφορικά.
Στις περιπτώσεις τις οποίες η συμφωνία τερματίζόταν κατά τη διάρκεια του έτους 2019 και η Διοίκηση ήταν εύλογα βέβαιη και είχε επιβεβαιώσει τη χρήση του εμπορικού καταστήματος/αποθήκης τότε συνυπολογίστηκαν τα επόμενα τρία έτη. Στις περιπτώσεις τις οποίες η συμφωνία έχει λήξει επίσημα το 2020 και έχει ανανεωθεί προφορικά και η Διοίκηση είναι εύλογα βέβαιη και έχει επιβεβαιώσει τη χρήση του εμπορικού καταστήματος/αποθήκης, η διάρκεια μίσθωσης υπολογίζεται για τα επόμενα τρία έτη από τη μέρα λήξης.
Η αύξηση των εμπορικών κέντρων στην Κυπριακή αγορά καθώς και η στροφή των καταναλωτών προς τις ηλεκτρονικές αγορές δεν δίνει τη δυνατότητα στη Διεύθυνση να υπολογίσει με ακρίβεια τη διάρκεια της κάθε μίσθωσης.
Αν η διάρκεια μίσθωσης ήταν κατά 1 χρόνο μεγαλύτερη από τους υπολογισμούς της Διεύθυνσης στις 31 Δεκεμβρίου 2020 τότε η καθαρή λογιστική αξία των υποχρεώσεων από μισθώσεις θα ήταν €2.864.417 μεγαλύτερη/ €2.532.211 μικρότερη με αντίστοιχη χρέωση/πίστωση στα περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης και το κέρδος πριν τη φορολογία θα ήταν €97.364 μεγαλύτερο/ €70.712 μικρότερο.
Την 31 Δεκεμβρίου 2020, πιθανές μελλοντικές ταμειακές εκροές €18.869.275 δεν έχουν συμπεριληφθεί στην υποχρέωση της μίσθωσης επειδή δεν είναι εύλογα βέβαιο ότι οι μισθώσεις θα επεκταθούν (ή δεν θα τερματιστούν).
Η περίοδος μίσθωσης επανεκτιμάται αν μια επιλογή ασκείται (ή δεν ασκείται) ή το Συγκρότημα υποχρεούται να ασκήσει (ή να μην ασκήσει) την επιλογή. Η εκτίμηση της εύλογης βεβαιότητας αναθεωρείται μόνο εάν συμβεί ένα σημαντικό συμβάν ή μια σημαντική μεταβολή των συνθηκών, η οποία επηρεάζει την εκτίμηση αυτή και βρίσκεται υπό τον έλεγχο του μισθωτή.
Οι πληρωμές μισθωμάτων προεξοφλούνται χρησιμοποιώντας το επιτόκιο που εμπεριέχεται στη μίσθωση. Εάν ο συντελεστής αυτός δεν μπορεί να προσδιοριστεί εύκολα, πράγμα που ισχύει γενικά για μισθώσεις του Συγκροτήματος, χρησιμοποιείται το επιτόκιο δανεισμού του μισθωτή, που είναι το ποσοστό αυτό τιου ο μισθωτής θα πρέπει να πληρώσει για να δανειστεί τα αναγκαία κεφάλαια για να αποκτήσει ένα περιουσιακό στοιχείο παρόμοιας αξίας με το περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα χρήσης σε παρόμοιο οικονομικό περιβάλλον με παρόμοιους όρους, ασφάλεια και συνθήκες.
Το Συγκρότημα χρησιμοποιήσει ένα αυξητικό επιτόκιο δανεισμού ύψους 3,20% για τον υπολογισμό των υποχρεώσεων από μισθώσεις και τα περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης από την υιοθέτηση του ΔΠΧΑ 16 στις 1 Ιανουαρίου 2019 και κατά τη διάρκεια του έτους που έληξε 31 Δεκεμβρίου 2019 και 31 Δεκεμβρίου 2020.
Για τον προσδιορισμό του αυξητικού χρεωστικού επιτοκίου, το Συγκρότημα εξετάζει τα πάρακατω:
Εάν το Συγκρότημα θα δανειζόταν για την αγορά των περιουσιακών στοιχείων που εμπίπτουν στο ΔΠΧΑ 16, τα δάνεια αυτά θα ήταν πλήρως εξασφαλισμένα. Ως εκ τούτου. θεωρήθηκε ως εύλογο το αυξητικό επιτόκιο δανεισμού να υπολογιστεί χαμηλότερα στο 3,20%.
Αν το αυξητικό επιτόκιο δανεισμού ήταν κατά 10% χαμηλότερο/ψηλότερο από τους υπολογισμούς της Διεύθυνσης στις 31 Δεκεμβρίου 2020 τότε η καθαρή λογιστική αξία των υποχρεώσεων απο μισθώσεις θα ήταν €79.396 ψηλότερη/ €82.197 χαμηλότερη με αντίστοιχη χρέωση/ πίστωση στα περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης.
Το ΔΠΧΑ 8 προνοεί ότι οι λειτουργικοί τομείς πρέπει να προσδιορίζονται βάσει εσωτερικών αναφορών για τους λειτουργικούς του Συγκροτήματος οι οποίες αξιολογούνται από το ανώτατο όργανο λήψης λειτουργικών αποφάσεων για την κατανομή των πόρων στους διάφορους τομείς, και να αξιολογούν τις επιδόσεις τους.
Ως το ανώτατο όργανο λήψης λειτουργικών αποφάσεων αναγνωρίστηκε το Διοικητικό Συμβούλιο του Συγκροτήματος οι οποίοι αξιολογούν τακτικά την απόδοση του κάθε λειτουργικού τομέα σε σχέση με την κερδοφορία τους.
Οι λειτουργικοί του Συγκροτήματος διαχωρίζονται με βάση ομαδοποίησης των προϊόντων πώλησης, για το λόγο του ότι έχουν παρόμοια οικονομικά χαρακτηριστικά όπως περιγράφεται στην παράγραφο 12 του ΔΠΧΑ 8. Το Διοικητικό Συμβούλιο καθόρισαν αυτό το διαχωρισμό βάση των αναλύσεων που χρησιμοποιούν για να αξιολογούν την χρηματοοικονομική επίδοση του Συγκροτήματος και για να διαμορφώνουν τις στρατηγικές τους αποφάσεις.
Οι λειτουργικοί τομείς του Συγκροτήματος περιλαμβάνουν:
Οι άλλοι τομείς συμπεριλαμβάνουν τις αδρανείς εταιρείες του Συγκροτήματος και εταιρείες που οι δραστηριότητες τους αποτελούν επιδιορθώσεις και συντηρήσεις. Οι άλλοι τομείς δεν θεωρούνται αναφέρσιμοι καθώς δεν περιλαμβάνονται στις αναφόρες οι οποίες αξιολογούνται από το ανώτατο όργανο λήψης λειτουργικών αποφάσεων.
Το Διοικητικό Συμβούλιο αξιολογεί τον κάθε λειτουργικό τομέα με βάση το κέρδος πριν τα χρηματοδοτικά έξοδα, φορολογία, αποσβέσεις και χρεώσεις απομείωσης και μετά την αφαίρεση των πληρωμών μισθώσεων και άλλων εξόδων/εσόδων που αφορούν μισθώσεις (ΕΒΙΤDA). Το Διοικητικό Συμβούλιο παρακολουθεί επίσης τα εισοδήματα και το μικτό κέρδος των τμημάτων.
Τα αποτελέσματα κατά λειτουργκό τομέα για τα έτη που έληξαν στις 31 Δεκεμβρίου 2019 είναι ως ακολούθως:
| Ομεας ηλεκτρονικών δορυφορικών ειδών ਵ συστηματων, ηλεκτρικών και |
υπόδησης ένδυσης κα Τομέας ειδών |
μόδας ειδών και αξεσουαρ lousac δώρων, σχολικών |
και άλλων εξοπλισμού ਵ ειδών ΟΙΚΙαΚΟύ Topéag |
Τομέας ανάπτυξης εμπορίας και ακινήτων(1) ΣΤΤΕΥδύσεων |
Άλλοι τομεις B |
Ολικό ਵ |
|
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Εισόδημα από εξωτερικούς πελατες 2020 |
654.054 | 23.556.532 | 628.009 | 12.151.752 | 38.494 | 37.028.841 | |
| Πωλήσεις μεταξύ λειτουργικών TOLIEWV |
6.077 | 147.553 | 116 | 183.724 | 164.250 | 501.720 | |
| Μικτό κέρδος/ζημιά) Κόστος πωλήσεων |
187.835 (466.219) |
10.782.676 (12.773.856 |
224.520 (403.489) |
(8.177.818) 3.973.934 |
189.187 189.187 |
21.268 (17.226) |
(21.649.421) 15.379.420 |
| EBITDA | 679.258 | 55.488 | 73.676 | 2.513.475 | (215.115) | (157.013) | 2.949.769 |
| Κόστος προσωπικού | 123.968 | 419.839 5.086.035 |
99.097 9.871 |
768.910 157.365 |
68.044 | 230 90.754 |
6.236.808 587.409 |
| Έξοδα διαφήμισης και προώθησης Κοινοχρηστα |
104 | 486.204 | 3.790 | 37 | 105 | 522 | 490.658 |
| Επιδιορθώσεις και συντηρηση | 649 | 186.981 | 2.735 1.584 |
21.427 44.068 |
ਦਰੰਬੇ 1.496 |
57.860 | 329.710 292.992 |
| Ηλεκτρισμος Λοιπά έξοδα |
6.905 | 367.067 305.203 |
6.289 | 99.205 | 13.640 | 2.427 | 495.533 |
| Σύνολο περιουσιακών στοιχείων (2) |
55.419.472 | ||||||
| Σύνολο υποχρεώσεων (2) | |||||||
| ============================================================================================================================================================================== | 32.072.507 |
| Τομέας δορυφορικών ηλεκτρικών και συστηματων, |
Τομέας ειδών | Topeac σχολικών ειδών και δώρων, |
εξοπλισμού Τομέας ΟΙΚΙαΚΟύ |
ΣΤΙΣΥΟΥΟΣΟΥ Tourac εμπορίας και |
|||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ηλεκτρονικών e ειδών |
υπόδησης ένδυσης κα |
αξεσουάρ μόδας ਵ |
και άλλων ਵ ειδών |
ανάπτυξης ακινήτων(1) (S |
Άλλοι τομείς 3 |
Ολικό ਦ |
|
| Εισόδημα από εξωτερικούς πελατες 2019 |
566.219 | 0 32.789.31 |
909.222 | 10.226.898 | 10.447 | 44.502.105 | |
| Πωλήσεις μεταξύ λειτουργικών | 6.697 | (30.063 | 4.929 | 2.634.780 | 217.919 | 2.834.262 | |
| Κόστος πωλήσεων Μικτό κέρδος τομέων |
173.020 (393.199) |
14.454.200 (18.335.119) |
298.290 (610-932) |
3.203.124 (7.023.774) |
8.785 (1.662) |
18.137.419 (26.364.686) |
|
| EBITDA | 22.445 | 1.543.966 | 51.821 | 1.634.519 | 346.236 | 14.240 | 3.613.227 |
| Κόστος προσωπικου | 135.234 | 6 6.400.61 |
157.573 | 677.406 | 69.545 | 102.130 | 7.542.507 |
| Έξοδα διαφήμισης και Κοινόχρηστα προώθησης |
311 | 857.607 539.175 |
13.235 4.676 |
250.097 17 |
150 | 1.121.400 543.868 |
|
| Λειτουργικές μιαθώσεις | 2.906.004 | 30.295 | 222.891 | 4.955 | 3.164.145 | ||
| Σύνολο περιουσιακών | |||||||
| στοιχείων (2) | 52.062.772 | ||||||
| Σύνολο υποχρεώσεων (2) | 1 | ||||||
| 29,232,868 |
Το εισόδημα αυτού του τομέα προέρχεται από υπηρεσίες διαχείρισης ακινήτων και έσοδα από ενοίκια.
Σημαντικά περιστικά στοχεία και υποχρέφει του Συνερνίας για τους τομές λεπουργίας χωρίς να υπάρχει συγκεκριώνος διαχυριαρίς μετάξι τους και έτσι δεν είναι εφικτό να δοθεί δίκαιη ανάλυση κατά τομέα λειτουργίας. විම
(72)
Η συμφιλίωση μεταξύ κέρδος πριν τα χρηματοδοτικά έξοδα, φορολογία, αποσβέσεις, χρεώσεις απομείωσης και μετά την αφαίρεση των πληρωμών μισθώσεων και άλλων εξόδων/εσόδων που αφορούν μισθώσεις και του συνολικού κέρδους πριν τη φορολογία είναι ως εξής:
| 20720 = |
|
|---|---|
| Κέρδος πριν τα χρηματοδοτικά έξοδα, φορολογία, αποσβέσεις, χρεώσεις απομείωσης και μέτά την αφαίρεση των πληρωμών μισθώσεων και άλλων εξόδων/εσόδων που αφορούν μισθώσεις Αποσβέσεις (Σημ. 12) Πληρωμές μισθώσεων Κέρδος από την διαγραφή πλρωμών ενοικίου (Σημ. 11) Άλλα κέρδη που αφορούν τις μισθώσεις (Σημ. 11) |
2.949.769 (4.045.1372 2-146.879 501.575 37.942 |
| Κέρδος εργασιών Χρηματοδοτικά έξοδα |
1.591.033 (673.030) |
| Κέρδος πριν την φορολογία | 918.003 |
Τα μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία εκτός των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος κατά γεωγραφική κατανομή για τα έτη που έληξαν στις 31 Δεκεμβρίου 2020 και 31 Δεκεμβρίου 2019 είναι ως ακολούθως:
| 2020 € |
2019 ਵ |
|
|---|---|---|
| Κύπρος | 38.658.678 | 36.924.686 |
| Βουλγαρία | 873.347 | 819.428 |
| Ρουμανία | 120.000 | 130.000 |
| 39.652.025 | 37.874.114 | |
| 20720 = |
2019 ਵ |
|
|---|---|---|
| Πωλήσεις χονδρικού εμπορίου που αναγνωρίζονται σε ένα χρονικό σημείο |
2.127.890 | 2.134.921 |
| Πωλήσεις λιανικού εμπορίου που αναγνωρίζονται σε ένα χρονικό σημείο |
34.741.269 | 42.355.978 |
| Πωλήσεις υπηρεσιών αναγνωρισμένες με την πάροδο του χρόνου | 159.682 | 11.206 |
| Συνολικά έσοδα από συμβάσεις με πελάτες | 37.028.841 | 44.502.105 |
Για την εκτίμηση του ποσού επιστροφών η Διοίκηση του Συγκροτήματος βασίζεται στην εμπειρία και σε προηγούμενες αναλύσεις για να καταλήξει στην συνολική αξία της εκτίμησης. Επειδή ο αριθμός των προϊόντων που επιστρέφονται είναι σε σταθερά επίπεδα τα τελευταία χρόνια, δεν αναμένεται να υπάρξει σημαντική αναστροφή του εισοδήματος. Η εγκυρότητα αυτής της παραδοχής επαναξιολογείται στο τέλος κάθε χρόνου από τη Διοίκηση.
Το Συγκρότημα έχει αναγνωρίσει τις ακόλουθες υποχρεώσεις που σχετίζονται με συμβάσεις με πελάτες:
| 31 Δεκεμβρίου 2020 | 31 Δεκεμβρίου 2019 | |
|---|---|---|
| Συμβατικές υποχρεώσεις Κυκλοφορούντες συμβατικές υποχρεώσεις - Δωροκουπόνια |
81.229 | 727720 |
Η συμβατική υποχρέωση για τα δωροκουπόνια που έχουν πωληθεί αναγνωρίζεται κατά τη στιγμή της πώλησης. Τα έσοδα αναγνωρίζονται όταν τα δωροκουπόνια εξαργυρώνονται.
Ο ακόλουθος πίνακας δείχνει το μέρος των εσόδων που αναγνωρίστηκαν κατά την τρέχουσα περίοδο αναφοράς και συμπεριλαμβανόταν στο υπόλοιπο της συμβατικής υποχρέωσης στην αρχή της περιόδου:
| € | |
|---|---|
| 123 830 | 190 - 35 |
| 2019 ج |
|
| 9.500 | |
| 298-700 | |
| 87.084 | |
| 141.038 | |
| 536.322 | |
| 2020 은 Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρώνται σε δίκαιη 6.500 Συνεισφορές προμηθευτών για διαφήμιση και προώθηση προϊόντων 187,776 5 784783 92.828 51.000 411 521 |
| 2020 | 2019 | |
|---|---|---|
| € | ਵ | |
| Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρούνται σε δίκαιη αξία μέσω των αποτελεσμάτων |
||
| Καθαρό/η κέρδος/ (ζημιά) δίκαιης αξίας από χρηματοοικονομικά | ||
| ττεριουσιακά στοιχεία που επιμετρώνται σε δίκαιη αξία μέσω των | ||
| αποτελεσμάτων (Σημ. 23) | 6.017 | (6.830) |
| Επενδύσεις σε ακίνητα: (Ζημιές)/ κέρδη δίκαιης αξίας (Σημ. 20) |
(310.596) | 593.975 |
| Άυλα περιουσιακά στοιχεία: | ||
| Ζημιά από διαγραφές (Σημ. 21) | (45) | (939) |
| Ακίνητα, εγκαταστάσεις και εξοπλισμός: Ζημιές από πωλήσεις και διαγραφές (Σημ. 18) |
(456.455) | (55.420) |
| Άλλα κέρδη | 37.9492 | 760 |
| Καθαρά συναλλαγματικά κέρδη/(ζημιές) | 233 | (1.631) |
| Κέρδος από την διαγραφή πληρωμών ενοικίου | 501.575 | |
| 529.915 | ||
| Σύνολο άλλων (ζημιών)/κερδών- καθαρά | (221.279) | |
| Ανάλυση εξόδων κατά είδος 12 |
||
| 2020 | 2019 | |
| 5 | ਵ | |
| 21.645.436 | 26.049.475 | |
| Έτοιμα προϊόντα που χρησιμοποιήθηκαν Αποσβέσεις (Σημ. 18 και 21) |
11393588 | 1.455.814 |
| Αποσβέσεις περιουσιακών στοιχείων με δικαίωμα χρήσης (Σημ. 19) | 2.651 544 | 2.765.026 |
| Επιδιορθώσεις και συντήρηση | 24729972 | 390.629 |
| Έξοδα σχετικά με μισθώσεις | 167.603 | 351.295 |
| Αντιστροφή ζημιών απομείωσης χρηματοοικονομικών περιουσιακών | ||
| στοιχείων | 80.261 | (870) 86.088 |
| Ασφάλειες | 89 378 | 91.460 |
| Αμοιβή ελεγκτών Αμοιβή ελεγκτών-προηγούμενα έτη |
(2.427) | 4.745 |
| Κόστος προσωπικού (Σημ. 13) | 6.236.808 | 7.542.507 |
| Έξοδα διαφήμισης και προώθησης | 587.409 | 1.121.400 |
| Ηλεκτρισμός | 329.710 | 519.058 |
| Προμήθειες | 191.731 | 293.281 |
| Δικηγορικά έξοδα | 32.679 | 38.763 |
| Επαγγελματικά δικαιώματα | 791553 490.658 |
50.023 543.868 |
| Κοινόχρηστα Ταξίδια εξωτερικού και εσωτερικού |
492.775 | 216.240 |
| Τραπεζικά έξοδα | 176.485 | 176.855 |
| Έξοδα αυτοκινήτων | 141.203 | 156.395 |
| Έξοδα συσκευασίας | 96,508 | 135.962 |
| Έξοδα καταστηματων | 167.639 | 172.470 |
| Φόροι και άδειες | 80.837 | 59.577 |
| Έξοδα προσωπικού | 47.9572 112.140 |
88.457 |
| Αποζημειώσεις σε εκμισθωτές Λοιπά έξοδα |
495 -83 | 967.509 |
| Συνολικό κόστος πωληθέντων αγαθών, πωλήσεων και προώθησης | ||
| και διοικητικής λειτουργίας | 35 673 050 | 43.276.027 |
Οι συνολικές αμοιβές που χρεώθηκαν από το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο για τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων του Συγκροτήματος για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2020 ανήλθαν σε €63.100 (2019: €76.100).
Building tools?
Free accounts include 100 API calls/year for testing.
Have a question? We'll get back to you promptly.